Νέα
Λίστα Νέων, Κατηγορίες Νέων, Εκδηλώσεις
-
Συνεντεύξεις
Ο Μανουέλ Βίλας και το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα | Συνέντευξη στο «The Books’ Journal»
Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Manuel Vilas στη Μαρίλια Παπαθανασίου για την εφημερίδα The Books’ Journal, με αφορμή το βιβλίο του Ορδέσα, που κυκλοφόρησε σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη.Ο ισπανός συγγραφέας Μανουέλ Βίλας δίνει φωνή στους χαμένους αγαπημένους του - στους γονείς τους και σε πολλούς ακόμα που συνάντησε στη ζωή του και τον επηρέασαν. Στην Ισπανία, το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα δεν είναι συνηθισμένο λογοτεχνικό είδος — και όποιος το επιχειρεί σπάει ένα λογοτεχνικό ταμπού. Αλλά για τον Μανουέλ Βίλας, που παραιτήθηκε στα 50 από την εκπαίδευση για να έχει χρόνο για γράψιμο, τίποτα στη συγγραφή δεν είναι ταμπού. Ο συγγραφέας, όπως έδειξε το παράδειγμα του Θερβάντες, οφείλει να ανοίγει δρόμους μέσω της λογοτεχνικής συγκίνησης. Μιλήσαμε μαζί του.O ισπανός συγγραφέας Μανουέλ Βίλας (γενν. 1962) γράφει εδώ και τρεις δεκαετίες. Μυθιστορήματα, ποίηση, δοκίμια. Η Ορδέσα, όμως, το βιβλίο του που κυκλοφόρησε το 2018 και μεταφράστηκε πρόσφατα στα ελληνικά από τον Αχιλλέα Κυριακίδη για τις εκδόσεις Ίκαρος, εξελίχθηκε σε εκδοτικό φαινόμενο, καθιστώντας τον δημιουργό της έναν από τους πλέον δημοφιλείς ισπανόφωνους συγγραφείς. Το βιβλίο που ακολούθησε, με τον τίτλο Alegría (Χαρά), έχρισε τον Βίλας φιναλίστ του σημαντικού ισπανικού λογοτεχνικού βραβείου Planeta για το 2019 διευρύνοντας το αναγνωστικό του κοινό.Στην τηλεφωνική συνέντευξη που μας παραχώρησε εν μέσω πανδημίας από τη Μαδρίτη, ο Μανουέλ Βίλας μίλησε για το βιβλίο του -ένα από τα καλύτερα, κατά τη γνώμη μας, δείγματα ξένης λογοτεχνίας που κυκλοφόρησαν πρόσφατα στην Ελλάδα- αλλά και για τις αμερικανικές εκλογές, το ροκ εν ρολ, την ισπανική πολιτική, τον καπιταλισμό, καθώς και για την αγάπη του στα αρχαία ελληνικά τα οποία μελέτησε στο Πανεπιστήμιο, στο πλαίσιο των σπουδών φιλολογίας. «Μετέφρασα Όμηρο και μου άρεσε πολύ, δεν ήταν εξάλλου τόσο δύσκολος όσο ο Θουκυδίδης», λέει. Ο Βίλας θεωρεί τον εαυτό του τυχερό γιατί, χάρη σε έναν καθηγητή του, μέγα λάτρη της Ελλάδας, κατάφερε, κατά την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο, να γνωρίζει καλύτερα αρχαία ελληνικά από ό,τι λατινικά. Ο συγγραφέας της Ορδέσα δεν έχει ποτέ επισκεφθεί την Ελλάδα. Ευελπιστούμε ότι θα έχουμε την ευκαιρία να τον συναντήσουμε σύντομα και διά ζώσης.Η «Ορδέσα» δεν είναι ένα μυθιστόρημα με τις κλασικές προδιαγραφές του είδους. Τι σας παρακίνησε να γράψετε έτσι;Άρχισα να γράφω το βιβλίο μετά το θάνατο της μητέρας μου, τον Μάιο του 2014. Η περίοδος εκείνη συνέπεσε με το διαζύγιο μου και αισθάνθηκα ότι και οι δύο οικογένειες, των γονιών μου, στην οποία ήμουν ο γιος, και εκείνη που δημιούργησα ως πατέρας, διαλύονταν. Ο δικός μου πατέρας είχε πεθάνει από το 2005, όσο όμως ζούσε η μητέρα μου ο θάνατος του ήταν σαν να είχε τεθεί κάπως στο περιθώριο. Όταν πέθανε η μητέρα μου ένιωσα ότι ξαναπέθανε ο πατέρας μου. Συνειδητοποίησα επίσης ότι και όλοι οι συγγενείς των γονιών μου είχαν πεθάνει. Άρχισα λοιπόν, λίγο όπως ο Προυστ στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, να ανασύρω και να γράφω τις αναμνήσεις μου απ' αυτούς, για να τους σώσω από τη λήθη.Στο βιβλίο οι γονείς σας παρουσιάζονται ως μια ενιαία οντότητα. Έχουν ασφαλώς ο καθένας το χαρακτήρα του, όμως δεν κάνετε διακρίσεις ανάμεσα στον πατέρα και τη μητέρα σας.Αν μπορώ να πω ότι κάτι μου αρέσει στο βιβλίο είναι αυτό ακριβώς: ότι η πατρότητα δεν διαφέρει από τη μητρότητα. Κάθε γονιός έχει τα χαρακτηριστικά του, το ταμπεραμέντο του, όμως για το γιο τους, τον αφηγητή της ιστορίας [σημ.: τον ίδιο το συγγραφέα], είναι εξίσου σημαντικοί, τους αγαπά εξίσου και τους δύο. Και οι δύο μεταμορφώνονται σε δύο όντα, σε δύο αγγέλους που προστατεύουν το παιδί τους, αυτό αισθάνθηκα μετά το θάνατο τους. Το νέο στοιχείο, νομίζω, του μυθιστορήματος, σε σχέση με άλλα βιβλία που πραγματεύονται τις σχέσεις γονιών και παιδιών, είναι ότι εδώ ο γιος εκφράζει τις ευχαριστίες του προς τους γονείς. Έχουν γραφτεί πολλά βιβλία στα οποία οι γιοι ξεκαθαρίζουν τους λογαριασμούς με τους γονείς τους ή τους ασκούν κριτική. Στο βιβλίο μου προσπάθησα να καταλάβω ποιοι ήταν οι γονείς μου: όχι επειδή ήταν ιδιαιτέρως σημαντικοί, αλλά επειδή θα ήθελα ο αναγνώστης να αναζητήσει και εκείνος τους δικούς του γονείς, να σκεφτεί το δικό του οικογενειακό παρελθόν. Αυτό ήταν που με ενδιέφερε πρωτίστως από λογοτεχνικής πλευράς και νομίζω ότι τα κατάφερα: στις λέσχες ανάγνωσης όπου παρουσιάζεται η Ορδέσα οι αναγνώστες δεν με ρωτούν για τους δικούς μου γονείς αλλά μου μιλούν για τους δικούς τους - αυτό με χαροποιεί ιδιαίτερα.Στο βιβλίο είστε επικριτικός απέναντι στο θεσμό του γάμου, όχι όμως και στο θεσμό της οικογένειας. Γιατί;Με τον όρο οικογένεια εννοώ τις σχέσεις μεταξύ γονιών και παιδιών. Ο γάμος βασίζεται στην ερωτική σχέση η οποία μπορεί να μεταβληθεί, να διακοπεί. Αντιθέτως, οι βιολογικοί δεσμοί ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά δεν τελειώνουν, δεν σταματούν ποτέ, ούτε με το θάνατο, είναι δεσμοί πρωτόγονοι, αταβιστικοί. Η ιδιότητα του πατέρα και της μητέρας δεν έχει συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα. Η ιδιότητα του συζύγου μπορεί να μη διαρκέσει, μπορεί να πάψει να υφίσταται. Όχι ότι δεν υπάρχουν γάμοι που διαρκούν αλλά είναι όλο και λιγότεροι. Οι γονείς συνήθως αγαπούν τα παιδιά τους με μια αγάπη άνευ όρων, ενώ το αντίστροφο μπορεί να μη συμβαίνει, τα παιδιά δεν αγαπούν τους γονείς τους με αυτόν τον τρόπο. Οι γονείς θα έδιναν και τη ζωή τους για τα παιδιά τους, εκείνα όμως δεν θα έκαναν το ίδιο για τους γονείς τους. Αυτή η άνευ όρων και ορίων αγάπη των γονιών προς τα παιδιά με συγκινεί, τη θεωρώ καταπληκτική όσο και μυστηριώδη. Και με την Ορδέσα θέλησα να την εξερευνήσω.Ως γιος, δεν αισθανθήκατε ενοχή απέναντι στους δικούς σας γονείς;Ναι, όταν χάνεις τους γονείς σου αισθάνεσαι ένα είδος ενοχής, γιατί δεν μπορείς να τους ακολουθήσεις, δεν μπορείς να πας εκεί όπου πήγαν εκείνοι. Δεν μπορείς να πεθάνεις μαζί τους. Και νιώθεις ότι, κατά κάποιον τρόπο, τους εγκαταλείπεις. Ο θάνατος τους είναι κάτι που δεν μπορείς να μοιραστείς μαζί τους.Στην «Ορδέσα» αφηγείστε πράγματα πολύ προσωπικά. Έχετε την εντύπωση ότι με αυτό το είδος αφήγησης καταρρίπτετε ένα ταμπού, συμφωνά με το οποίο, στην ισπανική λογοτεχνία, δεν συνηθίζεται ο συγγραφέας να αναφέρεται σε τόσο προσωπικές πτυχές της ζωής του;Είναι γεγονός ότι έως πρόσφατα στην Ισπανία είχαν γραφτεί πολύ λίγα βιβλία σε αυτό το ύφος - πλέον έχουν αρχίσει και γράφονται περισσότερα. Νομίζω ότι ισχύει αυτό που λέτε. Πρόκειται για ένα είδος ταμπού που έχει σχέση με τον καθολικισμό ο οποίος φοβάται την ιδιωτική, την προσωπική ζωή. Ήταν μια νοοτροπία ιδιαίτερα έντονη την περίοδο του φρανκισμού. Με την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ισπανία [σημ.: μετά το θάνατο του Φράνκο το 1975], με τις δημοκρατικές ελευθερίες, έγινε μια στροφή. Υπάρχουν πλέον αρκετοί συγγραφείς που ερευνούν το ζήτημα της σχέσης γονιών και παιδιών γράφοντας αυτοβιογραφικά βιβλία, όπως, για παράδειγμα, ο Μάρκος Χιράλτ με το Tiempo de vida (Χρόνος της ζωής) ή ο Λουίς Λαντέρο με το Un balcon en invierno (Ένα μπαλκόνι τον χειμώνα).Ορισμένοι κριτικοί υποστηρίζουν ότι δεν μπορεί να υπάρξει αυτοβιογραφική λογοτεχνία, ότι λογοτεχνία χωρίς φαντασία και επινόηση δεν είναι λογοτεχνία. Ποια είναι η γνώμη σας;Αυτοί που υποστηρίζουν ανάλογες απόψεις είναι, νομίζω, άνθρωποι αντιδραστικοί, μου θυμίζουν αστυνομικούς επιθεωρητές. Η λογοτεχνία είναι ένας χώρος μεγάλης ελευθερίας, ίσως και απόλυτης ελευθερίας. Όταν ο Θερβάντες έγραψε τον Δον Κιχώτη αναρωτιούνταν σε ποιο λογοτεχνικό είδος να τον εντάξουν. Ως τότε δεν υπήρχε μυθιστόρημα. Ο Θερβάντες έγραψε αυτό που ήθελε να γράψει: αυτή είναι η γοητεία της λογοτεχνίας, ότι μπορείς να γράψεις αυτό που θέλεις. Η λογοτεχνία υπάρχει από τη στιγμή που συγκινεί τους αναγνώστες, αυτός είναι ο σκοπός της και όχι να τηρεί συγκεκριμένους λογοτεχνικούς κανόνες. Η λογοτεχνία είναι η συνενοχή του αναγνώστη με τον συγγραφέα. Οι συγγραφείς είναι το 50% της λογοτεχνίας, το άλλο 50% είναι οι αναγνώστες. Και οι αναγνώστες αγαπούν ένα βιβλίο που έχει κάτι να τους πει, που τους ανοίγει μια πόρτα προς μια διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων. Αν αυτός ο σκοπός επιτυγχάνεται με ένα μυθιστόρημα ή με μια αυτοβιογραφία, ελάχιστα ενδιαφέρει τον αναγνώστη.Η «Ορδέσα» είναι ένα «ανοιχτό» μυθιστόρημα. Είναι γραμμένο κατά τρόπον ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να επιστρέφει σε αυτό χωρίς να ακολουθεί την αριθμητική σειρά των σελίδων (flash backs, παρεμβολές σκέψεων του αφηγητή, πεποιθήσεις που εκφράζονται με τη μορφή αφορισμών κ.λπ.). Είναι εσκεμμένο εκ μέρους σας;Ναι, ήθελα το βιβλίο να μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους από τον αναγνώστη.Και παρότι είναι ένα βιβλίο που μιλάει πολύ για το θάνατο, τελειώνοντας το ο αναγνώστης έχει μια αίσθηση αισιοδοξίας. Το επιδιώξατε;Ναι, γιατί ήθελα να μεταδώσω στον αναγνώστη το συναίσθημα της αγάπης ενός γιου προς τους γονείς του, ένα από τα ωραιότερα κομμάτια της ανθρώπινης ύπαρξης. Η «Ορδέσα», μια εντυπωσιακή κοιλάδα στα Πυρηναία, στα σύνορα της Ισπανίας με τη Γαλλία, δεν είναι γνωστή ως τοποθεσία, τουλάχιστον στο ελληνικό κοινό. Γιατί την επιλέξατε ως τίτλο του βιβλίου;Γιατί ήταν ένα μέρος που αγαπούσε πολύ ο πατέρας μου. Πηγαίναμε εκεί τις Κυριακές του καλοκαιριού, καθώς στο χωριό μου, στο Μπαρμπάστρο της Αραγωνίας, έκανε πάρα πολλή ζέστη - ενώ στα βουνά είχε δροσιά, είχε δέντρα, ποτάμια. Έβλεπες ακόμη και χιόνι στις βουνοκορφές. Η Ορδέσα έχει, ευτυχώς, ανακηρυχθεί εθνικό πάρκο, προστατεύεται, κανείς δεν μπορεί να παρέμβει για να αλλάξει κάτι εκεί. Το τοπίο σήμερα είναι ίδιο με αυτό που έβλεπα εγώ στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Είναι πολύ ωραία η ιδέα ότι αυτό το τοπίο, αυτή η τοποθεσία παραμένει ανέγγιχτη, ότι είναι η ίδια που αντίκριζε ο πατέρας μου όταν ήταν νέος, η ίδια που έβλεπα εγώ όταν ήμουν μαζί του και παραμένει η ίδια που έδειξα και εγώ στα παιδιά μου.Στο μυθιστόρημα αναφέρεστε στην κοινωνική καταγωγή σας και σε μια Ισπανία που άλλαζε και η οποία πλέον δεν υπάρχει. Ως παιδί, αντιλαμβανόσαστε αυτές τις αλλαγές;Καταλάβαινα ότι ανήκα σε μια μεσαία τάξη που προόδευε τη δεκαετία του 1960, μέχρι το 1973-75- Ο πατέρας μου αγόρασε αυτοκίνητο, το χρειαζόταν για τη δουλειά του, ήταν πλανόδιος έμπορος. Αγοράσαμε πλυντήριο ρούχων, τηλεόραση. Αρχίσαμε να πηγαίνουμε διακοπές στη θάλασσα. Αυτή ήταν η ζωή της μεσαίας τάξης στην Ισπανία, η περιώνυμη «ανάπτυξη της δεκαετίας του 1960». Άρχισαν να έρχονται τουρίστες, η χώρα ανοιγόταν στον κόσμο και η οικονομία της αναπτυσσόταν. Η περίοδος αυτή συνέπεσε με τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας του Φράνκο. Μετά την παγκόσμια πετρελαϊκή κρίση του 1973, και κυρίως μετά το 1975, η μεσαία τάξη περιορίστηκε. Οι δουλειές του πατέρα μου άρχισαν να μην πηγαίνουν καλά. Ήταν έμπορος, πουλούσε υφάσματα σε ράφτες για τους πελάτες τους που ήθελαν να ράψουν κοστούμια στα μέτρα τους. Μετά το 1975, όμως οι άνθρωποι προτιμούσαν πια να αγοράσουν ένα έτοιμο κοστούμι, αντί να το ράψουν, οπότε η δουλειά του πατέρα μου ήταν καταδικασμένη.Σε αυτή την Ισπανία που άλλαζε, κατέφθασε, μεταξύ άλλων, και το ροκ εν ρολ. Είναι αλήθεια ότι θεωρείτε σπουδαίο το ρόλο του ροκ εν ρολ;Το ροκ εν ρολ με βοήθησε να καταλάβω ότι ζούσα σε μια χώρα που ήταν οπισθοδρομική. Άκουγα τα βρετανικά και τα αμερικανικά ροκ συγκροτήματα που έφερναν έναν νέο άνεμο, χάζευα τα εξώφυλλα των δίσκων τους και αναρωτιόμουν «τι είναι αυτό!». Στο χωριό μου κανείς δεν ντυνόταν όπως οι ρόκερ. Καταλάβαινα ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι ανήκαν σε έναν κόσμο πιο προηγμένο, με περισσότερες ελευθερίες, έναν κόσμο στον οποίο ήθελα να ζω. Αργότερα, τη δεκαετία του 1980, έκανε την εμφάνισή της και η ισπανική ποπ. Ήταν πια η περίοδος που η Ισπανία, μέσα σε δέκα μόλις χρόνια, μεταμορφώθηκε σαν από θαύμα σε μια άλλη χώρα.Στον πάνθεον του ροκ ξεχωρίζει για σας ο Λου Ρηντ. Το 2016 κυκλοφορήσατε ένα βιβλίο με τίτλο «Ο Λου Ρηντ ήταν Ισπανός». Από πού προέρχεται η αγάπη σας για τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη;Το 1975 ήμουν 12 χρονών, όταν έπεσε στα χέρια μου ο δίσκος του Λου Ρηντ, Rock and Roll Animal. Δεν έμοιαζε με τίποτε από ό,τι είχα ακούσει ώς τότε, ούτε με τους Beatles ούτε με τους Rolling Stones. Με γοήτευσε πολύ η φωνή και η μουσική του. Ο Λου Ρηντ ερχόταν συχνά στην Ισπανία, τον έχω δει πολλές φορές σε συναυλίες και, κάθε φορά που τον έβλεπα, καταλάβαινα ότι γερνούσε. Όμως γερνούσε καλά. Με ενδιαφέρουν πολύ οι άνθρωποι που έχουν τη σοφία να γερνούν καλά. Και ο Λου Ρηντ την είχε. Το βιβλίο που έγραψα αφορά το θάνατο του [το 2013], το πώς ένας ήρωας του ροκ εν ρολ πεθαίνει ενώ τον νομίζουμε αθάνατο. Είναι αυτός ο ρομαντισμός του ροκ εν ρολ που θέλει τους ήρωές του αθάνατους - ένας ρομαντισμός που διαψεύδεται. Με το θάνατο αυτών των ηρώων πεθαίνει και ένα κομμάτι της νεότητάς μας. Αυτό αισθάνθηκα όταν πέθανε ο Λου Ρηντ.Ο Λου Ρηντ ήταν Αμερικανός. Σας ενδιαφέρει η αμερικανική ποπ κουλτούρα;Ναι, γιατί στοχεύει στην καρδιά των ανθρώπων, είναι μια κουλτούρα ζωντανή. Δεν κάνω διάκριση ανάμεσα στην ποπ κουλτούρα και την υψηλή κουλτούρα, δεν βρίσκω ότι υπάρχουν τέτοιου είδους αποστάσεις στον πολιτισμό: για μένα η μουσική του Πρίσλεϋ και τα γραπτά του Φρόυντ, τα τραγούδια του Ντύλαν και η ποίηση του Σαίξπηρ είναι ισότιμες πολιτιστικές εκφάνσεις. Η διάκριση μεταξύ λαϊκού και υψηλού πολιτισμού κόστισε στην Ισπανία, γιατί οι υπερασπιστές της συγκροτούσαν δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Ευτυχώς, αυτού του τύπου οι αντιλήψεις έχουν αλλάξει.Είχατε την ευκαιρία να έρθετε σε άμεση επαφή με την αμερικανική ποπ κουλτούρα καθώς, σχετικά πρόσφατα, μέχρι το 2018, ζήσατε για τέσσερα χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πώς ήταν η εμπειρία σας;Έζησα σας ΗΠΑ αλλά όχι στη Νέα Υόρκη, αυτή που γνωρίζουμε από τις ταινίες, η οποία ψηφίζει μαζικά Δημοκρατικούς. Έζησα στην Αϊόβα, στις μεσοδυτικές πολιτείες, στη βαθιά Αμερική, αυτή που ενίοτε ψηφίζει Δημοκρατικούς αλλά φέτος ψήφισε υπέρ του Ντόναλντ Τραμπ.Η νίκη του Δημοκρατικού Τζο Μπάιντεν στις φετινές προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ σας εμπνέει αισιοδοξία;Αισιοδοξία και την ελπίδα ότι οι άνθρωποι μπορεί να ανακτήσουν την πίστη τους στην πολιτική. Η θητεία του Τραμπ υπήρξε ένα συνεχές αδιέξοδο, ο Τραμπ οδηγούσε τις ΗΠΑ στην άβυσσο συμπαρασύροντας όλη την υφήλιο. Έχω βεβαίως ορισμένες επιφυλάξεις για το τι μπορεί να σκαρφιστεί ο Τραμπ μέχρι την αποχώρηση του [στις 20 Ιανουαρίου 2021]. Το σημαντικό πάντως είναι να φύγει. Και πιστέψτε με, τέσσερις μήνες μετά την απομάκρυνσή του από την προεδρία των ΗΠΑ, κανείς δεν θα θυμάται τις ανοησίες που έλεγε ότι του έκλεψαν την εκλογή, ότι έγινε νοθεία. Μην ξεχνάμε ωστόσο ότι ο Μπάιντεν είναι μεν Δημοκρατικός αλλά είναι ένας συντηρητικός πολιτικός, ένας μετριοπαθής συντηρητικός και σε καμία περίπτωση «σοσιαλιστής», όπως τον αποκαλούσε ο Τραμπ. Η νέα αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, η Κάμαλα Χάρις, είναι ίσως εκείνη που μπορεί να επιφέρει ανανέωση στην αμερικανική πολιτική, δεδομένου ότι δεν είναι συντηρητική όπως ο Μπάιντεν, είναι έως και κεντροαριστερή, πάντα βεβαίως με αμερικανικούς όρους. Γιατί δεν μπορούμε να αναζητήσουμε παραλληλισμούς μεταξύ της αμερικανικής πολιτικής και της πολιτικής όπως τη γνωρίζουμε στην Ευρώπη. Η αμερικανική οικονομία της αγοράς, ο σκληρός αμερικανικός καπιταλισμός δεν μπορεί να συγκριθεί με τον ευρωπαϊκό. Δεν είστε πάντως εναντίον του καπιταλισμού. Σε παλαιότερη συνέντευξή σας είχατε πει μια φράση που τη συγκράτησα, ότι «ο σκοπός της δημοκρατίας είναι η πολυτέλεια».Εννοούσα ότι η πολιτική πρέπει να επιδιώκει να φέρει ευμάρεια σε όλους, στην μεσαία τάξη. Δεν υπάρχουν άλλες εναλλακτικές επιλογές πλην του καπιταλισμού. Αυτό που χρειάζεται είναι η εκάστοτε κυβέρνηση, είτε κεντροδεξιά είτε κεντροαριστερή, να προσπαθήσει, στο πλαίσιο του καπιταλισμού, να ασκήσει πολιτική που να έχει αποτέλεσμα τη βελτίωση της ζωής της μεσαίας τάξης. Μάλιστα, μερικές φορές η Αριστερά δεν το αντιλαμβάνεται αυτό. Η σημερινή ισπανική Αριστερά, για παράδειγμα, ενδιαφέρεται περισσότερο να πείσει τους πολίτες ότι αυτή «είναι η καλή» και λιγότερο να εστιάσει στην ανάπτυξη της χώρας. Δεν μπορεί η Αριστερά να θεωρεί έγκλημα τον πλούτο. Αν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, τότε πλήττει ευθέως τη μεσαία τάξη. Δεν γίνεται να υποχρεώνεις τους πολίτες να δουλεύουν περισσότερο και να τρώνε λιγότερο, ούτε να έχουν χαμηλότερους μισθούς. Δεν αντιλαμβάνομαι γιατί οι πολίτες της μεσαίας τάξης δεν πρέπει να έχουν πρόσβαση στην πολυτέλεια, με την έννοια και της ομορφιάς: να μπορούν να ταξιδεύουν, να αγοράζουν ωραία ρούχα, παπούτσια, αρώματα. Υπάρχει εδώ ένα λεπτό ζήτημα: η Αριστερά δεν καταβάλλει προσπάθεια να αντιληφθεί πώς έχουν τα πράγματα, περιορίζεται μονάχα να λέει ότι οι δικοί της πολιτικοί, οι δικοί της άνθρωποι είναι καλύτεροι και ότι οι δεξιοί είναι οι κακοί — πρόκειται για αντίληψη της πολιτικής με θεολογικούς όρους. Η ισπανική πολιτική έχει σήμερα εξελιχθεί σε έναν ασταμάτητο καβγά μεταξύ της Δεξιάς και της Αριστεράς. Ο μέσος πολίτης όμως δεν ενδιαφέρεται για αυτό τον καβγά, ζητάει από τους πολιτικούς να δώσουν λύσεις στα προβλήματα που αντιμετωπίζει, να τον βοηθήσουν να βελτιώσει τη ζωή του.Ο καβγάς αυτός συνεχίζεται και εν μέσω πανδημίας;Δυστυχώς, γιατί τα πάντα έχουν πολιτικοποιηθεί και έχουν εγκαταλειφθεί οι ιδέες της προόδου, του εκσυγχρονισμού, της παραγωγής πλούτου. Κάποια στιγμή, ανέφερα στο twitter ότι με τους σημερινούς μισθούς στην Ισπανία, με έναν μισθό της τάξης των 1.000 ευρώ, ένας πολίτης έχει τη δυνατότητα να αγοράσει ελάχιστα βιβλία. Δέχτηκα καταιγισμό επικριτικών απαντήσεων. «Γι' αυτό υπάρχουν οι δημόσιες βιβλιοθήκες», μου έγραψαν πολλοί. Αυτό όμως που ήθελα να πω είναι ότι, με αυτούς τους μισθούς, οι πολίτες δεν μπορούν να ξοδεύουν χρήματα ούτε για βιβλία ούτε για άλλα πολιτιστικά αγαθά. Οι επικριτές μου δεν κατάλαβαν τίποτε: οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα να αγοράζουν βιβλία, έχουν δικαίωμα να τα έχουν στο σπίτι τους, να δημιουργούν τις δικές τους βιβλιοθήκες. Αν έχουν τη δυνατότητα μόνο να δανείζονται βιβλία από τις δημόσιες βιβλιοθήκες, τότε οι εκδοτικοί οίκοι θα καταρρεύσουν! Είναι παράλογο, είναι αντίληψη σταλινική. Υπάρχει επίσης το ζήτημα της τιμής των βιβλίων. Τα βιβλία κοστίζουν, είναι ακριβά.Η υψηλή τιμή του βιβλίου τι αντίκτυπο έχει;Στην Ισπανία το ποσοστό των ανθρώπων που διαβάζουν είναι από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη. Σε χώρες που βιώνουν οικονομική κρίση πάντα το ποσοστό των πολιτών που διαβάζουν θα παραμένει χαμηλό. Το υψηλότερο ποσοστό αναγνωστών στην Ευρώπη είναι της Γερμανίας, γιατί διαθέτει περισσότερα χρήματα. Σε μια χώρα που ευημερεί είναι λογικό οι πολίτες να έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση στα βιβλία και γενικά στον πολιτισμό. Εξυπακούεται βέβαια ότι η πνευματική καλλιέργεια μιας χώρας συνδέεται και με την ύπαρξη καλών πανεπιστημίων και καλής δευτεροβάθμιας δημόσιας εκπαίδευσης.Εργαστήκατε για περισσότερα από 20 χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση, διδάσκοντας ισπανική γλώσσα και λογοτεχνία. Πώς αποφασίσατε να την εγκαταλείψετε για να αφιερωθείτε αποκλειστικά στη συγγραφή; Δεν ήταν μεγάλο το ρίσκο;Ήταν τεράστιο το ρίσκο. Ήμουν 50 ετών και σκέφτηκα ότι, αν δεν επιχειρήσω τώρα να αφιερωθώ στο γράψιμο, δεν θα το επιχειρήσω ποτέ. Ασφαλώς και ήταν μια απόφαση παρακινδυνευμένη. Θα ήθελα όμως να πω στους αναγνώστες ότι αν θέλετε να κάνετε κάτι στη ζωή σας και δεν το κάνετε εξαιτίας της οικονομικής ανασφάλειας θα πεθάνετε χωρίς να το έχετε καν προσπαθήσει. Κατανοώ απολύτως τι σημαίνει να έχεις μισθό, να φοβάσαι μήπως περιέλθεις σε ένδεια, έζησα έτσι για πολλά χρόνια. Αν όμως φτάσεις τα 50 και έχεις ένα όνειρο στη ζωή αξίζει να το κυνηγήσεις. Αυτό θα ήθελα να πω στους αναγνώστες, να προσπαθήσουν να εκπληρώσουν τα όνειρά τους.Η πανδημία καθιστά ίσως μεγαλύτερη την ανάγκη να προσπαθήσει κανείς να εκπληρώσει τα όνειρά του;Η πανδημία ήταν και εξακολουθεί να είναι κάτι φρικτό, επιπλέον γιατί προκαλεί φόβο, φόβο για τα πάντα. Μας έκανε να αναθεωρήσουμε την άποψη μας για το σύστημα υγείας στην Ισπανία, το οποίο θεωρούσαμε πολύ καλό και αποδείχτηκε ότι δεν ήταν τόσο καλό. Σε σχέση με το πρώτο κύμα της πανδημίας την περασμένη άνοιξη, η κατάσταση στην Ισπανία είναι τώρα κάπως καλύτερη, αλλά η οικονομική κρίση που προκάλεσε η πανδημία είναι παρούσα: οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι έμποροι, οι εστιάτορες, οι ιδιοκτήτες μικρών εμπορικών επιχειρήσεων βλέπουν ότι οδεύουν προς την οικονομική καταστροφή. Το πρώτο μέλημα πάντως παραμένει να σωθούν ανθρώπινες ζωές. Είχαμε πάρα πολλούς νεκρούς από κορωνοϊό στην Ισπανία.Επιστρέφοντας στη λογοτεχνία, εκτός από τα μυθιστορήματα που έχετε γράψει, έχετε κυκλοφορήσει και εννέα ποιητικές συλλογές. Μια εξ αυτών τιτλοφορείται «Gran Vilas» (Ο Μεγάλος Βίλας, 2016) και μεταφράστηκε στα αγγλικά. Αναζητώντας ποίηση σας στο Διαδίκτυο, διάβασα ένα ποίημα σας για τον Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Τον συγκατελέγετε στις λογοτεχνικές σας επιρροές;Ο τίτλος της συλλογής είναι προφανώς ειρωνικός. Θέλησα να χρησιμοποιήσω το επώνυμο μου, ένα συνηθισμένο ισπανικό επώνυμο, και βάζοντας μπροστά απ' αυτό το «Μεγάλος» να του προσδώσω έναν δήθεν αριστοκρατικό χαρακτήρα. Ο τίτλος Ο Μεγάλος Βίλας πράγματι παραπέμπει στον Μεγάλο Γκάτσμπυ του Φιτζέραλντ, ένα μυθιστόρημα που μου αρέσει πολύ. Την περίοδο που έγραφα τα ποιήματα της συγκεκριμένης συλλογής αισθανόμουν επηρεασμένος από τον Φιτζέραλντ. Η επιρροή όμως αυτή δεν υφίσταται στην Ορδέσα.Στην «Ορδέσα» αναφέρεστε συχνά στο κίτρινο χρώμα. «Το κίτρινο χρώμα κατέκλυζε το όνομα Ορδέσα», γράφετε ήδη στις πρώτες σελίδες του βιβλίου. Τα εξώφυλλα, τόσο της ισπανικής όσο και της ελληνικής έκδοσης, είναι κίτρινα και υποκίτρινα αντιστοίχως. Γιατί η συγκεκριμένη επιλογή;Ήθελα το μυθιστόρημα να μπορεί να συνοψιστεί σε ένα χρώμα, γιατί τα χρώματα εκφράζουν μια ψυχική κατάσταση. Σκέφτηκα το κίτρινο επειδή είναι ένα χρώμα που συμβολίζει τη νοσταλγία, τη μνήμη, το παρελθόν. Το κίτρινο εκφράζει επίσης και την πλευρά του παραλόγου που όλοι κρύβουμε μέσα μας, ακόμη ίσως και την τρέλα, το κίτρινο ως ένα είδος αρχαιοελληνικής ύβρεως.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Ίρις Σαμαρτζή: Tα φαντασιακά της σύμπαντα, υποψήφια για το βραβείο ALMA | Συνέντευξη στο «Elculture»
Διαβάστε παρακάτω τη συνέντευξη που παραχώρησε η Ίρις Σαμαρτζή στην Πέπη Νικολοπούλου για το Elculture, με αφορμή την κυκλοφορία της Τάτα, του νέου της εικονογραφημένου βιβλίου.Εικονογράφος είναι το πρόσωπο που σχεδιάζει με χρώμα και γραμμές πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί για να αποτυπώσει μια ιστορία, διαβάζω σε ένα λεξικό και αναρωτιέμαι αν αυτό αρκεί για να κάνεις μια εισαγωγή σε ένα πρόσωπο όπως η Ίρις Σαμαρτζή, ένα πρόσωπο που έχει καταφέρει να ταυτίσει το όνομά του με μερικά από τα πιο δημιουργικά φαντασιακά σύμπαντα, έχοντας παρασύρει χιλιάδες μικρά μυαλουδάκια σε φανταστικά ταξίδια.Οι εικονογραφήσεις της, ακριβείς στη λεπτομέρεια, πλούσιες σε περιεχόμενο, ξεχωριστές στην αισθητική τους, της έχουν δώσει μια σημαντική θέση ανάμεσα στις καλύτερες εικονογράφους της Ελλάδας και πολλές διακρίσεις που εδώ και χρόνια έχουν περάσει τα σύνορά μας, κάνοντάς τη γνωστή στους παγκόσμιους εκλεκτούς κύκλους της παιδικής λογοτεχνίας. Επιγραμματικά αναφέρω τα: Διεθνές βραβείο ΙX Santiago de Compostela Award for picture books για το βιβλίο Una Ultima Carta (2016), Κρατικό Βραβείο παιδικού εικονογραφημένου βιβλίου για τα βιβλία Ο μαγικός κόσμος του Φεδερίκο (2016) και Οι καλοί κι οι κακοί πειρατές (2012), καθώς και βραβείο από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού βιβλίου για τα βιβλία Καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι… (2017), Το παλιόπαιδο (2015). Φέτος, το όνομά της συγκαταλέγεται ανάμεσα στους υποψήφιους για το βραβείο ALMA.Με αφορμή αυτή τη διάκριση αλλά και την πρόσφατη κυκλοφορία του πρώτου της βιβλίου, Τάτα;;, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος, μιλήσαμε μαζί της.Φέτος μια μεγάλη διάκριση για εσένα και τρεις ακόμα Έλληνες συγγραφείς με την υποψηφιότητα για το βραβείο «Νόμπελ» της παιδικής λογοτεχνίας ALMA. Τι αλήθεια σημαίνει για σένα αυτή η διάκριση; Σε προσωπικό και επαγγελματικό πεδίο.Σίγουρα είναι μεγάλη τιμή να είσαι ανάμεσα σε τέτοια ονόματα. Αλλά είναι κι ένα ταρακούνημα γιατί βγαίνεις από τα σύνορα της χώρας σου, της ασφάλειας και της θαλπωρής σου. Και οφείλεις να γίνεσαι καλύτερος, να εξελίσσεσαι διαρκώς και να σκέφτεσαι δυο και τρεις φορές πριν τραβήξεις μια γραμμή. Οπότε ναι, είναι χαρά αλλά είναι και τεράστια ευθύνη.Μίλησέ μου λίγο για την Τάτα. Ποια είναι η Τάτα και πως ξεκίνησε η ιστορία της στο μυαλό σου;Με την Τάτα;; αναπαράγω ουσιαστικά ένα παιχνίδι που είχα ξεκινήσει κάποια Χριστούγεννα πριν πολλά πολλά χρόνια, μαζί με τα ξαδέλφια μου. Μας είχε πιάσει μια τρέλα τότε και ονειρευόμασταν πως μέναμε όλοι μαζί στην πολυκατοικία τους- σε ΟΛΗ την πολυκατοικία. Και σχεδιάζαμε τα παιχνίδια που θα στέγαζε ο κάθε όροφος. Γονείς, τροφή, νερό άφαντοι από τον σχεδιασμό. Το βασικό ήταν τα παιχνίδια που θα είχαμε. Αυτή η ανάμνηση έγινε η Τάτα;;. Ξεκίνησα να δουλεύω την ιδέα μέσα στην πρώτη καραντίνα. Η πρωτόγνωρη κατάσταση που βιώναμε όλοι εκείνες τις μέρες (και δυστυχώς εξακολουθούμε να βιώνουμε ακόμα) με έκανε να σκεφτώ τι είναι τελικά σημαντικό στη ζωή. Όλα αυτά τα αγαθά που επιθυμούμε να αποκτήσουμε διακαώς, που ποτέ δεν μας φτάνουν και που συνεχώς θέλουμε κι άλλα, κι άλλα, δεν έχουν καμιά απολύτως σημασία αν δεν έχουμε τους δικούς μας ανθρώπους να τα μοιραστούμε. Οπότε θεωρώ πως η ψυχοσύνθεσή μου, εκείνης της περιόδου, έπαιξε ένα ρολο.Επιπλέον, πάντα με ιντριγκάρει το πώς αντιλαμβάνεται ένα παιδί τα αντικείμενα γύρω του, πώς τα ονοματίζει, ποιους ρόλους τους δίνει, ποιους κόσμους δημιουργεί στο μυαλό του. Αυτό το βιβλίο “φωτογραφίζει” ουσιαστικά αυτή τη διαδικασία. Παρακολουθεί βήμα βήμα, πώς ένα κοριτσάκι συνθέτει σιγά σιγά το παιχνίδι του, τοποθετώντας χαρτονάκια και ζωγραφίζοντας παράλληλα, πάνω σε ένα λευκό χαρτί. Σε κάθε σαλόνι του βιβλίου προστίθεται ένα νέο αντικείμενο, ένας νέος χώρος, μια νέα επιθυμία. Ώσπου στο τέλος…ε, δεν λέω τι θα γίνει στο τέλος.Είχα τη χαρά να σε δω σε κάποιες δημιουργικές σου στιγμές να κόβεις, να κολλάς και να σχεδιάζεις για τους μικρούς σου φίλους. Αλήθεια παρασύρεσαι, αποκόβεσαι από την πραγματικότητα σε αυτές τις στιγμές έμπνευσης;Απόλυτα. Γιατί όσο σωστά κι αν έχεις οργανώσει ένα “μάθημα”, τα παιδιά δίνουν τον ρυθμό. Εκείνα είναι που θα δώσουν μια καινούργια φρέσκια οπτική σε αυτό που εσύ έχεις οραματιστεί. Πρέπει λοιπόν να έχεις τα αυτιά ανοιχτά, τις κεραίες τεντωμένες για να ρουφήξεις όσο περισσότερο μπορείς από τις ιδέες τους και τη φαντασία τους κι όλα αυτά να τα μαγειρέψεις και να τα μετουσιώσεις σε τέχνη. Όταν τελειώνω ένα εργαστήρι κι αδειάζει η τάξη από παιδιά, πάντα μένω εκεί για λίγο να χαζεύω τις δημιουργίες τους. Αυτό το γεμάτο συναίσθημα, το μοίρασμα, δεν συγκρίνεται με καμιά προσωπική εργασία εικονογράφησης.Έχεις μεγάλη εμπειρία και με την εκπαιδευτική διαδικασία της μάθησης στα παιδιά. Ποιο είναι εκείνο πιστεύεις το στοιχείο που έλκει την προσοχή των παιδιών σε μία εικόνα; Αναφέρομαι στις μικρές ηλικίες 4-6 ετών.Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος κανόνας. Το κάθε παιδί κουβαλάει την αισθητική του σπιτιού του. Οπότε το θέμα είναι αρκετά υποκειμενικό. Έχω δει παιδιά να μαγεύονται από βιβλία υψηλής αισθητικής όπως Το Κοριτσάκι με τα σπίρτα της Pacovská κι έχω δει άλλα να μαγεύονται από βιβλία με στερεοτυπικές εικονογραφήσεις. Παρόλα αυτά νομίζω το χρώμα, η καθαρότητα των εικόνων, η σύνθεση, το στοιχείο της έκπληξης, οι εναλλαγές στο καδράρισμα, τα κοντινά ή μακρινά πλάνα, οι λεπτομέρειες, παίζουν όλα ρόλο στον τρόπο που κλειδώνει ένα παιδί πάνω σε μια εικόνα.Πώς δημιουργείται μια ιστορία στο μυαλό σου. Ξεκινάει πράγματι μια ιδέα όπως μας λένε τα βιβλία, από μια τελεία;Όχι, σε μένα δεν λειτουργεί έτσι. Η ιδέα έρχεται εκεί που δεν το περιμένω, σε άσχετες στιγμές. Μπορεί να σκουπίζω, να οδηγώ, να απλώνω ρούχα και να μου έρθει μια ιδέα. Όλες αυτές οι τριγύρω δραστηριότητες είναι πολύ σημαντικές για μένα, γιατί αποσυμφορίζεται το μυαλό μου και είναι πιο παραγωγικό. Επίσης όπως έχω ξαναπεί οι καλύτερες ιδέες μου έρχονται λίγο πριν ξυπνήσω. Όταν κάτι με δυσκολεύει σε μια εικονογράφηση, επιλέγω συνειδητά να το σκεφτώ στον ύπνο μου, όπου η σκέψη είναι πιο δημιουργική και ατίθαση.Υπάρχει ένα βιβλίο που κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά σου;Ένα βιβλίο που με γεμίζει ζεστασιά κάθε φορά που πέφτω πάνω του, είναι το Πιο όμορφο μέρος στον κόσμο από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος σε εικονογράφηση της Αγνής Κατζουράκη. Αλλά και τα Μούμιν, γιατί θυμάμαι που τα είχα δανειστεί τότε παλιά πολύ, απο τη σχολική βιβλιοθήκη, είχα αργήσει να τα επιστρέψω- γιατί πολύ απλά τα είχα ξεχάσει- κι όταν η βιβλιοθηκονόμος μου είπε να τα επιστρέψω την επομένη, κάτσαμε με τη μαμά μου όλη νύχτα στο κρεβάτι και τα διαβάζαμε παρέα. Ήταν τόσο ωραία περιπέτεια! Επίσης να αναφέρω ότι εξακολουθώ και διαβάζω λίγο Γουίνι πριν κοιμηθώ. Όλα τα όνειρα είναι πιο γλυκά- σαν μέλι- όταν διαβάζεις Γουίνι πριν κοιμηθείς.Μου έχει συμβεί πολλές φορές να διαβάσω ένα κείμενο στεγνό και αδιάφορο αλλά να το αγαπήσω για την εικονογράφησή του. Περισσότερο βέβαια σπάνια από ότι συμβαίνει το αντίθετο. Έχεις απορρίψει την ανάθεση της εικονογράφησης ενός βιβλίου γιατί πολύ απλά δεν σε μάγεψε;Πολλές φορές. Μετά από αρκετά βιβλία, γνωρίζω πλέον καλά ότι αν ένα κείμενο δεν με “πηγαίνει” πουθενά, δεν θα το “πάω” κι εγώ κάπου. Προτιμάω κείμενα που θα με δυσκολέψουν, που θα με κάνουν να δοκιμάσω κάτι καινούργιο, να πειραματιστώ και γιατί όχι να παίξω.Πώς κρίνεις το επίπεδο της εικονογράφησης παιδικών βιβλίων στην Ελλάδα;Νομίζω ότι έχουμε ιδιαίτερα ταλαντούχους εικονογράφους στην Ελλάδα. Υπάρχει ποικιλία στο βλέμμα, στο ύφος και στην τεχνική. Τα τελευταία χρόνια που έτυχε να είμαι μέλος της επιτροπής για τα Κρατικά Βραβεία και για τα βραβεία IBBY, ανακάλυψα και άλλους νέους αξιόλογους εικονογράφους με πολλές προοπτικές.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Manuel Vilas: «Και τον πόνο πρέπει να τον ζούμε με πάθος»
Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Manuel Vilas στον Γρηγόρη Μπέκο για την εφημερίδα Το Βήμα, με αφορμή το νέο του βιβλίο Ορδέσα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη.Αρκετοί λογοτέχνες γράφουν για τον εαυτό τους. Σημαντικοί ωστόσο είναι εκείνοι οι λογοτέχνες που, γράφοντας για τον εαυτό τους, καταφέρνουν να γράψουν και για τους άλλους, δηλαδή να καθρεφτίσουν συλλογικά, πανανθρώπινα, τη δική τους εμπειρία. Αυτό, λοιπόν, δεν είναι καθόλου εύκολο. Πολλοί αποτυγχάνουν. Οι αιτίες ποικίλλουν. Μία όμως από τις κυριότερες είναι η διαχείριση της κοινοτοπίας. Διότι αποδεικνύεται εξαιρετικά λεπτή η γραμμή που χωρίζει ένα κείμενο παντελώς αδιάφορο από κάποιο άλλο, όπως εν προκειμένω, βραδυφλεγώς σπαρακτικό. «Είμαστε κοινότοποι, κι όποιος δεν παραδέχεται την κοινοτοπία του είναι ακόμα πιο κοινότοπος» τονίζει ο Μανουέλ Βίλας στην Ορδέσα που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά, ένα από τα σημαντικότερα μεταφρασμένα βιβλία που θα διαβάσετε εφέτος. Ο τίτλος παραπέμπει σε μια περιοχή της Βόρειας Ισπανίας, σε μια ορεινή κοιλάδα των Πυρηναίων η οποία έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας του 58χρονου ποιητή και πεζογράφου από το Μπαρμπάστρο. Κοντολογίς, με τι ασχολείται ο Βίλας σε αυτό το υβριδικό έργο ―ο ίδιος το χαρακτηρίζει μυθιστόρημα― μεταξύ βιωματικής καταγραφής και δοκιμίου πολιτισμικής κριτικής; Με τη ζωή του και τη ζωή των γονιών του. Και πώς αυτό συνδέεται με τις δικές μας ζωές; Θα καταλάβετε αφού φτάσετε στο τέλος ετούτης της συνομιλίας...Κύριε Βίλας, έχετε εκδώσει πολλά βιβλία. Τι συνέβη όμως με την «Ορδέσα» στην Ισπανία και κατόπιν στο εξωτερικό; Πώς εξηγείτε εσείς αυτή την επιτυχία του συγκεκριμένου βιβλίου;«Οι σχέσης γονέων και παιδιών είναι ένα από τα μεγάλα θέματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Εγώ αφηγήθηκα την ιστορία του πατέρα μου και της μητέρας μου ξεκινώντας από ένα αίσθημα βαθύτατης αγάπης. Επιθυμία μου ήταν να διασώσω τη μνήμη της οικογένειάς μου, μιας οικογένειας της μεσαίας τάξης από τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 του περασμένου αιώνα. Στο μυθιστόρημά μου ήταν σημαντικό για μένα να δώσω τα χαρακτηριστικά αυτής της μεσαίας τάξης: πώς ζούσαν, τα αυτοκίνητα που είχαν, τις οικιακές συσκευές τους, πώς ντύνονταν, πώς μιλούσαν, πώς ήταν. Στη δεκαετία του ’60 εδραιώθηκε η μεσαία τάξη σε όλον τον δυτικό κόσμο. Το μυθιστόρημά μου διαδραματίζεται αυτήν ακριβώς την ιστορική στιγμή κατά την οποία εδραιώνεται η μεσαία τάξη και η Ιστορία κάνει ένα βήμα μπρος. Αν τον 19ο αιώνα είχαμε τη Διεθνή του προλεταριάτου, τον 20ο είχαμε τη Διεθνή της μεσαίας τάξης».Φαίνεται ότι το βιβλίο αυτό προέκυψε ενόσω βρισκόσασταν σε ένα σταυροδρόμι πολλαπλών προσωπικών κρίσεων...«Άρχισα να το γράφω μετά τον θάνατο της μητέρας μου, τον Μάιο του 2014, έναν θάνατο που συνέπεσε με τη διαδικασία του διαζυγίου μου. Συνειδητοποίησα, λοιπόν, ότι αποχαιρετούσα δύο οικογένειες: την πατρική μου και αυτήν που είχα δημιουργήσει εγώ. Έμενα χωρίς οικογένεια. Ταυτόχρονα, στις 9 Ιουνίου του 2014, έκοψα το αλκοόλ. Κατάλαβα ότι το αλκοόλ είχε καταστρέψει τη ζωή μου. Σχεδόν με το που έκοψα το ποτό, ξανάρχισα να ζω. Αυτές οι περιστάσεις συνόδεψαν το γράψιμο του βιβλίου: ο θάνατος της μητέρας μου, το διαζύγιο και το αλκοόλ, κάτι σαν Αγία Τριάδα, από την οποία η Ορδέσα τρέφεται συνεχώς. Αν όμως στη ζωή σου δεν συμβαίνουν πράγματα, όποια κι αν είναι, αυτό σημαίνει ότι δεν ζεις. Η ζωή είναι γεγονότα, συμβάντα. Αν δεν σου συμβαίνει τίποτα, τότε μάλλον δεν είσαι ζωντανός. Κατάφερα να συνδέσω εννοιολογικά τον θάνατο της μητέρας μου με το διαζύγιο. Ο θάνατος της μητέρας μου με φώτισε και μου χάρισε αυτογνωσία, ακόμα και μια έντονη αίσθηση ομορφιάς».Το βιβλίο σας είναι, αν μη τι άλλο, επίπονο και μελαγχολικό. Κόντρα στο ρεύμα, θα έλεγε κανείς, της αναγκαστικής «ευζωίας» και «ευτυχίας» που κυριαρχούν εκκωφαντικά στη σύγχρονη εκδοτική βιομηχανία.«Οι άνθρωποι φοβούνται τη ζωή, τα πάθη της ζωής. Δεν αξίζει τον κόπο να φτάσεις τα ενενήντα με αντίτιμο να έχεις ζήσει χωρίς πάθη. Η μελαγχολία γεννιέται απ’ το να έχεις ζήσει τη ζωή σου παθιασμένα. Ερχόμαστε στη ζωή για να τη ζήσουμε έντονα. Οι άνθρωποι το ξεχνάμε αυτό. Δεν είμαστε αρνάκια. Η Ορδέσα είναι ένα τεράστιο ναι στη ζωή, Περιέχει ό,τι περιέχει και η ζωή. Η ζωή είναι πόνος, αλλά και τον πόνο πρέπει κανείς να τον ζει με πάθος. Μου ΄ρχεται στον νου το Μπάρι Λίντον του Κιούμπρικ. Αυτή η ταινία είναι γεμάτη μελαγχολία που πηγάζει απ’ την ικανοποίηση των παθών της ζωής. Μελαγχολία και ομορφιά γίνονται ένα. Κι εγώ στέλνω ένα μήνυμα στους αναγνώστες μου, ότι πρέπει να υψώσουν τη ζωή τους μέχρι το πάθος και την ομορφιά. Σ’ αυτό χρησιμεύει η λογοτεχνία».Η καρδιά της «Ορδέσας» είναι η απώλεια των γονέων σας. Σας αποκαλύφθηκε κάτι αφότου ολοκληρώσατε το βιβλίο;«Συνειδητοποίησα ότι το μείζον μυστήριο της ζωής μου είναι ότι δεν ξέρω ποιοι ήταν ο άνδρας και η γυναίκα που μ’ έφεραν σ’ αυτόν τον κόσμο. Συζητώντας με πολλούς αναγνώστες, όχι μόνο στην Ισπανία αλλά και στο εξωτερικό, καταλήγω ότι αυτό το μυστήριο είναι σύμφυτο με την ανθρώπινη υπόσταση. Το βιβλίο μου αναζητεί την ταυτότητα του άνδρα και της γυναίκας που έγιναν ο πατέρα μου και η μητέρα μου».Επειδή εσχάτως διακινείται και πάλι ο όρος autofiction (αυτομυθοπλασία) και μάλιστα βαφτίζεται «πρωτοπορία», θα ήθελα να μου πείτε πώς τον αντιλαμβάνεστε εσείς. Επιπλέον, τι σημαίνει «ειλικρίνεια» στη λογοτεχνία;«Εμένα η λέξη αυτομυθοπλασία δεν με πείθει. Εν προκειμένω, η ακριβέστερη λέξη θα ήταν η αυτοβιογραφία. Εν πάση περιπτώσει, όμως, έχω την εντύπωση ότι οι αναγνώστες ουδόλως ενδιαφέρονται για την τεχνική με την οποία είναι γραμμένο ένα βιβλίο. Θέλουν από ένα βιβλίο να τους γεννήσει συναισθήματα, να τους αγγίξει την καρδιά, να τους πει κάτι. Όταν ζεις σ’ ένα σπίτι που σου αρέσει, δεν περνάς όλη σου τη μέρα ρωτώντας τον αρχιτέκτονα αν για να το χτίσει χρησιμοποίησε ξύλο, μπετόν τούβλα, τσιμέντο ή αλουμίνιο. Το ίδιο σου κάνει. Εσύ απλώς χαίρεσαι το σπίτι. Έτσι το βλέπω κι εγώ. Η αρετή της ειλικρίνειας στην οποία αναφέρεστε, έχοντας διαβάσει την Ορδέσα, βασίζεται στο ότι ολόκληρο το μυθιστόρημα επιζητεί να καταλάβει και όχι να κρίνει. Προσπάθησα να καταλάβω πώς ήταν η οικογένειά μου. Δεν κρίνω κανέναν. Και όλα τα πρόσωπα του μυθιστορήματος χαρακτηρίζονται από μια συγκεκριμένη στιγμή της ζωής τους, τη στιγμή της αλήθειας.Το κίτρινο χρώμα και η μουσική... Δεν γίνεται να μην πούμε γι’ αυτά.«Η μητέρα μου μού είπε μια φορά ότι τα παιδιά μου θα μου συμπεριφέρονταν όπως ακριβώς συμπεριφερόμουν εγώ σ’ αυτήν. Η μητέρα μου παραπονιόταν που δεν πήγαινα συχνά να τη δω και δεν σήκωνα το τηλέφωνο όταν με καλούσε. Κι αυτή η προφητεία της εκπληρώθηκε. Τι ωραία ειρωνεία! Όλα τείνουν να επαναλαμβάνονται. Ο Νίτσε μίλησε περί αιώνιας επιστροφής, κι εγώ πιστεύω ότι αυτή η αιώνια επιστροφή αφορά και τις οικογένειες, ότι είναι ένας συναισθηματικός λαβύρινθος, γεμάτος παρανοήσεις. Αυτή η επανάληψη των παρανοήσεων συμβολίζεται στο βιβλίο με το κίτρινο χρώμα, που για μένα είναι το χρώμα της μνήμης και το χρώμα της τρέλας. Στο μυθιστόρημα, όλα τα πρόσωπα έχουν ονόματα μεγάλων μουσικοσυνθετών, γιατί για μένα τα πρόσωπα της οικογένειάς μου είχαν μέσα τους μουσική. Μια μέρα αντιλήφθηκα ότι η νοοτροπία του πατέρα μου έμοιαζε με τη μουσική του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, και της μητέρας μου με του Ρίχαρντ Βάγκνερ. Οπότε, βάφτισα όλη μου την οικογένεια με τα ονόματα των σπουδαίων μουσικοσυνθετών. Μετέτρεψα το παρελθόν μου σε ιστορία της μουσικής. Μπορεί λογοτεχνικά να ήταν ριψοκίνδυνο, αλλά πιστεύω ότι λειτουργεί καλά στο μυθιστόρημα. Ο Νίτσε έλεγε πως η ζωή χωρίς μουσική θα ήταν σφάλμα, και έχει δίκιο. Αλλά υπάρχει και μουσική που δεν ηχεί, η ενδόμυχη μουσική της μοναξιάς μας. Οι γιοι μου ονομάζονται Βιβάλντι και Μπραμπς. Μια οικογένεια ταπεινής καταγωγής υψώθηκε στην αριστοκρατία της τέχνης χάρη στη δύναμη της λογοτεχνικής φαντασίας. Η φαντασία είναι θαυμαστό όπλο κοινωνικής αναρρίχησης».Συσχετίζετε τον θάνατο με τον καπιταλισμό στο βιβλίο σας...«Όταν πέθανε ο πατέρας μου, μου τηλεφώνησε ένας γιατρός, στις τρεις τα ξημερώματα, αρκετά θυμωμένος, επειδή δεν του είχα πει ότι ο πατέρας μου είχε βηματοδότη. Μου είπε ότι με βηματοδότη δεν μπορούσε να γίνει αποτέφρωση και ότι η αφαίρεση του βηματοδότη είχε ένα κόστος. Αναλογίστηκα τότε όσο ακριβής είναι ο καπιταλισμός, γιατί ξέρει να κοστολογεί τα πάντα. Ο καπιταλισμός αγαπάει την ακρίβεια όσο και η ποίηση ή η επιστήμη. Για να μη σας πω ότι ο καπιταλισμός είναι πιο ακριβής απ’ ό,τι η επιστήμη. Μετά αναλογίστηκα τον πατέρα μου που είχε αγωνιστεί όλη του τη ζωή για έναν μισθό. Τον φόβο της φτώχειας τον κληρονόμησα από την οικογένειά μου. Τον φόβο της οικονομικής καταστροφής. Έχω περάσει όλη μου τη ζωή μ’ αυτόν το φόβο. Έχω περάσει όλη μου τη ζωή δουλεύοντας».Ο επίλογος του βιβλίου («Η οικογένεια και η Ιστορία») είναι μια ακραιφνώς ποιητική εκδοχή της «Ορδέσας». Γιατί;«Τα ποιήματα του τέλους αφηγούνται την ίδια ιστορία με το μυθιστόρημα, αλλά το κάνουν από ένα άλλο πρίσμα. Ήθελα η ιστορία της οικογένειάς μου να μπορεί να ιδωθεί και μέσα από την ποίηση. Είναι ποιήματα αφηγηματικά, που ενισχύουν την ένταση της πρόζας. Είναι σαν το μυθιστόρημα, στο τέλος, να εξερράγη σε μια ποιητική φαντασμαγορία, κάτι σαν επιστέγασμα ομορφιάς και πάθους».Η λογοτεχνία παραμένει πολιτική στις μέρες μας; Με ποιον τρόπο;«Η λογοτεχνία έχει πάντα πολιτική σκοπιμότητα, γιατί είναι κοινωνική τέχνη. Η δική μου λογοτεχνία αναζητεί την έκφραση της ελευθερίας. Ακριβώς επειδή ζούμε σε καιρούς ζοφερούς πρέπει ν’ αναζητούμε στη λογοτεχνία καταφύγιο, στήριγμα, παρηγοριά. Τη λογοτεχνία μόνο η αλήθεια την ενδιαφέρει. Εγώ πιστεύω στη χρησιμότητα της λογοτεχνίας, γιατί η λογοτεχνία είναι εγγύηση δημοκρατίας. Λογοτεχνία και ελευθερία είναι ένα και το αυτό. Ζούμε σε καιρούς ζοφερούς, ακριβώς επειδή αυτοί που μας κυβερνούν είναι ζοφεροί. Η λογοτεχνία έχει τη δύναμη να ξεσκεπάζει κάθε μορφή τυραννίας και ψεύδους».Σε σχέση με τον νέο κορωνοϊό (και στην Ισπανία) πώς τα βλέπετε τα πράγματα;«Η πανδημία έχει αλλάξει τον κόσμο. Σήμερα ο κόσμος είναι χειρότερος. Ο ιός έχει σκοτώσει τον έρωτα και την ελευθερία. Πέρασα την καραντίνα μου μέσα σε μιαν αφόρητη θλίψη. Ο αριθμός των κρουσμάτων του ιού στην Ισπανία είναι από τους μεγαλύτερους στην Ευρώπη και στον κόσμο. Φαίνεται πως ο ιός έχει ερωτευτεί τους Ισπανούς. Περνάμε έναν από τους πιο αυστηρούς εγκλεισμούς στον κόσμο, και το λεγόμενο δεύτερο κύμα είναι απ’ τα σφοδρότερα στον κόσμο Φαίνεται πως είμαστε ο περιούσιος λαός του ιού. Ειρωνεύομαι, φυσικά. Αλλά μόνο με την ειρωνεία μπορούμε ν’ αντιμετωπίσουμε αυτή την φρίκη. Το χρέος ενός συγγραφέα είναι επισημάνει ότι δεν μπορεί να είναι αυτό ζωή. Η ζωή υποβαθμίστηκε, ταπεινώθηκε. Τώρα πια μάθαμε πως η ζωή είναι να τρως μ’ έναν φίλο σε μια βεράντα, να γυρίζεις στα βιβλιοπωλεία, να κάνεις ηλιοθεραπεία, να πηγαίνεις σινεμά, να χάνεσαι στον δρόμο, να παίρνεις το τρένο, να φιλάς, να αγκαλιάζεις κάποιον άγνωστο. Όλα αυτά τα απλά πράγματα που τώρα δεν μπορούμε να τα κάνουμε, έχουν καταστεί τα πιο σημαντικά. Και δεν ξέρουμε καν αν η ζωή θα επιστρέψει όπως ήταν πριν από τον Φεβρουάριο του 2020. Αν μη τι άλλο, είμαστε οι τελευταίοι μάρτυρες μιας εποχής όπου μπορούσες να ζήσεις χωρίς μάσκα. Ίσως και να είμαστε οι τελευταίοι που έζησαν τη Χρυσή Εποχή της αγκαλιάς, των φιλών και της ζωής χωρίς φόβο».Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Ανδρέας Νικολακόπουλος: «Με ενδιαφέρει ο άνθρωπος που γίνεται μέρος του μύθου»
Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Ανδρέας Νικολακόπουλος στην Αναστασία Καμβύση για το Marie Claire, με αφορμή τη νέα του συλλογή διηγημάτων, Αποδοχή κληρονομιάς.Το βιβλίο ήρθε στα γραφεία του περιοδικού ένα μήνα περίπου πριν. Κάτι στο εξώφυλλο (ο περιστρεφόμενος Δερβίσης; Τα ζώα; Το σκάφανδρο;) με έκανε να το ανοίξω. Δύο αράδες χρειάστηκαν για να μαγευτώ. Ένας ζωγράφος πάει να πολεμήσει στον μικρασιατικό πόλεμο, ένας άνδρας που μαστιγώνει τη θάλασσα, ένας παπάς που πιστεύει στους παλιούς θεούς, κατατρεγμένοι Έλληνες πρόσφυγες στη Φλόριδα, ένα λευκό παρασημοφορημένο άλογο, ένας σφουγγαράς που θα κάνει τα πάντα για να σώσει τον πατέρα του, ένα σκιάχτρο με κίτρινο ζωνάρι, γυναίκες η ομορφιά των οποίων τούς στοιχίζει τη ζωή, φίδια που κρύβονται σε μαξιλαροθήκες, αντάρτες πόλης με αϋπνίες και κουτσοί λυκάνθρωποι είναι μερικοί από τους ήρωες στις 16 ιστορίες στην Αποδοχή Κληρονομιάς.Όταν το τελείωσα, δυο μέρες μετά πλάι στη θάλασσα, ήμουν σίγουρη ότι αυτό το βιβλίο με την πλούσια μπολιασμένη με ντοπιολαλιές γλώσσα θα συζητηθεί και θα αγαπηθεί πολύ και ότι ίσως να το δούμε και να βραβεύεται όπως σίγουρα του αξίζει. Δεν ήξερα τον συγγραφέα του, τον 37χρονο Ανδρέα Νικολακόπουλο, οπότε τον αναζήτησα και κάναμε αυτή την κουβέντα.Τι σας οδήγησε το Λονδίνο, τι αποκομίσατε από την (εργασιακή) εμπειρία σας εκεί;Στο Λονδίνο κυριολεκτικά με οδήγησε η μαγειρική, μα πολύ νωρίτερα με είχαν οδηγήσει νοητά οι μουσικές που άκουγα, οι τάσεις φυγής που είχα από την Ελλάδα και μια έμφυτη αγάπη που δεν ξέρω πότε ξεκίνησε για την Αγγλική επαρχία και τη Βικτωριανή αρχιτεκτονική. Όσον αφορά το τι αποκόμισα από την εργασιακή μου εμπειρία οφείλω να παραδεχτώ πως η μαγειρική σε εκείνο το επίπεδο που στόχευα και δούλευα με έμαθε τρία πράγματα. Πρώτον πως δεν υπάρχει κανένα μυστικό πέρα από τη σκληρή δουλειά, τη σύνεση, τη σοβαρότητα και τη συνέπεια. Δεύτερον πως το πιο σημαντικό από όλα είναι το πόσα είσαι διατεθειμένος να χάσεις και τρίτον πως η πειθαρχία κρύβει μέσα της πολύ ελευθερία. Ακόμα και μια επανάσταση ενάντια στην πειθαρχία να θες να ξεκινήσεις, χρειάζεται να πειθαρχήσεις και να οργανωθείς για να την κάνεις.Υπάρχει ποίηση στη γραφή σας, σαν να ακούω τα δημοτικά τραγούδια και τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο στο βάθος πίσω από τις λέξεις. Ήταν στυλιστική επιλογή αυτό, ή κάτι που προέκυψε από την ανατροφή σας;Νομίζω πως η αγάπη μου για τον Όμηρο και ίσως τα δημοτικά τραγούδια που άκουγαν και χόρευαν οι πρόγονοί μου έπαιξαν από ό,τι φαίνεται υποσυνείδητα κάποιο ρόλο. Δεν ήταν σε καμία περίπτωση στυλιστική επιλογή μα έβγαινε πάντα με μια ευκολία όταν καθόμουν να γράψω με αποτέλεσμα πολλές φορές να παλεύω να το κόψω και να το αφαιρέσω από το κείμενο.Ποια είναι η σχέση σας με την ελληνική παράδοση;Δεν ξέρω τι χωράει μέσα η έκφραση ‘’Ελληνική παράδοση’’. Αν Ελληνική παράδοση είναι τα λαογραφικά μουσεία, οι παραδοσιακοί χοροί στις πλατείες με τις φορεσιές και τους συλλόγους και άλλα τέτοια τότε η σχέση μου είναι ανύπαρκτη. Αν Ελληνική παράδοση ορίζεται ο περασμένος τρόπος ζωής, διασκέδασης και μόχθου των προγόνων μου μαζί με τις δεισιδαιμονίες και τα λαϊκά τους έθιμα, τότε με αφορά η παρατήρηση και ενίοτε η συνέχιση αυτής της παράδοσης.Ένας σεφ που γράφει λογοτεχνία, δεν είναι κάτι που απαντάται συχνά στα ελληνικά γράμματα. Πώς αποφασίσατε να γίνετε σεφ;Νομίζω πως με έπιασε όμηρο η Μαγειρική και από τότε έπαθα το σύνδρομο της Στοκχόλμης αρνούμενος να ελευθερωθώ ακόμα και όταν πληρώθηκαν τα λύτρα. Το ίδιο τείνει να συμβεί και με τη Γραφή.Η ανάγκη να γράψετε πότε γεννήθηκε; Ήταν μία φωνή που την ακούγατε από μικρός ή προέκυψε στην ενήλικη ζωή;Η ανάγκη να γράψω γεννήθηκε μέσω Μαγειρικής. Είχα ένα μπλογκ που έγραφα μαγειρικές ιστορίες από το υπογάστριο των κουζινών και όχι στυλιζαρισμένες και λουστραρισμένες. Εκεί παρατήρησα πως η γραφή παρότι αρκετά ωμή και ακατέργαστη είχε μέσα της μια μουσικότητα και ένα συγκινησιακό ύφος. Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα, αποφάσισα να σώσω στο χαρτί ιστορίες χαρακτήρων κοντινών μου ή φανταστικών δίνοντας τους την ευκαιρία να σηκώσουν και εκείνοι ανάστημα μια φορά και να πουν ό,τι δεν τους άφησαν να πουν όσο ζούσαν.Παρόλες τις χωροχρονικές αποστάσεις ανάμεσα στις ιστορίες σας, υπάρχει ένα αόρατο νήμα. Τι είναι αυτό που τις ενώνει ακριβώς;Το ορατό σε όλους νήμα είναι το ότι μιλάμε πάντα για ιστορίες ανθρώπων ή ζώων μερικές στιγμές πριν φύγουν από τον κόσμο. Το αόρατο νήμα είναι ότι κάθε φορά που γράφω ένα διήγημα, είτε περιέχει μέσα μεγάλα ιστορικά γεγονότα ή ασήμαντες καθημερινές ιστορίες, σκέφτομαι πάντα το ίδιο χωράφι, τα ίδια δέντρα και το ίδιο μέρος που έπαιζα μικρός.Θέλετε να μιλήσετε για την καταγωγή σας; Λόγω της δικής μου καταγωγής, από την Αρκαδία, με ξάφνιασε πολύ ευχάριστα που διάβασα σε ένα διήγημα τη γλώσσα των Τσακώνων και αναρωτιέμαι πώς τη βρήκατε, πώς τη διαλέξατε.Γεννήθηκα στην Αθήνα, μεγάλωσα στο Αίγιο. Οι πρόγονοι μου κατάγονταν από ένα χωριό στα δεκαέξι χιλιόμετρα από την πόλη με το όνομα Πυργάκι και με θέα από τα χωράφια του τη θάλασσα. Άλλο ένα μικρό κλασσικό χωριό της Πελοποννήσου όπου οι άνθρωποι ασχολούνταν με σταφίδες. Κι αυτός ήταν ο λόγος που άνθιζε και μαράζωνε πολλές φορές στο χρόνο. Δεν είμαι Τσάκωνας μα θυμάμαι τους γεροντότερους στο χωριό μου παλιά κάθε που γίνονταν πανηγύρι του Σωτήρος να χορεύουν τσακώνικα τραγούδια. Διάλεξα λοιπόν να αποτίσω ένα φόρο τιμής στους Τσάκωνες μα και στους Αρβανίτες στο διήγημα Ασημοκεντήστρα για να μην ξεχαστεί πόσο σημαντικό είναι να μην ξεχωρίζουμε τους ανθρώπους από την καταγωγή, το φύλο, τη γλώσσα και κατ’ επέκταση το χρώμα και τη θρησκεία. Όλοι έχουμε μέσα μας λίγο από όλους.Στον Θεό 92 μιλίων μπλέκετε δύο πράγματα που μοιάζουν να είναι μεγάλες σας αγάπες, τη μυθολογία και τις μοτοσυκλέτες. Έτσι είναι; Πως γεννιούνται αυτές οι αγάπες και πως υπάρχουν στη ζωή σας έκτοτε;Στον Θεό 92 μιλίων προσπάθησα να εκσυγχρονίσω το μύθο σχετικά με την Αφροδίτη, τον Ήφαιστο και τον Άρη. Η αγάπη για τη Μυθολογία και την Ιστορία ξεκίνησε μόλις έμαθα ανάγνωση και κρατάει ακόμα. Με ενθουσίαζε πάντα η συμμετοχή των ανθρώπων στους μύθους, ανάμεσα στους θεούς. Το ίδιο συμβαίνει και με τις μοτοσυκλέτες. Δεν με ενδιέφεραν ποτέ οι γρήγορες μηχανές και η ταχύτητα. Αντίθετα με γοήτευαν οι παλιές μοτοσυκλέτες περασμένων δεκαετιών που απαιτούταν τη συμμετοχή του ανθρώπου στη λειτουργία τους και, στις ημέρες μας, η αναβίωση μιας εποχής περασμένης ανεπιστρεπτί. Νομίζω πως και στη μυθολογία και στις μοτοσυκλέτες με ενδιαφέρει ο άνθρωπος που βουτάει τα χέρια του μέσα και γίνεται μέρος του μύθου.Από όλους αυτούς τους αλλόκοτους, συχνά καταραμένους ανθρώπους με κακό τέλος, ποιον θα κάνατε παρέα; Ποιός έμεινε πιο πολύ καιρό μαζί σας καθώς γράφατε το βιβλίο (άνθρωπος ή ζώο;)Όλοι οι χαρακτήρες πέρασαν το χρόνο τους μέσα μου πριν γεννηθούν και όλοι κατά καιρούς ξαναγυρνάνε. Νομίζω πως με κανέναν δεν θα άντεχα να περάσω αρκετό καιρό μαζί πέραν του Φροίξου από το διήγημα ‘’του Λύκου” και του Τρωγλοδύτη.Με τα ζώα τι σχέση έχετε;Νομίζω τη μόνη σχέση που θα μπορούσε να έχει ένας άνθρωπος. Σχέση αγάπης και σεβασμού. Έχω ένα σκύλο με το όνομα Ρόρυ που είναι μεγάλος μου δάσκαλος στα θέματα αφοσίωσης, αλτρουισμού και ανιδιοτελούς αγάπης.Μου φαίνεται πως ο τίτλος «Αποδοχή Κληρονομιάς» αγκαλιάζει όλες τις ιστορίες με έναν τρόπο προσωπικό σαν ο δημιουργός τους να αποδέχεται γράφοντάς τες το παρελθόν και τους προγόνους του, όλα αυτά που τον έκαναν αυτό που είναι. Από τι είστε φτιαγμένος λοιπόν, ως άνθρωπος και ως λογοτέχνης;Ως άνθρωπος είμαι φτιαγμένος από σκληρή δουλειά, από σεβασμό φερμένο από πολλές γενιές πίσω και από μια κοχλάζουσα οργή επιμελώς καλυμμένη και σκεπασμένη με χειραψίες και χάπια για στομαχικές διαταραχές.Τι σας έμαθαν τα βουνά, στα οποία τόσο πολύ αγαπάτε να επιστρέφετε;Με έμαθαν πως κάτι γνώριζαν οι περισσότερες χαμένες και παλιές θρησκείες που έβαζαν τους θεούς τους σε θρόνους επάνω στις βουνοκορφές πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Τα βουνά σε μαθαίνουν να πατάς μέχρι εκεί που ξέρεις ότι δεν θα κυλήσεις στα βράχια και σου υπενθυμίζουν το ασήμαντο του μεγέθους σου. Ο Χάξλεϋ έλεγε πως θεωρούσε έναν περίπατο στα βουνά ισοδύναμο με το να πηγαίνεις στην εκκλησία και ο Χάντερ Τόμσον το είχε θέσει πιο όμορφα λέγοντας πως στην κορυφή του βουνού είμαστε όλοι λευκές τίγρεις. Αυτά τα δύο με καλύπτουν απόλυτα.Περισσότερα