Νέα
Λίστα Νέων, Κατηγορίες Νέων, Εκδηλώσεις
-
Το εργαστήρι της μετάφρασης
Δήμητρα Δότση | Μεταφράζοντας το βιβλίο «Ιδιωτικές άβυσσοι» του Gianfranco Calligarich
Η Δήμητρα Δότση φιλοξενείται στη στήλη μας «Το εργαστήρι της μετάφρασης» και μας μιλάει για το μεταφραστικό ταξίδι του νέου μυθιστορήματος του Gianfranco Calligarich, Ιδιωτικές άβυσσοι, μια απομαγεμένη ιστορία πόθου και απώλειας για την άβυσσο που κρύβει κάθε ανθρώπινη καρδιά.Η μεγαλύτερη τύχη για εμάς τους μεταφραστές είναι να επιλέγουμε και να μεταφράζουμε τους συγγραφείς, και κυρίως τα βιβλία, που αγαπάμε. Πόσο μάλλον όταν αυτό γίνεται υπό ιδανικές συνθήκες, σ’ έναν εκδοτικό οίκο, που πληροί όλες μα όλες τις προϋποθέσεις μιας υποδειγματικής συνεργασίας. Όταν μάλιστα συνεχίζεις να μεταφράζεις τον ίδιο συγγραφέα, τότε νιώθεις να κολυμπάς σε γνώριμα νερά, να βουτάς πιο εύκολα, πιο ανώδυνα στις κειμενικές θάλασσες. Αυτή την αίσθηση είχα μέχρι και πριν από λίγο καιρό, στα σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια της μεταφραστικής μου εμπειρίας, ώσπου ήρθαν στον δρόμο μου οι Ιδιωτικές άβυσσοι του Gianfranco Calligarich.Έχοντας ήδη μεταφράσει το αριστουργηματικό Τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη, είχα την εντύπωση πως όλα θα ήταν οικεία, και κυρίως η γραφή του Calligarich. Λάθος μου. Από το πρώτο «λοιπόν» με το οποίο ξεκινάει η αφήγηση, μέχρι και την τελευταία λέξη, τα δυνάμει γνώριμα νερά έκρυβαν άπειρους υφάλους και αχανείς αβύσσους.Υπαρξιακό μυθιστόρημα κι αυτό, κι όμως τόσο διαφορετικό, χωρίς τον παραμικρό διάλογο, βασισμένο αποκλειστικά και μόνο στην αφήγηση ενός ηλικιωμένου τζογαδόρου, που υποφέρει από την καρδιά του. Με αφορμή τον θάνατο ενός παλιού του φίλου, ο ανώνυμος αυτός αφηγητής κατακλύζεται από τις αναμνήσεις ενός μακρινού καλοκαιριού και της σπαρακτικής ιστορίας ενός ζευγαριού, που φαινομενικά τα έχει όλα. Μπορεί να ακούγεται πεζή ή πιθανόν ελαφριά η ιστορία του Calligarich, μα κάθε άλλο πάρα τέτοια είναι. Η πατίνα του κοσμοπολιτισμού και του τρυφηλού βίου, ο Τίβερης που αγκαλιάζει την πιάτσα Ναβόνα, τα χρώματα του δειλινού που τυλίγουν σε μια αύρα μυστηρίου την πόλη, είναι απλώς το πρόσχημα για να ξετυλίξει τα μυστήρια της ανθρώπινης ψυχής μέσα από την αλά Χέμινγουεϊ θεωρία του παγόβουνου, που τόσο πιστά υπηρετεί.Η αφήγησή του μοιάζει με συμφωνική μουσική: εξάρσεις έντασης και συναισθήματος, υφέσεις, κορυφώσεις. Κάθε πρόταση, κάθε λέξη εξαρτά την ύπαρξη και την ερμηνεία της από την προηγούμενη, οδηγώντας έτσι στην επόμενη. Η γραφή του Calligarich ακολουθεί τους άτακτους χτύπους της καρδιάς του ανώνυμου αφηγητή: χειμαρρώδης, όταν ξαναζωντανεύει μέσα του το παρελθόν, παιγνιώδης και δηκτική, ασθματική όταν πλησιάζει το απρόσμενο, συνταρακτικό φινάλε.Ένα βαθιά λογοτεχνικό κείμενο, υποβλητικό. Από τις μεγαλύτερες μεταφραστικές προκλήσεις με τις οποίες έχω αναμετρηθεί μέχρι σήμερα.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
«Το τέλος ως νέα αρχή» | Συνέντευξη του Αχιλλέα ΙΙΙ στο ΒΗΜΑgazino
Ο βραβευμένος συγγραφέας επανέρχεται με τη νέα συλλογή ιστοριών του Τέλος πάντων, που φλερτάρει με την επιστημονική φαντασία αλλά και με την πραγματικότητα που ζούμε. Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε στη Μαριλένα Αστραπέλλου και το ΒΗΜΑgazino.Ο Αχιλλέας ΙΙΙ κρατάει ένα μέρος της ταυτότητάς του μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, άλλωστε μοιράζεται άπλετα με τον κόσμο τις καλλιτεχνικές του ιδιότητες. Είναι συγγραφέας, βραβευμένος μάλιστα με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας 2020 για τον Παραχαράκτη του (εκδόσεις Νεφέλη), μια συλλογή φωτογραφηγημάτων, διηγημάτων κάθε ένα από τα οποία συνδέεται με μια παλιά φωτογραφία. Είναι ένας ευφυής λεξιπλάστης, όπως μαρτυρά το βιβλίο-λεξικό Κομπλεξικό (2016, εκδ. Νεφέλη) και πλέον δημιουργός της ομώνυμης σελίδας στο Facebook όπου παραθέτει έξτρα σουρεαλιστικά λήμματα τα οποία περιγράφουν την εξωφρενική πραγματικότητα που ζούμε. Παράλληλα είναι και μουσικός, τραγουδάει και παίζει μπάσο στο συγκρότημα Bog Art, το οποίο τα μέλη του το χαρακτηρίζουν container rock (από το κοντέινερ που είχε παραχωρήσει ο Δήμος Λιοσίων στους σεισμόπληκτους και όπου έκαναν τις πρόβες τους το 2004). Διαθέτει δε το μεγαλύτερο ταλέντο όλων: το χιούμορ που διαπερνά τα κείμενα και φωτίζει ακόμα και τις πιο σκοτεινές, ερεβώδεις ανησυχίες. Οπως τον αφανισμό του κόσμου, τη βασική θεματική που ανατέμνει στο νέο του βιβλίο με τίτλο Τέλος Πάντων μέσα από 24 ευφάνταστες ιστορίες.Aπό πού πηγάζει η ανάγκη σου να εντρυφήσεις δημιουργικά στην καταστροφολογία, το τέλος του κόσμου όπως τον ξέρουμε;«Από το γεγονός ότι είναι απολαυστικό να ξεκινάς την ημέρα σου διαλέγοντας με ποιον τρόπο θα διαλύσεις τον κόσμο, και από τότε που ανακάλυψα αυτό το παιχνίδι ήταν δύσκολο να αντισταθώ στον πειρασμό να το συνεχίσω! Μπορώ να πω ότι η καταστροφή των πάντων μου προσέφερε ικανοποίηση παρόμοια με αυτή που αισθάνεται ένα παιδί το οποίο, αφού αφιερώσει χρόνο για να φτιάξει έναν ψηλό πύργο με όσα τουβλάκια ή άλλα αντικείμενα έχει στη διάθεσή του, ξαφνικά του δίνει μια γελώντας και το βλέπει να σκορπίζει στις τέσσερις γωνίες του δωματίου. Επιπλέον, φυσικά, η δημιουργία σεναρίων καταστροφής των πάντων αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να αντιμετωπίσεις αυτά που φοβάσαι, συμπεριλαμβανομένου και του δικού σου τέλους, να κοιτάξεις με διαφορετικό μάτι όσα αγαπάς και όσα απεχθάνεσαι, και να επαναπροσδιορίσεις τη σχέση σου με ό,τι σε περιβάλλει. Είναι σαν να χαρίζεις στον εαυτό σου μια ατομικής χρήσεως Ημέρα της Κρίσεως».Στο βιβλίο το τέλος τους δεν είναι απαραίτητα απειλητικό αλλά μια ευκαιρία για αναχώρηση προς κάτι καινούργιο, γιατί όχι και καλύτερο. Αυτή η αντιμετώπιση είναι μια διάθεση αμυντικής αισιοδοξίας απέναντι σε όσα ζούμε;«Νομίζω ότι η συντέλεια ως υπέρτατη απειλή έχει ήδη παρουσιαστεί σε βάθος από ιδρυτές διαφόρων θρησκειών και από αρκετούς άλλους παρανοϊκούς συνανθρώπους μας, τους οποίους δεν θα ήθελα να ανταγωνιστώ, παρ' ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε εμφανίζει τόσα προβλήματα και τέτοιες στρεβλώσεις που η επιδιόρθωσή του φαντάζει μάλλον δύσκολη. Δεν είμαι σίγουρος αν η σημερινή κατάσταση εμφανίζει ανησυχητικά πολλές ομοιότητες με την τελευταία περίοδο της εποχής κυριαρχίας των δεινοσαύρων ή αν υπήρχαν τότε κάποια μικρά θηλαστικά που προσεύχονταν στους ουρανούς για το τέλος εκείνου του κόσμου, ωστόσο η ανθρώπινη απληστία έχει κάνει τον κόσμο ανυπόφορο. Αν και το να δηλώνει κανείς αισιόδοξος στην εποχή μας μοιάζει με αστείο, πιστεύω ότι οφείλουμε να προσπαθήσουμε. Για αυτό, ακόμη κι αν δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου τη ρήση του Νίτσε που επέμενε ότι η ελπίδα αποτελεί το χειρότερο κακό, διότι παρατείνει τα βάσανα των ανθρώπων, φρόντισα να αφήσω μια λεπτή χαραμάδα στις περισσότερες από τις ιστορίες του βιβλίου, ώστε να χωράει να τρυπώσει λίγο φως, μένοντας πιστός στην ιδέα ότι κάθε "τέλος" που πλησιάζει μπορεί υπό συνθήκες να οδηγεί σε μια νέα αρχή».Στο λογοτεχνικό σας σύμπαν «δεν ισχύει κανένας κανόνας». Είναι μια αντίσταση ένταξης σε συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος, ή μήπως μια απόπειρα προσδιορισμού και επεξήγησης του συγγραφικού σας drive;«Παραδέχομαι ότι ως δήλωση ακούγεται λίγο πομπώδης, αλλά υποδηλώνει την αγάπη μου για την ανατροπή του συνηθισμένου και την ανάγκη αιφνιδιασμού ακόμη και του ίδιου μου του εαυτού. Η τάση αυτή, εκτός από την έμφυτη, φοβάμαι, αντιδραστικότητα μου, πηγάζει από μια έντονη επιθυμία αμφισβήτησης του προφανούς, εκείνου που έχει για πάντα πάψει να εκπλήσσει, όπως πρότεινε και ο αγαπημένος Ζορζ Περέκ, το βιβλίο του οποίου Ζωή, οδηγίες χρήσης μνημονεύεται σε μια από τις ιστορίες του Τέλος Πάντων. Φυσικά, κάπως έτσι αποφεύγει κανείς και την ένταξη σε συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος ή καταλήγει να κατασκευάσει δικές του ετικέτες. Στο νέο μου βιβλίο, ας πούμε, ασχολούμαι με την καταστροφολογοτεχνία».Πώς βλέπεις να αντανακλάται στις ιστορίες αυτή η απουσία κανόνων;«Νομίζω ότι η απουσία κανόνων και οι βρικόλακες δεν έχουν αντανάκλαση. Παρ’ όλα αυτά, ελπίζω κάθε φορά να πετυχαίνω να φτιάχνω κάτι που δεν είναι προβλέψιμο ή πληκτικό. Κάτι το οποίο απαιτεί από τον αναγνώστη να παραμένει σε εγρήγορση, καθώς τα πάντα μπορούν να συμβούν».Ποιες ήταν οι προκλήσεις της συγγραφής ενός βιβλίου που πλέον δεν έχει ως «άγκυρα» ορισμένες παλιές φωτογραφίες, όπως συνέβη σε δυο προηγούμενα βιβλία σας, τον «Παραχαράκτη» και τον «Δεσμοφύλακα»;«Το δημιουργικό παιχνίδι με τα φωτογραφηγήματα (τις ιστορίες δηλαδή που πλέκονται γύρω από μια φωτογραφία), υπήρξε πηγή μεγάλης ευχαρίστησης για εμένα, ωστόσο δεν ήθελα να καταλήξει μόνιμη συνήθεια. Η χρήση μιας φωτογραφίας σε απαλλάσσει, σε μεγάλο βαθμό, από την "υποχρέωση" να περιγράψεις μια συνθήκη ή τα εξωτερικά χαρακτηριστικά των ηρώων σου. Σε αυτή την περίπτωση ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σε κάτι που είναι ήδη σχηματισμένο, ακόμη και αν τα φαινόμενα, απατούν. Από αυτή την άποψη, η κύρια πρόκληση στο Τέλος Πάντων ήταν η δημιουργία του σκηνικού και η περιγραφή αποκλειστικά με λέξεις όσων διαδραματίζονται στις διάφορες ιστορίες, χωρίς την επιβολή συγκεκριμένης εικόνας μέσω κάποιας φωτογραφίας. Πέρα από αυτό, προσπάθησα να έχει η κάθε ιστορία ενδιαφέρον για τους δικούς της λόγους και αυτοί να καταφέρνουν να επισκιάζουν το τέλος του κόσμου, το οποίο, έτσι κι αλλιώς, είναι εξ αρχής γνωστό και, τελικά, ως γεγονός καταλήγει να μοιάζει ασήμαντο. Η δομή της απόλυτης ελευθερίας στα γραπτά μου (φράση γεμάτη αντιφάσεις) εμφανίζει πολλά κοινά με την απόλυτη ελευθερία που βιώνεται κατά τον σχηματισμό των ονείρων. Άλλωστε, το γράψιμο δεν είναι τίποτε άλλο από ένα κατευθυνόμενο όνειρο, σύμφωνα και με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες.Με ποιους αθέατους τρόπους διασταυρώνεται η μουσική σας παιδεία και πρακτική με τη συγγραφή του βιβλίου σας;«Η μουσική είναι έντονα παρούσα στη ζωή μου πολλά χρόνια τώρα και με διάφορους τρόπους. Όπως και η λογοτεχνία, έχει υπάρξει καταφύγιο, σανίδα σωτηρίας, θεραπεία, καθρέφτης και πολλά άλλα, σε βαθμό που δεν μπορώ να διανοηθώ τη ζωή μου χωρίς αυτή. Ως συγγραφέας που ασχολείται και με τη μουσική, προσπαθώ να αφηγούμαι ιστορίες χωρίς να πλατειάζω, διατηρώντας καλό ρυθμό και ενσωματώνοντας σε αυτές διαφορετικά στοιχεία και επιρροές, με τρόπους που θα αποδώσουν ένα κομμάτι ή ένα κείμενο το οποίο θα αισθάνομαι ότι έχει λόγο ύπαρξης».Ποιο θα ήταν τελικά για σένα το ιδανικό τέλος του κόσμου;«Εκείνο που θα εξασφάλιζε την ιδανική νέα αρχή».Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Guadalupe Nettel: «Πρέπει να μιλήσουμε για τη μητρότητα»
Η μεξικανή συγγραφέας, που υπήρξε υποψήφια για βραβείο Booker 2023, αποδομεί το πιο ιερό ταμπού της πατριαρχικής κοινωνίας. Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε στη Μαριλένα Αστραπέλλου και το περιοδικό BHMAgazino, με αφορμή το βιβλίο της Η μοναχοκόρη (μετάφραση: Νάννα Παπανικολάου).Μπορεί μια γυναίκα να επιλέξει να μη γίνει μητέρα; Μπορεί μια άλλη να διαλέξει να μη μεγαλώσει το παιδί της επειδή δεν δύναται αλλά ακόμα και επειδή μπορεί να μη θέλει; Τι είναι μητρότητα και ποιες μορφές μπορεί να πάρει τελικά; «Ο ρόλος της λογοτεχνίας δεν είναι να δίνει απαντήσεις αλλά να θέτει τις ερωτήσεις» θα πει η Γουαδαλούπε Νέτελ στη μεταξύ μας επικοινωνία όταν συνδεόμαστε για να μιλήσουμε για το βιβλίο της Η μοναχοκόρη, το οποίο την έφερε στη βραχεία λίστα για το Booker 2023.Mια λογοτεχνία που αναδεικνύει δίχως να υποδεικνύει, που δίνει τροφή για σκέψη αφήνοντας στις αναγνώστριες/ες τον χώρο έστω να αποπειραθούν να βγουν από τη ζώνη ασφαλείας των παγιωμένων πεποιθήσεών τους. Δεν είναι πάντα εύκολο από τη στιγμή που ένας βασικός άξονας πλοκής σε αυτό το βιβλίο με τους πολλούς γυναικείους χαρακτήρες και τις επιλογές ζωής τους να το διατρέχουν σε κεφάλαια, είναι η περίπτωση μιας γυναίκας που φέρνει στη ζωή ένα μωρό με μικροκεφαλία και λειεγκεφαλία, γενετικές διαταραχές που δεν επιτρέπουν τη φυσιολογική ανάπτυξη και μελλοντική ανεξαρτησία του παιδιού. Η Νέτελ καταγράφει όλη την πορεία αυτής της γυναίκας από τα χαρμόσυνα νέα της εγκυμοσύνης, στα δυσάρεστα της ιατρικής κατάστασης του μωρού, τα ηθικά διλήμματα και την τελική αποδοχή που δεν επέρχεται δίχως μεγάλη βάσανο. «Έχουμε τα παιδιά που έχουμε και όχι αυτά που φανταστήκαμε ή θα θέλαμε να έχουμε και με αυτά μας μέλλει να πορευτούμε» λέει ο χαρακτήρας μιας άλλης γυναίκας στο βιβλίο, και με αυτή την παραδοχή και συμφιλίωση δημιουργεί τελικά ένα σκηνικό αισιοδοξίας.H Nέτελ άντλησε υλικό από την περίπτωση μιας φίλης της – της Αμέλια, στην οποία είναι αφιερωμένο το βιβλίο – η οποία έζησε αυτή την εμπειρία μητρότητας: έγινε μητέρα ενός παιδιού που δεν θα αναπτυχθεί πλήρως και θα είναι για πάντα εξαρτημένο από εκείνη.«Της ζήτησα βεβαίως την άδεια για να το κάνω αυτό, το σκέφτηκε και μου την έδωσε» θα πει η Νέτελ. «Είναι ένα άτομο διακριτικό, εσωστρεφές, δεν μοιράζεται τη ζωή της στα κοινωνικά δίκτυα όπως κάνουν άλλες φίλες μου. Το αποφάσισε γιατί ήθελε να αποκτήσει ορατότητα η εμπειρία της, η οποία δεν είναι μόνο προσωπική. Είναι πολλές οι οικογένειες που έχουν βιώσει ή βιώνουν κάτι αντίστοιχο και δεν αισθάνονται καθόλου άνετα να μιλήσουν για αυτό. Μιλήσαμε εκτενώς για την ιστορία της και πίστευα ότι όλο το βιβλίο θα μπορούσε να βασιστεί επάνω της, στο πώς κατάφερε να μετατρέψει μια τραγωδία σε κάτι όμορφο και ουσιαστικό». Στην πορεία όμως οι «φωνές» που άκουγε εντός της αλλά και εκτός την έκαναν να διευρύνει τις θεματικές της. Για παράδειγμα, η αφηγήτρια στο βιβλίο είναι μια γυναίκα ορκισμένη να μη γίνει μητέρα, φτάνει μάλιστα στο σημείο να κάνει απολίνωση σαλπίγγων προκειμένου να το αποτρέψει. Ακραίο; Ποιος έχει το δικαίωμα να το αποφασίσει; «Οταν μια γυναίκα λέει: “Δεν θέλω να είμαι μητέρα, θέλω να διατηρήσω την ελευθερία μου και τη ζωή μου ακριβώς όπως είναι και να έχω το δικαίωμα να το κάνω” θεωρείται πρόβλημα, ότι πράττει κάτι άδικο και εγωιστικό. Βλέπουμε ότι επικρατεί μια αντιδραστικότητα και μια οπισθοχώρηση της γυναικείας απελευθέρωσης και των δικαιωμάτων τους, ιδίως στις κοινωνίες της Λατινικής Αμερικής. Όμως και στις ΗΠΑ βλέπουμε πλέον ότι οι αμβλώσεις απαγορεύονται σχεδόν σε κάθε Πολιτεία. Ήθελα να συμπεριλάβω την εμπειρία μιας γυναίκας που είναι πολύ διαφορετική από τη δική μου, καθότι είμαι μητέρα δύο παιδιών, να έχω μια αφηγήτρια που προβληματίζεται πάνω στην επιλογή της μητρότητας και κατά πόσο μπορεί να αποστασιοποιηθεί από την εμπειρία της αυτή».Μάνα είναι μόνο μία;H μαχητική ηρωίδα θα διαπιστώσει τελικά ότι είναι δύσκολο να μείνει μακριά όταν έρχεται αντιμέτωπη με την περίπτωση ενός παιδιού που έχει ζήσει ενδοοικογενειακή βία και χρειάζεται μια μητρική καθοδήγηση, έστω προσωρινή, όταν η μητέρα του αδυνατεί να του την παράσχει. Η περίπτωσή του δίνει το έναυσμα στη Νέτελ να μιλήσει για «άλλο ένα ταμπού δεκαετιών στις πατριαρχικές κοινωνίας για το οποίο κανείς δεν μιλούσε», όπως και για τις μαζικές πορείες διαμαρτυρίας γυναικών στην Πόλη του Μεξικού, πρωτεύουσα μιας χώρας όπου γίνονται κατά μέσο όρο έντεκα γυναικοκτονίες καθημερινά.«Όταν έκανα τα παιδιά μου το μόνο που άκουγες ήταν ότι η μητρότητα είναι το καλύτερο κομμάτι στη ζωή μιας γυναίκας, ότι μόνο τότε ολοκληρώνεται και βρίσκει έναν σκοπό στη ζωή. Προσωπικά, είχα την εμπειρία της μητέρας μου η οποία μου μετέφερε ιστορίες για το πόση κούραση και εγκατάλειψη μπορεί να νιώσεις πολλές φορές όταν γίνεσαι μητέρα. Εκείνη με είχε κάνει μικρή, στα 24 της, αλλά ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές της, να κάνει διδακτορικό, να ταξιδέψει, ενώ ταυτόχρονα ήταν και μόνη της, γιατί ο πατέρας μου δεν ήταν παρών για πολλά χρόνια. Για μία διετία λοιπόν με μεγάλωνε η γιαγιά μου και όταν εκείνη αρρώστησε ανέλαβε μια αδελφή της μητέρας μου, η οποία επίσης συμμετείχε στην ανατροφή μου. Μετά είχα μια δασκάλα στο δημοτικό που ήταν εκείνη η οποία αντιλήφθηκε την αγωνία που βίωνα στο σχολείο εξαιτίας ενός προβλήματος στα μάτια μου και έγινε ένα είδος θετής μητέρας για εμένα. Είχα λοιπόν τρεις θετές μητέρες εκτός από τη βιολογική μητέρα μου, οπότε δεν πιστεύω ότι η μητέρα είναι μόνο μία. Όλες και όλοι μας έχουμε γυναίκες στο περιβάλλον μας που αναλαμβάνουν έναν σημαντικό ρόλο στο μεγάλωμα και στην ανατροφή μας, πάντα φροντίζουμε παιδιά άλλων γυναικών και πάντα υπάρχουν γυναίκες που μας βοηθούν να φροντίσουμε τα δικά μας. Υπάρχει και το ρητό που λέει: “Χρειάζεται ένα χωριό για να μεγαλώσει ένα παιδί”. Σήμερα στο Μεξικό υπάρχουν πολλές γυναίκες που αποφασίζουν να μη μεγαλώσουν τα παιδιά τους και τα δίνουν στις μητέρες τους. Είναι πολλές οι γιαγιάδες που μεγαλώνουν παιδιά σε αυτή τη χώρα ενώ οι μητέρες δουλεύουν κάπου μακριά και επισκέπτονται τα παιδιά ή ξαναπαντρεύονται. Χρειάζεται πολύ κουράγιο για να κάνεις κάτι τέτοιο, γιατί δεν πρόκειται για γυναίκες που είναι απελπισμένες και δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς».Όταν το παιδί το φέρνει ο κούκος και όχι ο πελαργόςΣτο βιβλίο γίνεται κυριολεκτική αναφορά και στον «παρασιτισμό του γόνου», μια συνήθεια που έχει ο κούκος να τοποθετεί τα αβγά του σε φωλιές ξένων πουλιών, εκτοπίζοντας τα ήδη υπάρχοντα, μέσα από μια υποπλοκή που περιλαμβάνει την «κατάληψη» του μπαλκονιού μιας ηρωίδας από δύο περιστέρια που χτίζουν εκεί τη φωλιά τους.«Το ζωικό βασίλειο πάντα μπαίνει με κάποιον τρόπο στα βιβλία μου. Διάβαζα πώς μεγαλώνουν τα μικρά τους τα διαφορετικά είδη και αυτό που ανακάλυψα αναφορικά με τα θηλαστικά είναι ότι όταν είναι ελεύθερα στη φύση είναι μια ομαδική διαδικασία. Μόνο σε συνθήκες αιχμαλωσίας αναλαμβάνει αποκλειστικά η μητέρα-θηλαστικό το μεγάλωμα του μικρού της. Οπότε είπα στον εαυτό μου ότι είμαστε κι εμείς σε μια αντίστοιχη συνθήκη, γιατί η σύγχρονη κοινωνία προσδοκά να μεγαλώνουμε μόνες μας τα παιδιά μας. Είμαστε αιχμάλωτες της βιομηχανοποιημένης καπιταλιστικής κοινωνίας. Διαβάζοντας τις στρατηγικές ανατροφής στο ζωικό βασίλειο έμαθα για την ιστορία του κούκου και σκέφτηκα ότι ταίριαζε στο βιβλίο μου. Είχα αρχίσει να γράφω ένα βιβλίο για τη μητρότητα και ξαφνικά δύο περιστέρια εμφανίστηκαν στο μπαλκόνι μου, έκαναν φωλιά και όταν βγήκε το μικρό τους από το αβγό δεν είχε καμία σχέση με τους γονείς του. Όμως εκείνοι δεν έδωσαν καμία σημασία και το μεγάλωσαν ως δικό τους, οπότε σκέφτηκα να συμπεριλάβω και αυτή την ιστορία. Για αυτό υπάρχουν τόσο πολλές θεματικές στο βιβλίο. Έχτισα την πλοκή όπως χτίζεις μια φωλιά. Έφερα διαφορετικά φύλλα και μικρά κλαδάκια».Από τη Χέτι, στην Ερνό και στη ΣράιβερΔεν υπάρχουν πολλές γυναικείες φωνές όπως αυτές που εμφανίζονται στη λογοτεχνία της Νέτελ ως φορείς αποδόμησης των ιερών ταμπού της πατριαρχικής κοινωνίας. «Οι γυναικείοι χαρακτήρες είναι μητέρες, παιδιά ή υποψήφιες μητέρες» όπως θα πει. Eξ ου και όταν γράφονται κείμενα για το βιβλίο της γίνονται αναφορές στην Καναδή Σίλα Χέτι και το «Motherhood», ένα βιβλίο για το «να γίνεις ή να μη γίνεις;» και στην Αμερικανίδα Πατρίσια Λόκγουντ και το «Κανείς δε μιλάει γι’ αυτό» (εκδ. Ψυχογιός), στο οποίο όλα ανατρέπονται από τη γέννηση ενός παιδιού με μια σοβαρή ασθένεια. Είναι δύσκολο να μη σκεφτείς και τη Λάιονελ Σράιβερ με το «Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν» (εκδ. Μεταίχμιο) και την εμπειρία μιας μητρότητας που δεν είναι καθόλου ονειρεμένη. «Ναι, η Σράιβερ είναι καταπληκτική, όπως και η Ανί Ερνό, η οποία έγραφε για αυτά τα θέματα πριν από χρόνια, όταν κανείς δεν ήθελε να ακούσει. Στο “Frozen Woman” (1981) περιγράφει με μοναδικό τρόπο την αίσθηση του να αισθάνεσαι παγιδευμένη στον ρόλο της μάνας ενώ ταυτόχρονα λατρεύεις τα παιδιά σου. Υπάρχει και η Xιλιανή Λίνα Μερουάνε, η οποία έγραψε το δοκίμιο “Contra los hijos / Against the Kids”, ένα κείμενο που δεν είναι εναντίον των παιδιών, αλλά πρόκειται για μια κριτική ματιά πάνω στις μη ρεαλιστικές προσδοκίες της εποχής μας αναφορικά με τη μητρότητα. Αναπαράγεται το ιδανικό της τέλειας μάνας, κάτι που είναι πολύ δύσκολο να φτάσεις ό,τι και να κάνεις».Περισσότερα
-
Νέα
Οι εκδόσεις Ίκαρος καλωσορίζουν τον συγγραφέα Γιάννη Παλαβό
Με μεγάλη χαρά σας ανακοινώνουμε πως ο Γιάννης Παλαβός ανήκει πια στο δυναμικό των ελλήνων πεζογράφων των εκδόσεων Ίκαρος. Η νέα αυτή συνεργασία εγκαινιάζεται με την επανέκδοση της βραβευμένης του συλλογής διηγημάτων Αστείο (Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 2013) που αγαπήθηκε από χιλιάδες αναγνώστες, ενώ θα ακολουθήσει και η επανέκδοση της συλλογής Το παιδί. Η συλλογή θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία τη Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου.Ο Γιάννης Παλαβός είναι ένας δεξιοτέχνης του διηγήματος που πρέπει να ανακαλύψετε το συντομότερο.— Le TempsΠρόκειται για κείμενα σύντομα, που αποκαλύπτουν γνήσιο ταλέντοστη δημιουργία ατμόσφαιρας, χαρακτήρων και, προπαντός, στο χτίσιμο της πλοκής.— LibérationΟ Γιάννης Παλαβός γεννήθηκε το 1980 στο Βελβεντό Κοζάνης. Σπούδασε Δημοσιογραφία στο ΑΠΘ και Πολι- τιστική Διαχείριση στο Πάντειο. Έγραψε τις συλλογές διηγημάτων Αληθινή αγάπη και άλλες ιστορίες (Intro Books 2007), Aστείο (Νεφέλη 2012· Ίκαρος 2024), που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος και το Βραβείο Διηγήματος του ηλεκτρονικού περιοδικού Ο Αναγνώστης, και Το παιδί (Νεφέλη 2019). Επίσης, σε συνεργασία με τον Τάσο Ζαφειριάδη, έγραψε το σενάριο των κόμικς Το πτώμα (Jemma Press 2011) και Γρα-Γρου (Ίκαρος 2017), που σχεδίασε ο Θανάσης Πέτρου∙ το Γρα-Γρου τιμήθηκε με τα βραβεία Καλύτερου Κόμικς και Σεναρίου στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς. Επιμελήθηκε την επανέκδοση των αφηγημάτων του Αθανάσιου Θ. Γκράβαλη με τίτλο Σπασμένες Κολώνες (1930) στο πλαίσιο της σειράς «Η πεζογραφική μας παράδοση» των εκδόσεων Νεφέλη (2019). Μεταξύ άλλων, έχει μεταφράσει έργα των Ουίλλιαμ Φώκνερ, Φλάννερυ Ο’Κόννορ, Μπρις Ντ ́ Τζ. Πάνκεϊκ, Ουάλλας Στέγκνερ και Τομπάιας Γουλφ.Περισσότερα