Νέα
Λίστα Νέων, Κατηγορίες Νέων, Εκδηλώσεις
-
Συνεντεύξεις
Βαγγέλης Ραπτόπουλος: Συνέντευξη στην εφημερίδα Αυγή
Πόλη Κρημνιώτη | Η Αυγή | Δευτέρα 29 Απριλίου 2103 Από τα Δεκεμβριανά ώς τους Αγανακτισμένους πολύ νερό κύλησε στο αυλάκι της ιστορίας. Εκείνο το λεπτό νήμα ωστόσο που ενώνει τους ιστορικούς κύκλους εύκολα μπορεί να αναγνωστεί στο καινούργιο βιβλίο του Βαγγέλη Ραπτόπουλου "Η πιο κρυφή πληγή" (εκδ. Ίκαρος).Σ' ένα γοητευτικό "πινγκ πονγκ" ανάμεσα στη μνήμη και το τώρα, στο πάγωμα του παρελθόντος χρόνου και την ταχύτητα του παρόντος χρόνου και με έναν ισόβιο έρωτα να δίνει τις αφορμές και να υπαγορεύει τα γιατί και τα διότι, ο συγγραφέας διατρέχει γεγονότα και πεπραγμένα, κυρίως όμως καταθέτει τη δική του αγωνία για όσα βιώνουμε σήμερα. Και λέει τα πράγματα με το όνομά τους, για έντυπα, συναδέλφους του, ιδεολογικές και πολιτικές πρακτικές και το ρόλο που παίζουν στις ιδιαίτερα δύσκολες ημέρες που περνάμε.Από το Περιστέρι, που γεννήθηκε και μεγάλωσε, μέχρι τις πλατείες του 2011 και τη Μανωλάδα τις προάλλες, ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος διανύει την απόσταση όχι ως απλός παρατηρητής αλλά ως συμμέτοχος στο παιχνίδι της κοινωνίας. Άλλωστε "σε κάθε περίπτωση η διέξοδος και η λύση για μένα παραμένει η συλλογική αντίσταση" λέει σήμερα, αλλά και σε κάθε αφορμή. Στις εκπομπές του "Στο Κόκκινο", στα βιβλία του, στην έφηβη κόρη του...Συνέντευξη στην Πόλυ Κρημνιώτη:Είναι ακόμα τόσο κρυφή η πληγή του εμφυλίου όπως υποδηλώνει ο τίτλος του βιβλίου σας;Νομίζω ότι είναι, το έχω εισπράξει άλλωστε και γράφοντας το βιβλίο, όταν ρωτούσα μεγάλους σε ηλικία ανθρώπους και δεν απαντούσαν, αλλά και όλο αυτό το διάστημα που έχει μεσολαβήσει από την κυκλοφορία του, όπου ο κόσμος δεν θέλει να ακούσει για τον εμφύλιο. Έχω παρουσιάσει το βιβλίο από τη Βέροια έως το Ηράκλειο Κρήτης και από την Καλαμάτα ως τη Θεσσαλονίκη παντού συναντώ τις ίδιες αντιδράσεις. Παρότι στον δημόσιο λόγο επανέρχεται ρητορικά ο εμφύλιος ή η κυβέρνηση συγκρίνεται με την κυβέρνηση των δωσίλογων, η Μέρκελ με το Γ' Ράιχ και η Χρυσή Αυγή με τους χίτες, ο εμφύλιος εξακολουθεί να είναι ένα ταμπού. Όπως γράφω και στο βιβλίο, τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης καταναλώθηκαν με την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης που ολοκληρώθηκε στα πρώτα χρόνια του ΠΑΣΟΚ. Από 'κεί και πέρα βγήκαν κάποια βιβλία για τον εμφύλιο, ωστόσο παραμένει μια πληγή που η κοινωνία ακόμα δεν μπορεί να τη διαχειριστεί.Γιατί, πιστεύετε;Γιατί στον εμφύλιο βγήκε στην επιφάνεια το θηρίο που κρύβει ο καθένας μέσα του κι αυτό οι άνθρωποι δεν θέλουν να το θυμούνται.Μπορεί αυτή η κρυφή πληγή του εμφυλίου να επουλωθεί σήμερα, την ώρα που ελληνική κοινωνία έχει μια νέα ανοιχτή πληγή μπροστά της;Ο μεγάλος κίνδυνος είναι όχι απλώς να μην επουλωθεί, αλλά να ξανακυλήσουμε στα ίδια, σε έναν νέο εμφύλιο, ως αποτέλεσμα της πρωτοφανούς κοινωνικής αδικίας που βιώνουμε σήμερα, της γενικευμένης ατιμωρησίας, της δυσλειτουργίας σχεδόν όλων των θεσμών. Όλα αυτά τα προβλήματα έχουν τις ρίζες του σε αντίστοιχες καταστάσεις που προέκυψαν από τον εμφύλιο και γιγαντώθηκαν από το μετεμφυλιακό κράτος με τις διώξεις, τα ξερονήσια, τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και όλα αυτά που βίωνε η ελληνική κοινωνία τόσα χρόνια.Γιατί εσείς ασχολείστε τώρα με αυτή την ιστορική περίοδο;Μεγάλωσα στο Περιστέρι, όπως και οι ήρωες του μυθιστορήματός μου, μια συνοικία όπου στα Δεκεμβριανά του '44 χύθηκε πολύ αίμα. Άκουγα παρόμοιες αφηγήσεις ως παιδί από τον πατέρα μου και με σημάδεψαν. Διάβαζα μανιακά και συγκέντρωνα υλικό για τον εμφύλιο, αλλά το έναυσμα να γράψω γι' αυτόν μου το έδωσαν οι συγκεντρώσεις των Αγανακτισμένων το 2011. Δεν είναι τυχαίο ότι το μυθιστόρημά μου ξεκινάει από τη μεταπολίτευση και τελειώνει στους Αγανακτισμένους. Τα Δεκεμβριανά του '44 είναι απλώς μια αναδρομή. Ήθελα οι δυο ερωτευμένοι, μεσήλικοι ήρωές μου να μπορούν να γίνουν πειστικοί όταν λένε ότι φοβούνται ένα νέο εμφύλιο. Μόνο αυτοί μπορούν να είναι τόσο πειστικοί επειδή το μυθιστόρημα περιγράφει τον βαθμό στον οποίο τους έχει γίνει έμμονη ιδέα ο εμφύλιος.Οι δυο ήρωές σας ερωτεύονται στα χρόνια της μεταπολίτευσης και για χάρη του κοριτσιού το αγόρι μαθαίνει τα πάντα για τα Δεκεμβριανά του '44. Η ζωή του στοιχειώνεται από την ιδέα του εμφυλίου κι από τον μεγάλο αυτό έρωτα, που, σε αντίθεση με τις ταχύτητες που αναπτύσσει η εποχή μας, διαρκεί μέσα στο χρόνο. Ακούγεται παράξενο..Ακόμα πιο παράξενο είναι ότι ο έρωτας αυτός αρχίζει σε μια εποχή, τη μεταπολίτευση, κατά την οποία υπήρχε έντονη ακόμα η αίσθηση της συλλογικότητας και φτάνει, έως τους Αγανακτισμένους, που ξανάχουμε την ανάδυση μιας συλλογικότητας. Στο ενδιάμεσο διάστημα που διαρκεί αυτός ο έρωτας, η κοινωνία μας βυθίστηκε σε έναν άκρατο ατομικισμό και στην ιδιώτευση. Το μυθιστόρημα είναι σαν να λέει ότι, αν δεν θέλουμε να καταλήξουμε σε ένα τυφλό βίαιο ξέσπασμα, πρέπει να αντιμετωπίσουμε την κρίση όχι ατομικά, αλλά μέσα από συλλογικές διαδικασίες.Είναι το πιο πολιτικό σας βιβλίο έως τώρα. Το απαιτεί η εποχή; Και πώς με την εποχή, κάθε φορά, διασταυρώνεται ο συγγραφέας;Από την «Επινόηση της πραγματικότητας» και τους «Φίλους», τα βιβλία μου στρέφονται όλο και πιο απροκάλυπτα στη πολιτική. Βεβαίως είχα κάποιο σχετικό παρελθόν, αν σκεφτείτε βιβλία μου όπως το «Ακούει ο Σημίτης Μητροπάνο;». Η εποχή μας όμως δεν σου επιτρέπει να μείνεις αμέτοχος. Στα χρόνια της φούσκας η κυρίαρχη τέχνη ήταν ψυχαγωγική και διακοσμητική. Τώρα βλέπουμε μια μετάλλαξή της σε τέχνη παρηγορητική και εμψυχωτική.Δεν το βλέπουμε όμως στους καλλιτέχνες και τους πνευματικούς ανθρώπους.Η πλειοψηφία των καλλιτεχνών, όπως και η πλειοψηφία της κοινωνίας μας, έχουν μετατραπεί σε αδίστακτους κομφορμιστές και ωφελιμιστές. Στους λίγους που έχουν άποψη, και μάλιστα αντικαθεστωτική, δεν δίνεται βήμα για να μιλήσουν. Η νεοφιλελεύθερη «Καθημερινή» ούτε καν παρουσίασε το βιβλίο, το δε «Βήμα της Κυριακής», το οποίο έκανε επίδειξη συκοφάντησης των Αγανακτισμένων το 2011, το απέρριψε με συνοπτικές διαδικασίες. Είναι συμπτωματική η ιδεολογική μας αντίθεση; Το εύχομαι, αλλά δεν το πιστεύω. Ανάλογα συκοφαντική απέναντι στους Αγανακτισμένους ήταν και η "Lifo". Σε πρόσφατο εξώφυλλό της εξομοίωνε τον χρυσαυγίτη με τον μπαχαλάκια. Πώς μπορεί ένα τέτοιο έντυπο να υποστηρίξει ένα μύθιστόρημα που δίνει φωνή και στον μπαχαλάκια; και το λέω επειδή το προτελευταίο κεφάλαιο της "Πιο Κρυφής Πληγής" είναι η μαρτυρία ενός νεαρού για τις συγκρούσεις με τα ΜΑΤ την εποχή των Αγανακτισμένων.Σας ενοχλεί αυτή η αντιμετώπιση, δεδομένου ότι ήσασταν από τα «αγαπημένα» παιδιά του μιντιακού συστήματος;Αγαπημένος, αλλά και συχνά στο στόχαστρο της κριτικής. Στην προκειμένη περίπτωση, όσο κι αν με στενοχωρεί ως συγγραφέα, με θυμώνει ως πολίτη και επιβεβαιώνει τους χειρότερους πολιτικούς φόβους μου. Τα καθεστωτικά νεοφιλελεύθερα ΜΜΕ, παρά τις ρητορείες τους περί δημοκρατίας, γίνονται όλο και πιο αυταρχικά, όλο και πιο ανελεύθερα και λογοκριτικά απέναντι στις αντίθετες φωνές. Ας μην ξεχνάμε ότι τα μίντια, ειδικά στις μέρες μας, παίζουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη χειραγώγηση και τον έλεγχο του πληθυσμού. Όπως είπε και ο Έκο, όταν έχεις τα μίντια δεν χρειάζεσαι τα τανκς.Η κόρη σας διάβασε το βιβλίο; Πώς αντέδρασε;Το ιστορικό και πραγματολογικό μέρος του βιβλίου με τον εμφύλιο την αποθάρρυνε κάπως. Ίσως κι επειδή η γενιά της, η Κατερίνα κοντεύει τα 17, σε αντίθεση με τη δική μου, δεν έχει πια την παραμικρή σχέση με τα συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα. Στην ηλικία της εγώ κολυμπούσα στη φιλολογία του εμφυλίου. Υπάρχει όμως κι ένας ακόμη λόγος: τα παιδιά των συγγραφέων ψάχνουν στα έργα των γονιών τους αυτοβιογραφικά στοιχεία και ταυτίζουν τον πρωταγωνιστή με τον γονιό, ιδίως όταν η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη. Νομίζω ότι απ' όλα τα βιβλία μου απόλαυσε περισσότερο την «Απίστευτη ιστορία της Πάππισας Ιωάννας», επειδή ακριβώς εγώ δεν ζούσα στον Μεσαίωνα!Τι σας φοβίζει για το μέλλον του παιδιού σας;Η παρακρατική συμμορία της Χρυσής Αυγής. Ακόμα πιο πολύ με φοβίζει ότι το 8% που πήραν οι νεοναζί στις εκλογές σημαίνει πως υπάρχουν ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας μας που έχουν συντηρητικοποιηθεί και, για να μη μας φοβίζουν οι λέξεις, έχουν φασιστικοποιηθεί. Οι μπράβοι που πυροβόλησαν τους μετανάστες στη Μανωλάδα είναι Χρυσή Αυγή είτε την ψηφίζουν είτε όχι. Το ίδιο και αυτοί που δεν ενοχλούνται από παρόμοιες κτηνωδίες. Όμως αυτός είναι ο καρπός τόσων δεκαετιών ιδιώτευσης και πλύσης εγκεφάλου από τα συστημικά ΜΜΕ. Χωρίς την ολιγωρία και την παροιμιώδη ανεπάρκεια των κομμάτων εξουσίας, οι χρυσαυγίτες δεν θα έβρισκαν πάτημα να δημαγωγήσουν ούτε ερείσματα στην ελληνική κοινωνία. Η κοινωνική αναλγησία των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, η εξωφρενική και επικίνδυνη θεωρία των δύο άκρων καθώς και η προθυμία με την οποία παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο σύστημα κάποιοι συνάδελφοί μου, όλα αυτά εκκόλαψαν το αυγό του φιδιού. Και χωρίς όλα αυτά ίσως ο κόσμος να μην ήταν τώρα τόσο μουδιασμένος, σ' αυτή την κατάσταση ύπνωσης. Σε κάθε περίπτωση η διέξοδος και η λύση για μένα παραμένει η συλλογική αντίσταση.info: "H πιο κρυφή πληγή" του Βαγγέλη Ραπτόπουλου παρουσιάζεται αύριο στις 7.30 μ.μ., στην Πινακοθήκη Γιώργου Ν. Βογιατζόγλου (Ελευθερίου Βενιζέλου 61-73, Νέα Ιωνία), στην εκδήλωση που οργανώνουν οι εκδόσεις Ικαρος και η Πινακοθήκη σε συνεργασία με τον ρ/σ "105,3 Στο Κόκκινο". Μιλούν οι Άρης Χατζηστεφάνου, Μάκης Μηλάτος, Νίκος Κουρμουλής, Κώστας Αρβανίτης και ο συγγραφέας. Συντονίζει η Φωτεινή Λαμπρίδη. Διαβάζουν οι Μάτα Καστρησίου και Βαγγέλης Ζαπανιώτης.Περισσότερα
-
Στην Ελλάδα μέσω "Βομβάης"
Βαγέλης Χατζηβασιλείου | Το Βήμα της Κυριακής | Κυριακή 28 Απριλίου 2013 To ταξίδι ενός Ελληνα από το Μόναχο στη Θεσσαλονίκη του '60 και των φαντασμάτων του Εμφυλίου. To εκτενέστερο μυθιστόρημα του Δημήτρη Νόλλα.Οταν τον Μάιο του 1963 ο Γρηγόρης Λαμπράκης θα πέσει νεκρός κάτω από τους τροχούς του δολοφονικού τρίκυκλου των Εμμανουηλίδη και Γκοτςαμάνη, n Ελλάδα θα απέχει ήδη μία δεκαπενταετία από τη λήξη του Εμφυλίου. Με τη διαφορά ότι ο Εμφύλιος θα τείνει σε αυτή τη φάση να μετατραπεί σε φάντασμα της καθημερινότητας, σε μια παθολογία ανιχνεύσιμη στα πιο διαφορετικά επίπεδα της κοινωνίας. Σε μια τέτοια κοινωνία θα επιστρέψει λίγο μετά τη δολοφονία του Λαμπράκη ο Αριστος Καραμπίνης, ο οποίος μολονότι δουλεύει στη λαχαναγορά του Μονάχου, έχοντας εγκαταλείψει από καιρό τις σπουδές του, δεν λέει να υποστείλει και τις καλλιτεχνικές φιλοδοξίες του - να γίνει ποιητής ή ζωγράφος. Ο Αριστος θα φέρει από το Μόναχο στη Θεσσαλονίκη μια γυναίκα που άρχισε να εργάζεται στη γερμανική βιομηχανία επί ναζισμού και τώρα υποφέρει από παράνοια. Η γυναίκα θα εξαφανιστεί άμα τη αφίξει τους στην Ελλάδα και n αναζήτησή της θα οδηγήσει τον Αρίστο στα άδυτα του εμφυλιακού παρελθόντος: ένα παρελθόν το οποίο έχει καταλάβει καθ ολοκληρίαν το παρόν και αντιστρατεύεται σθεναρά το οποιοδήποτε διαφορετικό μέλλον. Με το Ταξίδι στην Ελλάδα ο Δημήτρης Νόλλας μοιάζει να βάζει τέλος στην ανάπαυλα την οποία υπαινισσόταν n περυσινή συλλογή διηγημάτων του με τίτλο Στον τόπο. Αν εκεί εμφανιζόταν ένας υπαινιγμός για τη δυνατότητα μιας κοινότητας στοιχειώδους αλληλεγγύης, με το ανά χείρας μυθιστόρημά του επιστρέφουμε στην κατακερματισμένη και βαθιά διαβρωμένη συλλογικότητα των προηγούμενων βιβλίων του. Ο Αριστος θα συναντήσει στον τόπο της γενέτειρας του μια σωστή κόλαση: n οικογένειά του θα προσπαθήσει να βάλει χέρι στην περιουσία του σε αγαστή συνεργασία με τα τοκογλυφικά κυκλώματα, n Αστυνομία θα τον απειλήσει με στέρησπ διαβατηρίου αν δεν της δώσει πληροφορίες για ης αριστερές παρέες του στο Μόναχο και n γυναίκα την οποία ψάχνει, θα περιγελάσει όλες τις φιλοδοξίες που είχε την απρονοησία να εκθρέψει για τον γενέθλιο τόπο του. Και όταν όμως ο Καραμπίνης θα φθάσει στην καρδιά του Εμφυλίου μέσω της παρακολούθησης των περιπετειών του Αποστόλη, n πραγματικότητα δεν θα αλλάξει. Οι άνθρωποι θα σφαγιαστούν για ένα αδειανό πουκάμισο και το μόνο που θa επικρατήσει στην καρδιά όσων γλιτώσουν θα είναι ο εκμηδενισμός: πολιτικός, κοινωνικός, ηθικός και υπαρξιακός.Γράφοντας το εκτενέστερο και τοαποχρόνως το εντελέστερο μυθιστόρημά του, ο Νόλλας άρχιζα και ολοκληρώνει την ιστορία του εν κίνησει: στην αμαξοστοιχία που πηγαίνει πρώτα από Μόναχο προς θεσσαλονίκη και ύστερα από θεσσαλονίκη προς Μόναχο. Ολπ n υπόλοιπη πλοκή θa φυλακιστεί στην αγκύλη του ενδιάμεσου διαστήματος: το ταξίδι του Αρίστου στην Ελλάδα δεν θα είναι τίποτε παραπάνω από μια προσωρινή παρένθεση, από μια κατάσταση που θα παρεμβληθεί μεταξύ δύο σιδηροδρομικών διαδρομών για να τελαώσει με την επιστροφή στη Γερμανία όταν θα έχα χαθεί κάθε ελπίδα και απαντοχή για την Ελλάδα Με ένα υφαντό καμενικών παραπομπών (από βιβλικά και αρχαιογνωσηκά χωρία λαϊκά τραγούδια Σεφέρη και Πεντζίκη ως Βασίλη Βασιλικό και Γιώργο Σκαμπαρδώνη), ο Νόλλας στήνει μια εμβληματική σκηνή που θα διαρρήξει τον ιστορικό χρόνο του μυθιστορήματος για να προβάλα μέσα από μια νοσηρά σαγηνευτική ατμόσφαιρα m διαχρονική επιβίωση του αριβισμού, της συναλλαγής και της διαφθοράς. Πρόκαται για την κάθοδο στην αμαρτωλή «Βομβάη», ένα ζοφερό κέντρο διοισκέδασης, όπου θα αποκαλυφθεί ό,η θα παραμείνα διά βίου κρυφό στον επάνω κόσμο - τον κόσμο της κοστουμαρισμένης αξιοπρέπαας. Η «Βομβάη» θα χαράξει τα σύνορα του ελληνικού τοπίου και θα αποτελέσει τη μοναδική εγγύηση για τη συνέχειά του. Εξαιρετικά πικρό το συμπέρασμα αλλά σκοπός της λογοτεχνίας δεν είναι να μας βοηθήσα να καταπιούμε την κάμηλο. Πολλώ δε μάλλον όταν έχουμε να κάνουμε με έναν συγγραφέα της τάξης του Νόλλα.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Δημήτρης Νόλλας: Το Κακό δεν τελειώνει ποτέ.
Συνέντευξη του Δημήτρη Νόλλα στον Γιάννη Μπασκόζο για την εφημερίδα Το Βήμα, 7 Απριλίου 2013 Ο μυθιστοριογράφος μιλάει για το τελευταίο του βιβλίο, τον δυτικό εκσυγχρονισμό που τρομοκρατεί και τα «μπιχλιμπίδια» που προτείνουν οι κομματικές συμμορίες.Ενας νεαρός, αιώνιος φοιτητής στη Γερμανία, επισκέπτεται τη γενέτειρά του, τη Θεσσαλονίκη, λίγο μετά τη δολοφονία τουΛαμπράκη, συνοδεύοντας μια «φευγάτη» κοπέλα, τη Χρυσάνθη. Εκεί θα βρει τις ρίζες του αλλά και τον χειρότερο εαυτό του, απότοκο των ανθρώπων που δημιούργησαν τη σύγχρονη Ελλάδα. Το Ταξίδι στην Ελλάδα (εκδόσεις Ικαρος), το νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Νόλλα, δεύτερο μέρος μιας τριλογίας, είναι ένα ταξίδι στην Ιστορία και μια καταβύθιση στο Κακό που μας δυναστεύει.Ο ήρωάς του, ο Αρίστος, θα βρεθεί σε μια κοινωνία γεμάτη χαφιέδες, τοκογλύφους, ανθρώπους του γρήγορου πλουτισμού και σχέσεις στον αέρα, στηριγμένες στο συμφέρον. Θα καταλάβει ακόμη ότι και η δική του ταυτότητα - την οποία έχει απαρνηθεί εκεί στα ξένα - αποτελείται από «χρήματα, ονόματα, λέξεις και λόγια» που τον δένουν με τόπους και πρόσωπα τα οποία θα ήθελε να έχει ξεχάσει. Πυκνό σε νοήματα, μινιμαλιστικό στην έκφραση - όπως πάντα -, το μυθιστόρημα του Δημήτρη Νόλλα μάς δίνει τη δυνατότητα να συζητήσουμε μαζί του κάποια από τα ζητήματα που θίγει σε αυτό. Η αναζήτηση ταυτότητας από μέρους του κεντρικού σας ήρωα θέτει ένα ερώτημα: υπάρχει σήμερα μια ταυτότητα του ατόμου που ορίζεται ως «σημερινός Ελληνας»; Και ποια είναι αυτή;«Ναι, υπάρχει, σε όσους τη διεκδικούν και είναι περήφανοι γι' αυτή. Τώρα, για το ποια πράγματα τη συγκροτούν, θα μπορούσαμε να αρχίσουμε από τα στοιχειώδη: η πίστη και η γλώσσα». Στο μυθιστόρημά σας επιστρέφετε στις σκοτεινές πτυχές της ιστορίας μας και ειδικότερα στον Εμφύλιο, ο οποίος αποτελεί ένα κεντρικό κεφάλαιο του βιβλίου. Θέτετε μάλιστα το ερώτημα: «Μπορεί να σταθεί κανείς ουδέτερος σε μια εμφύλια διαμάχη;». Εσείς τι πιστεύετε γι' αυτό; «Ναι, τίθεται αυτό το ερώτημα, χωρίς να είναι το κεντρικό. Τα διλήμματα της ζωής - και ένας εμφύλιος σπαραγμός είναι ένα από τα πιο ακραία - μπορεί καμιά φορά να αποβούν ευλογημένα. Γιατί μας υπενθυμίζουν πόσο τραγικά ελεύθεροι είμαστε, ενώ "η πτώσις μας είναι βεβαία". Ενας πυρετός μπορεί να είναι λυτρωτικός, πόσω μάλλον μια σοβαρή ασθένεια, που έρχεται να μας ξανατοποθετήσει μπροστά σε αξίες τις οποίες παραμελήσαμε, όπως είναι η ανοχή στους άλλους και η συγχώρεση. Και η αγάπη, αυτή κυρίως, που ποτέ δεν ξεπέφτει». Διαβάζοντας την ιστορία που αφηγείστε διαβλέπει κανείς ότι υπάρχει μια μοίρα, ένα πεπρωμένο, ένα «κακό» από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς.«Το Κακό δεν τελειώνει ποτέ και δεν μπορούμε να του ξεφύγουμε παρά μόνον επιλέγοντας το Καλό. Είναι ψευδαίσθηση το ότι μπορούμε να το αφανίσουμε και συνήθως η εξάλειψή του χρησιμοποιείται ως άλλοθι προκειμένου το Εγώ να φουσκώνει πνίγοντας το Σύμπαν. Μόνον όταν ο άνθρωπος μάχεται το Κακό αενάως γίνεται άνθρωπος». Μιλάτε κάπου για το «πλήθος των υλικών» που καταδυναστεύουν τη ζωή μας. Η κρίση προσφέρει, ίσως, μια διέξοδο από αυτά;«Οταν είμαστε ανίκανοι να οικοδομήσουμε τις σχέσεις μεταξύ μας με άλλον τρόπο, η κρίση, όπως και ο πόλεμος, προσφέρουν πάντα μια διέξοδο». «Η αλήθεια είναι αυτό που θα μπορούσε να συμβεί» ή αυτό που έχει συμβεί. Τελικά η αλήθεια είναι κάτι άπιαστο;«Είναι μια παμπάλαια αλήθεια της τέχνης: αληθινό δεν είναι μόνον αυτό που έγινε, αλλά και αυτό που θα μπορούσε να έχει γίνει. Και τι πιο γοητευτικό από τη διαρκή αναζήτηση της αλήθειας;». Αν ο ήρωας, ο Αρίστος, επέστρεφε στο σήμερα και όχι στο 1963, τι ακριβώς θα έβλεπε;«Θα το δούμε μαζί, όταν εκδοθεί το τρίτο μέρος αυτού του Ταξιδιού στην Ελλάδα». Γράφετε κάπου ότι «οι δεξιοί πάντα ζήλευαν τους αριστερούς». Σήμερα ποια είναι η σχέση Αριστεράς - Δεξιάς; Ισχύει αυτό που λένε, ότι η διάκριση αυτή έχει πια χαθεί;«Η ζήλια που γεννιέται από την επιθυμία της εξουσίας είναι που κάνει τη διάκριση/ταύτιση μεταξύ Δεξιάς - Αριστεράς να παραμένει κραταιά και είναι αυτό απ' όπου αναδύεται η συγγένεια μεταξύ των κομματικών συμμοριών, με όλα τα σωτηριολογικά μπιχλιμπίδια που την περιβάλλουν, και γίνεται ολοφάνερη. Και ανατριχιαστική». Το στοίχημα του εκσυγχρονισμού χάθηκε στη δεκαετία του '60, όπως και στη δεκαετία του '90. Μήπως η ελληνική κοινωνία δεν επιδέχεται τελικά τον (δυτικό) εκσυγχρονισμό;«Εχει αποδείξει η ελληνική κοινωνία ότι έχει την ικανότητα να εκσυγχρονίζεται, την ξέρει την τέχνη της επιβίωσης. Αρκεί να θυμηθούμε ότι η νησιωτική Ελλάδα, με την εμφάνιση του ατμού τον 19ο αιώνα, θα μπορούσε να είχε αφανιστεί. Της πήρε καμιά πενηνταριά χρόνια, αλλά τον καβατζάρισε τον κίνδυνο. Και όπως καταλαβαίνετε, σε αυτόν τον τόπο, που έχει μάθει να συνομιλεί με τους αιώνες, δεν σημαίνουν τίποτε 50 χρόνια. Είναι τα μεγέθη και η βιασύνη του δυτικού εκσυγχρονισμού που τρομοκρατούν την ελληνική κοινωνία και τη φρενάρουν». «Γράφοντας και ξαναγράφοντας το ίδιο» γράφετε στις λευκές σελίδες προτού αρχίσει η αφήγησή σας. Πώς τοποθετείτε το βιβλίο αυτό σε σχέση με τα παλαιότερά σας; «Αν ισχύει το μότο που παραθέτω στην αρχή - και ισχύει -, τότε όλα μου τα βιβλία συνθέτουν μια αλυσίδα που ανεβοκατεβάζει τον κουβά με το νερό που με ξεδιψάει. Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι ένας κρίκος αυτής της αλυσίδας. Ο τελευταίος, ο προτελευταίος, ό,τι ο Θεός δώσει».Περισσότερα
-
Το ψυχικό τοπίο του τόπου
Θανάσης Αλευράς | Ελευθεροτυπία | 22 Μαρτίου 2013 To νυχτερινό ταξίδι με το τρένο στην αρχή του «Ταξιδιού στην Ελλάδα» του Δημήτρη Νόλλα, από τις εκδόσεις Ικαρος, είναι εξαρχής n πιo ακριβής εικόνα, n πιo πιστή μεταφορά της διαδρομής, ή καλύτερα της σχεδόν ακίνητης διαδρομής, μέσα στο χρόνο τns Ελλάδας, μια διαδρομή που σε υποχρεώνει διαρκώς να τη σκέφτεσαι, δηλαδή να σε σκέφτεσαι, σε μια αέναη μετατόπιση μέσα απo έρημους νυχτερινούς σταθμούς και άδειες αποβάθρες, διαδρομή μες στο δικό σου ψυχικό τοπίο, αυτή n εναρκτήρια «ιδέα» της Ελλάδας, που θα έλεγε κι ο Ελύτης, που είναι όμως περισσότερο ιστορικά, συναισθηματικά και πνευματικά φορτισμένη και σε απευθείας επαφή με την ψυχή του τόπου, ψυχή κατάμεστη εγχώριων κι αλλότριων μεταναστευτικών ρευμάτων, οι χορταριασμένοι σιδηρόδρομοι, τα βαγόνια με φωτά χλωμά, την ώρα που «το φεγγάρι, χαμηλά στον ορίζοντα και πριν αρχίσει να βασιλεύει, άπλωνε ένα φωτεινό παραμυθένιο πέπλο κι ασήμωνε την πλάση στην πιo σκοτεινή τns ωρα», αυτή ακριβώς n πιo υποδόρια, μυστηριώδης στιγμή βρίσκει απόλυτα κέντρο στο σημερινό ψυχικό τοπίο του τόπου, τόσο μακριά από τις λυρικές ψαρόβαρκες και τα κλωνάρια και τα ηλιοβασιλέματα του Αιγαίου, που έμειναν σαν παρεξηγημένα από τόση αφέλεια μέσα σε γυαλιστερές καρτ ποστάλ και δίπλα σε πανάκριβες, πλαστικές φρουτοσαλάτε5 μιας άγαρμπης τουριστικής εκμετάλλευσης αυτής της «ιδέας», το Acropolis Express, ακριβώς αυτό, ξεκίνησε ακόμη μια φορά το ίδιο ταξίδι, «γράφοντας και ξαναγράφοντας το ίδιο», και το πρώτο πράγμα που λέει κανείς, μεσούσης της διαδρομής, κι αυτό που μάλλον δεν έχει πάψει ποτέ να ρωτάει, ξανά και ξανά, στη ζωή του, «πού βρισκόμαστε;», φέρνει ήδη ως αποσκευή το σώμα τns ιστορίας και το ταξιδεύει σε ένα στοχαστικό σύμπλεγμα προσωπικών ιστοριών, αποσπασμάτων στη δίνη μιας μεγαλύτερης κοινής ιστορίας που ξαναείδε κάτω αη' το ίδιο φως τον εαυτό της και συνεχίζει να πηγαίνει mo πέρα τη συλλογική βαλίτσα, παρασέρνοντας tous πάντες και τα πάντα ο' ένα αρκετά αβέβαιο κι εκπληκτικό στοίχημα αυτογνωσίας, σε μια χώρα προικισμένη με άπλειο φως, φως που μάλλον δεν είναι αυτό του ήλιου της δικαιοσύνης, αλλά αυτό το καβαφικό, αυτό τo άγνωστο που ποιος ξέρει τι καινούργιες τυραννίες θα δείξει, είναι μια άλλη ζώνη του λυκόφωτος στην οποία μπήκαμε για να βρούμε τον εαυτό μας και να καταλάβουμε αυτό που μας συνέβη, μια ζώνη πάραυτα διαυγής, σαν λαμπερό αττικό πρωινό, όπου «όλα γύρω τους έλαμψαν φως, επιβεβαιώνοντας την υποψία πως πορεύονταν στον τόπο τns τρέλας, αφού δεν μπορεί τo σκοτάδι να μεταλλάσσεται σε φως τόσο γρήγορα, τόσο βιαστικά, χωρίς αυτό να έχει επίπτωση και στις ψυχές των ανθρώπων».Περισσότερα