Νέα
Λίστα Νέων, Κατηγορίες Νέων, Εκδηλώσεις
-
Περί ελληνικής κουζίνας συνέχεια
Το 1991, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίκαρος το βιβλίο Δειπνοσοφιστής. Ήταν μια σειρά κειμένων, δημοσιευμένων στην εφημερίδα Καθημερινή με αντικείμενό τους την κουζίνα ή τη γαστρονομία όπως θα λέγαμε σήμερα. Ήταν η πρώτη φορά στην Ελλάδα που κάποιος μιλούσε για τη φιλοσοφία της γεύσης, την αισθητική της, την κοινωνιολογία της και την τελετουργική της διάσταση. Μιλούσε για δημώδη και λόγια κουζίνα και για τη σαφήνεια των γεύσεων. Άλλαξε τον τρόπο που βλέπαμε ως τότε την κουζίνα έβαλε όμως και τη διάσταση της ελληνικότητας ανοίγοντας ένα μεγάλο θέμα, ένα διάλογο που συνεχίζεται ως σήμερα.Το βιβλίο αγαπήθηκε από κοινό και κριτική, έκανε αλλεπάλληλες επανεκδόσεις, συζητήθηκε, σχολιάστηκε, αντιγράφηκε, απέκτησε φανατικούς αναγνώστες και συμπληρώθηκε τα επόμενα χρόνια με την ίδια επιτυχία από τον Δεύτερο και τον Τρίτο Δειπνοφιστή πάντα από τον ίδιο συγγραφέα, τον Χρίστο Ζουράρι.Από τότε άλλαξαν πολλά. Η γαστρονομία μπήκε στη ζωή μας και έγινε μόδα. Με τα καλά και τα κακά που συνεπάγεται αυτό.Κυκλοφόρησαν εκατοντάδες σχετικά βιβλία και περιοδικά. Η τηλεόραση έγινε ένα απέραντο μαγειρείο. Εστιατόρια άνοιξαν και έκλεισαν, μάγειροι μεσουράνησαν και έσβησαν, φάγαμε αφρούς φέτας και καραμελωμένα οτιδήποτε (πολλά από όλα τα προαναφερθέντα, εξαιρετικής ποιότητας). Η ρόκα – παρμεζάνα έγινε η εθνική μας σαλάτα και είδαμε σε τηλεοπτική διαφήμιση μια γιαγιά με τσεμπέρι στο χωριό να λέει στη γειτόνισσα την καταπληκτική ατάκα: Ανοίγω φύλλο για σούσι!Και τώρα; Τώρα η μόδα θα περάσει. Δυστυχώς με τη βοήθεια της κρίσης που μαστίζει τα πάντα. Αλλά θα μείνουν τα καλά. Η ουσία. Ο ουσιαστικός διάλογος για την ελληνική κουζίνα και την ελληνικότητα. Με όλες τις πολιτισμικές κοινωνικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις του. Προεκτάσεις που συμβάλουν στην αυτογνωσία, απαραίτητη αρετή για να είμαστε καλύτεροι έλληνες.Στο διάλογο αυτό πρωτοστατεί εδώ και χρόνια ο Επίκουρος. Συνεχιστής και συνομιλητής του Χρίστου Ζουράρι, έχει δημοσιεύσει βιβλία και πλήθος άρθρων και κριτικών σε εφημερίδες και περιοδικά. Η βαθειά του ενασχόληση με τη γαστρονομία γενικά και την ελληνική ιδιαίτερα, οι γνώσεις του και η πολύχρονη εμπειρία του, συγκεντρώθηκαν τώρα σε ένα τόμο, μια εμπεριστατωμένη μελέτη με τίτλο: Η νέα ελληνική κουζίνα και υπότιτλο Περί της ελληνικότητας του μουσακά, της γαστρονομικής μας ταυτότητας και της ανανέωσής της.Στο βιβλίο αυτό ο Επίκουρος αναζητά με πάθος τι σημαίνει ακριβώς ελληνική ταυτότητα στην κουζίνα μας. Αναζητά κατ' αρχήν τι σημαίνει ελληνικότητα με αναφορές και παραδείγματα από τη λογοτεχνία, τη ζωγραφική, την αρχιτεκτονική.Αναρωτιέται τι ήταν η ελληνικότητα για τη γενιά του ΄30, πώς μεταλλάσσεται σήμερα και τι σημαίνει αυτό για τη γαστρονομία. Παρακολουθεί από την Τουρκοκρατία μέχρι σήμερα τα λαογραφικά, τοπικά, πολιτισμικά, οικονομικά και άλλα πολλά κριτήρια που διαμορφώνουν συνεχώς αυτό που ονομάζουμε ελληνική κουζίνα. Ποιά είναι η «κουζίνα της μαμάς» και ποιά των εστιατορίων; Ποιοι είναι οι μεγάλοι μάγειροι που διαμόρφωσαν τη γεύση και το γούστο μας από τον Νικόλαο Τσελεμεντέ μέχρι σήμερα; Είναι ελληνικός ο μουσακάς; Θα θεωρούν ελληνικό το σούσι τα δισέγγονά μας; Δηλαδή, πέραν του αστείου, ο διάλογος που λέγαμε συνεχίζεται. Ποια θα είναι η συνέχεια αυτής της γοητευτικής ιστορίας της ελληνικής κουζίνας μας;Αποτελεί μεγάλη χαρά και τιμή για μας, ότι 20 χρόνια μετά τους Δειπνοσοφιστές, ο διάλογος αυτός συνεχίζεται στον Ίκαρο. Το βιβλίο του Επίκουρου θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις μας το Φθινόπωρο.Περισσότερα
-
Το μόνο που μας σώζει είναι η φιλία. Του Βαγγέλη Ραπτόπουλου
Κρυσταλία Πατούλη | www.tvxs.gr, 25-06-2012 Με τη σύλληψη του Σάββα Ξηρού και όσων άλλων φέρονται ως μέλη της οργάνωσης, σαν να έκλεισε ο κύκλος που άρχισε με τη Μεταπολίτευση.Το καλοκαίρι του 2002, υπήρχε ένας διάχυτος φόβος ή μούδιασμα στην ατμόσφαιρα, λες και επρόκειτο οι διώξεις να γενικευτούν και να συμπεριλάβουν οποιονδήποτε αριστερό, από την εποχή του αντιδικτατορικού αγώνα και μετά.Ή λες και απώτερος στόχος των διώξεων ήταν να ενοχοποιηθούν όσοι προανέφερα.Τόσο η γενιά του Πολυτεχνείου όσο και η δική μου, της Μεταπολίτευσης, ξεκίνησαν με συλλογικά οράματα για να καταλήξουν εγκλωβισμένες στο κουκούλι της ιδιώτευσης.Και οι μέρες της εξάρθρωσης της 17 Νοέμβρη ήταν σαν να μας υπενθύμιζαν τι ακριβώς υπήρξαμε και σε τι έχουμε μεταβληθεί τώρα πια.Ήταν σαν ένας τελευταίος σπασμός του συλλογικού που έσβηνε, μια τελευταία του αναλαμπή.Γι’ αυτό και μου φάνηκε κατάλληλο το όλο κλίμα για το αφήγημά μου, το οποίο οδηγείται στην πικρή διαπίστωση πως το μόνο συλλογικό που μας απέμεινε σήμερα, είναι η φιλία.Αλλά ίσως υπάρχει εδώ και μια αισιόδοξη νότα.Γιατί η φιλία θα μπορούσε να παίξει κι ένα ρόλο μαγιάς για ό,τι συλλογικό αναδυθεί στο άμεσο μέλλον! Κάτι σαν την παλιά Φιλική Εταιρεία!Το μόνο που μας σώζει είναι η φιλία. Θα μπορούσε να το θέσει κανείς κι έτσι. […]Στα πρώτα μου βιβλία, της δεκαετίας του ’80, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της εποχής μου, κατόρθωσα –κατά γενική ομολογία- να αιχμαλωτίσω κάποια συλλογικά χαρακτηριστικά της γενιάς μου. Αργότερα, εξερεύνησα τον ατομικισμό και το λαβύρινθό του.Κατηγόρησαν, όχι μόνο εμένα, αλλά ολόκληρη τη γενιά μου, για εμμονή στο λάιφσταϊλ, ή ίσως για σύμπλευση μαζί του. Αλλά αυτή ήταν η δεκαετία του ’90: η εποχή του λάιφσταϊλ.Ήταν κάτι πρωτόγνωρο για όλους μας, και ως πεζογράφοι εκείνης της εποχής, το εξερευνήσαμε.Άλλωστε, και η πολιτικοποίηση της μεταπολίτευσης είχε παραγίνει, το συλλογικό είχε καταντήσει παρωδία, κι όταν ανέτειλε ο αστερισμός του ατομικισμού, ήταν σαφώς ριζοσπαστικός.Με τους "Φίλους", είναι σαν να επιστρέφω στη συλλογικότητα.Υπάρχει ένα ρεύμα επιστροφής στην πολιτική, το βλέπεις μέχρι και στις ταινίες του Χόλυγουντ, απλώς δεν έχει ακόμη πάρει μαζικές διαστάσεις.Είναι σαν να επανέρχεται βαθμιαία η κοινωνική συνείδηση.Και μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, κάτω απ’ αυτήν ακριβώς τη σκοπιά, ανακαλύπτω τη φιλία ως λύση και λύτρωση, ως αντίσταση στην εμπορευματοποίηση των πάντων. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε τη φιλία στενά, μόνο ως σχέση μεταξύ εφήβων, φέρ’ ειπείν, αλλά ακόμη και μεταξύ ζευγαριών, παιδιών και γονιών.Ως αφορμή και αιτία που θα δημιουργήσει και πάλι μια συλλογικότητα, κάτι ελπιδοφόρο. [...]Παρατηρώ τους σημερινούς πιτσιρικάδες, τους εικοσιπεντάχρονους, αίφνης, σε τι σύγχυση παραδέρνουν. Ενώ αποτελούν τον κρίκο μιας αλυσίδας, αυταπατώνται ότι αποτελούν παρθενογένεση, επειδή ακριβώς δεν έχουν ζήσει ποτέ τους κάτι συλλογικό.Η γενιά μου είχε την αίσθηση ότι κάτι είχε προηγηθεί πριν απ’ αυτήν, και ότι κάτι θ’ ακολουθούσε.Εμείς είχαμε συνείδηση της ιστορικής σκυταλοδρομίας.(Απόσπασμα από το βιβλίου του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας, Εκδ. Ίκαρος, 2012)Περισσότερα
-
Αλλαγή πλεύσης
Ελισάβετ Κοτζιά, Η Καθημερινή, 3/6/2012Νέα στροφή στην πεζογραφία του Δημήτρη Νόλλα αποτελούν τα δέκα διηγήματα της συλλογής «Στον τόπο» («Ικαρος, σελ. 85). Κείμενα της τελευταίας δεκαετίας υπογραμμίζουν μια πτυχή που αχνοφαινόταν στην προηγούμενη διηγηματογραφική του εργασία «Ο παλαιός εχθρός» (2004). Είναι η στροφή από τον χώρο του ασύμπτωτου, του άδειου και του ξένου προς μια πλευρά στην οποία συγκεντρώνεται μια αχτίδα ζεστασιάς, μια υποψία θερμότητας, μια μικρή εστία θαλπωρής και αγάπης. Διότι το επίδικο θέμα είναι το συναίσθημα, το ψυχικό δέσιμο, η διαθεσιμότητα στην ανθρώπινη σχέση. Στην παλαιότερη πεζογραφία του Νόλλα ο κόσμος εμφανιζόταν αμετακίνητα στενάχωρος, οριστικά αφιλόξενος, πάγια εχθρικός· μια δυστοπία που το σταθερά αρνητικό πρόσημό της οφειλόταν στα άφιλα άτομα, στα άβουλα υποκείμενα και στα ανερμάτιστα όντα που τον κατοικούσαν. Κόσμος φτιαγμένος από τις απλανείς τροχιές σημαδιακών κι αταίριαστων, περιλάμβανε πρόσωπα που δύσκολα εντάσσονταν στην κοινότητα. Αεργοι, απατεώνες και απροσάρμοστοι· αιθεροβάμονες, αμφιρρεπείς και ημιπαράφρονες· ταπεινωμένοι, εκφυλισμένοι και βαριά ασθενείς. Ασχετα βλέμματα, άνθρωποι που ξεχνιούνταν, μορφές που περιφέρονταν, φιγούρες που χάνονταν· μέσα σε δαίδαλους, σε πηγάδια και σε στοές· φιγούρες που λοξοδρομούσαν, παραστρατούσαν, παραπλανούνταν. Κόσμος χωρίς στάση για τους πλάνητες, χωρίς αιγίδα για τους πένητες, χωρίς τη φωλιά μιας θερμής αγκαλιάς. Αναπόδραστα, το απηνές, άσπλαχνο, άξενο σύμπαν του Νόλλα εκτροχιαζόταν και πνιγόταν στο αίμα. Πλάι, έτσι, στους διπλοπρόσωπους και στους ξεγυμνωμένους, στους δύσμοιρους και στους ηττημένους, μέσα στο σύμπαν του λυκόφωτος ετελείτο το αδιανόητο. Φιγούρες φθονερές, αναίσχυντες, χαμερπείς, ρυπαρές και ασύδοτες βύθιζαν το μαχαίρι κατάστηθα, πυροβολούσαν και πυροδοτούσαν εκρηκτικούς μηχανισμούς. Ηταν ο κόσμος του νείκους και της έριδος χωρίς μια θέση για τη στοργή, την τρυφερότητα και τον έρωτα.Με τον «Τόπο», στην προηγούμενη ποιητική της απάνθρωπης αποξένωσης, ο Δημήτρης Νόλλας αντιπαραθέτει την καινούργια ποιητική της φιλότητας. Οχι βέβαια κάτι ριζοσπαστικά αλλιώτικο, αλλά μια ελαφρώς πειραγμένη εκδοχή του παλαιότερου. Διότι οι ήρωές του εξακολουθούν να βρίσκονται στο κοινωνικό και στο ψυχικό περιθώριο (φανατικοί εργένηδες, μοναχικοί γέροντες, ερωτικά τραυματισμένοι, απομονωμένοι αιπόλοι). Στα προγενέστερα ο παράγων συναίσθημα εισέβαλλε μέσω του κενού και της απουσίας. Εδώ αντιθέτως τίθεται ευθέως ως εκδήλωση ευθύνης για τον άλλο: η επιδίωξη της φροντίδας ενός απροστάτευτου βρέφους και το αντίδωρο της προσφοράς συντροφίας (στα «Καμένα χαρτιά» και «Μωρό στην αιώρα», δύο πεζά που δεν είναι τυχαίο πως αποτελούν χριστουγεννιάτικα διηγήματα). Το «Ενα κουλούρι για δυο» και το «Αναπόδραστες συναντήσεις» τα οποία διέπονται από την ευαγγελική ρήση «ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον». Τέλος, το «Μάτζικερτ», η «Νεκρή φύση επί των υδάτων» και «Η τιμή των ονείρων», που νομιμοποιούν την πολιτισμική ετερότητα του ανένταχτου στην αγκαλιά της κοινότητας μετανάστη.Στην καινούργια συλλογή, ο Νόλλας ισορροπεί επί ξυρού ακμής και νικάει. Στον «Παλαιό εχθρό» υπήρχαν διηγήματα όπου εμπλέκονταν κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα και ευαίσθητα προβλήματα πολιτικής ορθότητας τα οποία ενδεχομένως υπερέβαιναν την αντοχή του μυθοπλαστικού υλικού τους («Κανένας μόνος του και λυπημένος», «Ο άλαλος άλλος»). Αντιθέτως, «Στον τόπο» η κρατούσα ιδέα στηρίζεται, χωνεύεται, αφομοιώνεται μέσα από μια ποικιλία περιστάσεων με κοινό συστατικό την παράκαμψη του ορθού λόγου – μέσα από την αιφνίδια αποκάλυψη η οποία διαπερνά σαν ακτίνα, μέσα την αλόγιστη αφοσίωση η οποία προσφέρεται δωρεάν, μέσα από την ακλόνητη εμμονή, μέσα από τη γενναιόδωρη προσφορά, μέσα από τη δεισιδαίμονα πίστη.Περισσότερα
-
Παράταση
Δ.Ν. Μαρωνίτης, Το Βήμα της Κυριακής, 3/6/2012Που πάει να πει: παρατείνεται η λίγη ανάσα της προηγουμένης Κυριακής, εις βάρος έστω της β΄ αλλοπρόσαλλης προεκλογικής επικαιρότητας, που τη διαφημίζουν οι σύριζες προβλέψεις με το λαοπρόβλητο δέλεαρ: ευρωπαίοι και ευρώ στο τζάμπα. Προκαλώντας σε όσους αγανακτούν επίμονες αγρυπνίες, που ευνοούν ωστόσο το μεσονύχτιο διάβασμα, φτάνει να πέσει στο χέρι το σωστό βιβλίο. Στην περίπτωσή μου αυτό συνέβη με τα δέκα διηγήματα του Δημήτρη Νόλλα, μαζεμένα σε ογδόντα τρεις σελίδες ενός βιβλιαρίου. Επιγράφεται Στον τόπο, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ, και διαβάστηκε μέσα σε μια νύχτα μονορούφι δυο φορές - αυτή είναι η τρίτη και ζόρικη, προορισμένη να καταλήξει σε γραμμένο κείμενο.Η δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι εδώ προέχει η αίσθηση της γεύσης και της αφής, χωνεμένη σ' ένα είδος «φυσικού» λόγου, που δεν ανέχεται τη δευτερολογία, όταν μάλιστα επιχειρεί την αναπαραγωγή της αφηγηματικής υπόθεσης. Θα προσπαθήσω, όσο γίνεται, να αποφύγω τον πρόχειρο αυτόν πειρασμό, μιλώντας με «Τα λόγια του αέρα», όπως το κάνουν οι επώνυμοι και ανώνυμοι επιβάτες στο παλιομοδίτικο τρένο του δεύτερου, ομώνυμου διηγήματος.Τον Δημήτρη Νόλλα τον γνώρισα το 1974 με την πρώτη νουβέλα του που έφερε τον ευτράπελο τίτλο Νεράιδα της Αθηνάς. Από τότε συμπάθησα πολύ τον ίδιο και τη γραφή του, η οποία στο μεταξύ, ποιοτικά και ποσοτικά, φτούρησε. Αν μετρώ καλά, η συνολική σοδειά βγάζει μέχρι στιγμής δεκαεπτά ελληνόφωνα βιβλία, στα οποία προστίθενται και δύο ξενόγλωσσες μεταφραστικές επιδόσεις. Η πρώτη και πιο στιβαρή κατηγορία μοιράζεται σε τρεις νουβέλες, έξι σειρές διηγημάτων, τέσσερα μυθιστορήματα, και δύο έντιτλα κείμενα ειδολογικώς αχαρακτήριστα.Η αριθμητική υπεροχή των διηγημάτων δεν πρέπει να θεωρηθεί συμπτωματική: έχω την αίσθηση ότι σ' αυτόν τον χώρο διαπρέπει άνετα ο Νόλλας και αποδείχνεται πραγματικός μαέστρος. Χωρίς τούτο να σημαίνει ότι υπολείπεται στις νουβέλες - κάποια εξάλλου μακροσκελέστερα διηγήματα δικαιολογούν τον τίτλο της νουβέλας. Τα μυθιστορήματα ωστόσο είναι, πιστεύω, η κρυφή αδυναμία του Νόλλα, με την καλή έννοια της λέξης: εμφανίστηκαν κάπως αργά (1992) με τον Τύμβο κοντά στη θάλασσα (κέρδισε δίκαια το πρώτο κρατικό βραβείο της χρονιάς), ενώ το τέταρτο και τελευταίο μέχρι στιγμής δείγμα της σειράς, με τον τίτλο Ο καιρός του καθενός, μαρτυρεί νέα και τολμηρά ανοίγματα μορφής και μυθοπλασίας, φιλοξενώντας στο πλαίσιο της αφήγησης και στοιχεία λανθάνουσας ποίησης, χωρίς να ποιητικίζει.Επανέρχομαι τώρα Στον τόπο, έχοντας θητεύσει, ως έμπρακτος αναγνώστης του Νόλλα, στα περισσότερα πεζογραφικά του πονήματα, και επιλέγοντας ότι στην περίπτωσή του αναγνωρίζεται, κατά τη γνώμη μου, ο αρτιότερος πεζογράφος της γενιάς του. Προηγούνται δύο προκριματικές παρατηρήσεις.Η πρώτη εντοπίζεται στους τίτλους των δέκα διηγημάτων, που αν προστεθούν συνθέτουν ένα παράξενο ποίημα. Διάθεση που επικυρώνεται και στα παραθέματα που προβάλλονται σε τρία διηγήματα. Στο πρώτο: Μωρέ παιδιά καημένα παιδιά, παιδιά ξενιτεμένα. Στο τρίτο: τοις αγαπωμένοις. Στο δέκατο, μια εκ βαθέων απόφανση του Αργύρη Χιόνη σε δύο προτάσεις, από τις οποίες αντιγράφεται εδώ η πρώτη: Είναι ωραίο πράγμα ο άνθρωπος, το πιο ωραίο, ίσως, αντικείμενο, κυρίως όταν μένει ακίνητος και σιωπηλός σε μια γωνιά του δωματίου ή του τοπίου, λησμονημένος και σχεδόν αόρατος. Κάπως έτσι λανθάνει και ο αφηγητής Νόλλας, πίσω από την αυλαία των δέκα διηγημάτων, αποφεύγοντας ολοσχερώς την αντωνυμική προβολή του.Επί της ουσίας τώρα: προτείνω συγκριτική ανάγνωση του πρώτου και του τελευταίου διηγήματος της συλλογής (το πρώτο επονομάζεται «Μωρό στην αιώρα», το τελευταίο «Στον τόπο»), για να φανούν οι παραπληρωματικές τους αναλογίες. Στο τέλος του πρώτου πραγματοποιείται αυθαίρετα η σωτήρια απαγωγή ενός, έκθετου στην ουσία, μωρού. Το δεύτερο σφραγίζεται με τον Σήφη να σωριάζεται καταγής από το τσακισμένο παγκάκι του μένοντας στον τόπο. Οπως κι εκείνος ο ανώνυμος σύντροφός του στη μάχη της Κορυτσάς, ο οποίος, εναλλάσσοντας θέση μαζί του έξω από το αμπρί για μεγαλύτερη ασφάλεια, δέχεται κατακούτελα μια σφαίρα στο κεφάλι και μένει στον τόπο. Σώζοντας άθελά του τον Σήφη, που επιμένει εφεξής στη ζωή του αμετακίνητος.Δεύτερη αναλογία: στο πρώτο διήγημα το δίδυμο Ρολάντο (κοινώς: Ρούλης) και Αναστάσης μένουν, «ζώντας και μισοζώντας», στην αφιλόξενη Αθήνα ως μετανάστες: εξωτερικός ο ένας, εσωτερικός ο άλλος. Στο τελευταίο διήγημα (τέλη της δεκαετίας του '50) ο υπάλληλος αρμόδιας υπηρεσίας Αλλογιάννης προσπαθεί να πείσει τον Σήφη να κάνει αίτηση για μετανάστευση στη Γερμανία, εκείνος όμως παραμένει αμετάπειστος και αμετακίνητος.Αυτά για πρώτη γεύση και επαφή με τα δέκα διηγήματα του Δημήτρη Νόλλα, που τη φορά αυτή αριστεύουν.Περισσότερα