Νέα
Λίστα Νέων, Κατηγορίες Νέων, Εκδηλώσεις
-
Το εργαστήρι της μετάφρασης
Αχιλλέας Κυριακίδης | Μεταφράζοντας το μυθιστόρημα «Η Mercury παρουσιάζει» του Anthony Marra
Ο Αχιλλέας Κυριακίδης φιλοξενείται στο blog του Ίκαρου, στη στήλη «Το εργαστήρι της μετάφρασης», και μας μιλάει για το μεταφραστικό ταξίδι του νέου βιβλίου του Anthony Marra, Η Mercury παρουσιάζει, για τη τεχνική του συγγραφέα και τη ψυχογραφική του δεινότητα.Την πρώτη και, μέχρι στιγμής, τελευταία φορά που ο Άντονι Μάρα επισκέφθηκε την Αθήνα, με την ευκαιρία της ελληνικής έκδοσης του εξαιρετικά σημαντικού πρώτου μυθιστορήματός του (Αστερισμός ζωτικών φαινομένων, 2013), τον ρώτησα ποια ήταν τα μελλοντικά του συγγραφικά σχέδια. Με την αναγκαία κρυψίνοια κάθε καλλιτέχνη στον οποίο υποβάλλεται αυτή η αμήχανη και εν πολλοίς ανόητη δημοσιογραφική ερώτηση, ο κατά ελληνικόν κόσμον «Αντωνάκης» μού απάντησε ότι ακόμα δεν είχε τίποτα στο νου του κι ότι προείχε μια επίσκεψή του στην εκ δυσμών γείτονα για να ξεσκάψει τις ρίζες των ιταλών προγόνων του.Όταν, μετά από τρία χρόνια, εκδόθηκε ο συγκλονιστικός Τσάρος της αγάπης και της τέκνο, μια συλλογή διηγημάτων που, χάρη σ’ ένα ιδιοφυές αφηγηματικό και χωροχρονικό μοντάζ, συγκροτούν ένα στέρεο και ευσπόνδυλο σπονδυλωτό μυθιστόρημα, υπέθεσα ότι το «Ταξίδι στην Ιταλία» (δεν είναι τυχαία η κινηματογραφική παρεμβολή) είχε αποκλειστικά γενεαλογικούς σκοπούς κι ότι η περιέργειά μου να διαβάσω κάτι δικό του, συντεταγμένο πάνω σε άλλες γεωγραφικές συντεταγμένες, θα έμενε ακόμα ακόρεστη. Έπεσα έξω.Το τρίτο του βιβλίο που είχα τη χαρά και την τιμή να μεταφράσω, το Η Μercury παρουσιάζει, παρακολουθεί το «Ταξίδι από την Ιταλία» μιας κοπέλας που δραπετεύει από την προπολεμική φασιστική πατρίδα της, μεταναστεύει στις ΗΠΑ, εγκαθίσταται στην Καλιφόρνια και εμπλέκεται στον – όχι και τόσο– παραμυθένιο κόσμο ενός επίσης αντισημιτικού και αντικομμουνιστικού Χόλιγουντ.Όπως σε όλα του τα βιβλία, η γραφίδα του Μάρα δεν αρκείται στη σκιαγραφία ενός πορτρέτου, πόσο μάλλον σε μια συμπυκνωμένη αφήγηση-μινιατούρα. Το Η Mercury παρουσιάζει είναι η θεόρατη τοιχογραφία μιας ολόκληρης εποχής, μιας ολόκληρης χώρας, ενός ολόκληρου κόσμου στα πρόθυρα μιας παγκόσμιας σύρραξης που έμελλε να τον κάνει στάχτη χωρίς να τον ξαναγεννήσει καλύτερο.Ο Μάρα (κι αυτό είναι δείγμα σπουδαίου συγγραφέα) προσαρμόζει την τεχνική του και, κυρίως, το ύφος του στο θέμα, αντί να το στριμώξει στο στενό παπούτσι της ευκολίας με το ναρκισσιστικό πείσμα που διακατέχει πολλούς σύγχρονους «επιτυχημένους» συγγραφείς. Αυτά που δεν αποχωρίζεται, όμως, και που αστράφτουν και στο καινούργιο του βιβλίο, είναι το χιούμορ του, η ψυχογραφική του δεινότητα και ο ανθρωπισμός του.Από την Τσετσενία στην Ιταλία, κι από κει στην Καλιφόρνια, ένα (μεγάλο) ταλέντο δρόμος.Περισσότερα
-
Το εργαστήρι της μετάφρασης
Ο Άγγελος Αγγελίδης και η Μαρία Αγγελίδου για τη μετάφραση του βιβλίου «Υπέροχη Αγαπημένη μου» του Marieke Lucas Rijneveld
Ο Άγγελος Αγγελίδης και η Μαρία Αγγελίδου φιλοξενούνται στο «εργαστήρι της μετάφρασης», με αφορμή την έκδοση του δεύτερου μυθιστορήματος του Marieke Lucas Rijneveld, Υπέροχη αγαπημένη μου. Οι δύο μεταφραστές του βιβλίου φωτίζουν με τη μορφή διαλόγου ένα άγνωστο κομμάτι από τη δημιουργική διαδικασία της μετάφρασής του.Η μετάφραση είναι ωραία δουλειά, επειδή είναι ωραία συζήτηση. Ατελείωτες κουβέντες, αλλά και σύντομοι διάλογοι (ή μονόλογοι, υπάρχουν και τέτοιοι), συνομιλίες με το γράψιμο και με το διάβασμα, μηνύματα στα περάσματα από μια γλώσσα σε άλλη, στιχομυθίες που ξεδιαλέγουν τις λέξεις και τις παύσεις, ισορροπίες στο νόημα, ή πιο σωστά: στα κύματά του.“Υπέροχη αγαπημένη μου”: προσπαθώντας ν’ αφουγκραστούμε τη φωνή ενός αφηγητή, που δεν θέλει ούτε ο ίδιος ν’ ακούσει τον εαυτό του.-Το βιβλίο όλο είναι μια παθιασμένη ερωτική εξομολόγηση.-Όχι ακριβώς.-Μια ομολογία τρομακτικής ενοχής.-Όχι ακριβώς.-Μια απεγνωσμένη προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα σε δύο άκρα: στην εξέγερση κόντρα σε μια αυστηρά θρησκόληπτη και καθωσπρέπει καθημερινότητα από τη μια, και στην αδήριτη ανάγκη ορίων ασφαλείας από την άλλη.-Ναι, να το πούμε αυτό: όπως και στο Δυσφορεί η Νύχτα έτσι κι εδώ ο Μαρίκε Λούκας Ράινεφελντ μας σπρώχνει ανυποχώρητα προς την κατάργηση κάθε ορίου.-Σε ποιον μιλάει ο μεσόκοπος άντρας; Σε ποιον τολμάει να μιλήσει για τον τρελό του έρωτα; Στην υπέροχη αγαπημένη του, που έχει την ηλικία των παιδιών του; Στη γυναίκα του; Στους δικαστές του; Στον εαυτό του; Σε μας, τους αναγνώστες; -Η φωνή του αλλάζει, ανάλογα με τον ακροατή/αναγνώστη που θεωρεί ότι έχει. Με θρίαμβο μιλάει στην υπέροχη, στη λατρεμένη του αγάπη. Με υποκρισία στη γυναίκα του, συχνά και σε μας. Με ψεύτικη αποστασιοποίηση και ψυχραιμία στους κριτές και στους δικαστές του. Με συντριβή κάποιες στιγμές στον εαυτό του. Όλες αυτές οι φωνές συνυπάρχουν σε κάθε ταλάντωση του υπερευαίσθητου εκκρεμούς της ισορροπίας του.-Και για ποιο πράγμα μιλάει; Για το υπέροχο πάθος της ζωής; Για την άφατη ενοχή της βάναυσης κακοποίησης; Για το όνειρο (ή μήπως είναι εφιάλτης;) της εκατό τοις εκατό αθώας κι εκατό τοις εκατό ανύπαρκτης αγάπης;-Δεν ξέρει. Ούτε ο ίδιος δεν ξέρει. Γι’ αυτό και διαρκώς φωτίζει και συσκοτίζει, διαρκώς θυμάται και ξεχνάει, διαρκώς πλάθει και αφανίζει, διαρκώς είναι σαν να γράφει και να σβήνει.-Γι’ αυτό και η γλώσσα του είναι αμείλικτη. Η λογοτεχνία του είναι αμείλικτη. Σκληρή κι αλύπητη. Λογοτεχνία οργισμένη. Σ’ αυτήν την οργή οφείλεται και η δύναμη της Αγαπημένης, η δύναμη των τρομερών εικόνων, που καταφέρνει να ζωγραφίζει με λέξεις.Περισσότερα
-
«Τα κτήματα των κίτρινων ρόδων», Μανόλης Κορρές
Ολόκληρη η ομιλία του Ακαδημαϊκού και προέδρου της Επιτροπής Συντηρήσεως Μνημείων Ακροπόλεως Μανόλη Κορρέ στην παρουσίαση του ποιητικού βιβλίου της Λέλης Μπέη, Τα κτήματα των κίτρινων ρόδων, στο Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού (20/10/2022).Δεδομένου ότι έχουμε αρμοδίους να μιλήσουν για το ποιητικό, νομίζω ότι μπορώ να πω λιγότερα και να πω ακόμη κάτι για τα σχέδια. Δεν είναι ακριβώς ζωγραφική, είναι σχέδια. Για το ποιητικό, βέβαια, τα λίγα που μπορώ να πω, επειδή είναι άλλοι αρμοδιότεροι εμού, είναι ότι διακρίνεται για την οικονομία του λόγου, για το ταίριασμα των λέξεων, που ανήκει βέβαια σε αυτό που είναι σήμερα η ποίηση, ο ελεύθερος στίχος, αλλά παρά ταύτα υπάρχει μέσα μια αναπνοή, αυτό που παλιά το εξασφάλιζε το έμμετρον, δηλαδή ο έμμετρος λόγος, οι ομοιοκαταληξίες και όλα αυτά. Σήμερα δεν είναι απαραίτητα, ωστόσο αυτή η ιδιότητα του ταιριάσματος, του εναρμονισμού των λέξεων, παραμένει ένα ζητούμενο στην ποίηση και ευτυχώς υπάρχουν πολλοί Έλληνες ποιητές που το καταφέρνουν. Σ’ αυτούς καταλέγεται βεβαίως και η κυρία Μπέη. Σταματοπούλου – όπως είναι στη δική μου μνήμη μια και γνωριζόμαστε από σχεδόν παιδικής ηλικίας.Δεν θα ήθελα να πω περισσότερα... Θα έλεγα ότι κυρίως στα ποιήματα αποτυπώνονται όχι μόνο ιδέες και αφηρημένες, προφανώς, έννοιες αλλά εικόνες. Και αν δεν ήταν έτσι, δεν θα μπορούσε να γίνει και μια, ας το πούμε, απεικόνιση ορισμένων απ’ αυτές με τα μέσα του σχεδίου, χαρτί δηλαδή και μολύβι ή μελάνι. Και βέβαια πρέπει να πούμε –επειδή λέγεται συχνά– ότι μία εικόνα χίλιες λέξεις –αυτό βέβαια δεν είναι κινέζικο, όπως όλα εδώ στη Δύση τα αποδίδουν στους Κινέζους έτσι αορίστως– ανήκε και αυτό στον Ντιντερό, όταν ετοίμαζε τη μεγάλη εκδοτική εποποιία της Encyclopedie μαζί τον Ντ' Αλαμπέρ, αλλά εγώ το παραφράσσω λέγοντας: αν μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις, κάθε λέξη μπορεί να είναι χίλιες εικόνες. Και έτσι μέσα στην ποίηση υπάρχουν –τι άλλο– και εικόνες, πολλές εικόνες. Έτσι δεν είναι και κανένα κατόρθωμα να πάρει κανείς το μολύβι και να σχεδιάσει. Στην πραγματικότητα δεν ξέρει τι να πρωτοκάνει διότι κάθε λέξη, όπως είπα, οδηγεί σε πολλές διαφορετικές εικόνες.Εκείνη τη στιγμή λοιπόν και στα περιθώρια του λιγοστού μου χρόνου –φυσικά όπως κάθε φορά που είσαι μπροστά σε ένα τέτοιο δίλημμα, παρελαύνουν αυτά που συνήθως σου έχουν αφήσει ένα αποτύπωμα, μια εντύπωση– θυμήθηκα το πιο μινιμαλιστικό απ’ όλα: του Σημηριώτη τη μετάφραση των έργων, ποιημάτων του Έντγκαρ Άλαν Πόε, τα οποία είναι –ποιος δεν τα ξέρει– έμμετρα και η μετάφραση είναι επίσης έμμετρη. Με δυσκολία διότι οι αγγλικές λέξεις είναι συντομότερες, μονοσύλλαβες, δισύλλαβες το πολύ, και οι ελληνικές είναι πολυσύλλαβες. Είναι εξαιρετική αυτή η μετάφραση από τον ίδιο τον Σημηριώτη, και τα σχέδια που έκανε ο ίδιος. Είναι πολύ σπάνιο να έχουμε τον ποιητή, ο οποίος ταυτοχρόνως έχει και το χάρισμα του σχεδίου.Έτσι λοιπόν, από τότε που ήμουν πολύ νέος, αυτό με είχε εντυπωσιάσει. Φυσικά δεν κατάφερα κάτι παρόμοιο αλλά ούτε, ευτυχώς, παρασύρθηκα και στην πλευρά του Γκιστάβ Ντορέ που εικονογράφησε τη Θεία Κωμωδία με πολύ αναλυτικούς πίνακες. Έπρεπε κάπου ανάμεσα να μείνω, που είναι και πιο εύκολο. Οπότε, έτσι έχει το πράγμα και μπορώ να σας πω δυο λόγια για τα σχέδια.Το πιο απαιτητικό είναι στο τέλος, βλέπετε, όλο αυτό που λέγεται «Η ανώνυμη λίμνη». Και είναι πολύ απαιτητικό, περίπου το ήμισυ του περιεχομένου σε λέξεις και δυνατές, ας πούμε, εικόνες. Συντίθεται σ’ αυτή τη σελίδα, δεξιά από τους στίχους της Λέλης.Και μετά, στο εξώφυλλο, είναι κάτι λιγοστό, το οποίο έρχεται βέβαια πάλι από ένα ποίημα, την «Αθήνα». Αθήνα-Αθηνά, ελαία, κλάδος ελαίας. Είναι πολύ απλό αλλά έχει τόσο πολλές συμπαραδηλώσεις. Δεν θα ήθελα να αναφερθώ στις ελληνικές, γιατί όλοι τις ξέρουμε εδώ στην Ελλάδα. Η ελαία και ο κλάδος, όλα αυτά, αλλά και στη Βίβλο. Αλλά σκέφτομαι τοιχογραφίες στην Αίγυπτο την εποχή του Αχενατών, όπου δείχνει ακριβώς αυτό το είδος κλάδου ελαίας κι από πάνω τις ακτίνες του ήλιου, οι οποίες συμβολίζονται πάντα με γραμμές οι οποίες έρχονται από πάνω αριστερά, κατεβαίνουν προς τα κάτω δεξιά και οι οποίες αυτές γραμμές στο άκρον μεταμορφώνονται, σωματοποιούνται, και δεν είναι άλλο από μικρά χεράκια που χαϊδεύουν, και χαϊδεύουν τον κλάδο της ελαίας. Ο Αχενατών ήταν ποιητής επίσης, ήταν για πολύ λίγο καιρό στην εξουσία και τόλμησε να αμφισβητήσει το πολυχρηστικό σύστημα της φαραωνικής Αιγύπτου. Και βέβαια, βλέπετε και το πλοίο με τη σκιά του. Βέβαια εκεί οι εικόνες ήταν πολύ ζωντανές, πολύ δυνατές από τους στίχους της Λέλης που διάβασα, ώστε αυτό βγήκε αβίαστα.Φυσικά πίσω υπάρχουν αναμνήσεις από τον Άνσεντ, τον Αμούντσεν, τον Αντρέ και άλλους εξερευνητές. Πολλοί από αυτούς χάθηκαν και δεν επέστρεψαν ποτέ. Και χειρότερα θα ήταν, νομίζω, αν θέλαμε να μιλήσουμε για το υπερθετικόν της αυτοθυσίας, ο Μπέρινγκ –Βερίγγειος, ποιος δεν ξέρει τον Βερίγγειο–, τα στενά που συνδέουν τα νερά του Ειρηνικού με τον Βόρειο Ωκεανό. Ίσως δεν ξέρετε ότι ο Μπέρινγκ έζησε τον 18ο αιώνα, ήταν Δανός αλλά δούλεψε για τη Ρωσία, την τσαρική Ρωσία. Αφού δεν του έδινε η Δανία τα ποσά που ζητούσε από τον θρόνο για τρία πλοία με τα οποία θα εξερευνούσε τον Βόρειο Ωκεανό, αλλαξοπίστησε –να το πούμε έτσι–, έστρεψε την πλάτη στην πατρίδα του, άλλαξε πατρίδα και προσέφερε υπηρεσίες στον Τσάρο. Το όνομά του δόθηκε αργότερα. Και πολύ αργότερα βρέθηκαν από Ρώσους εξερευνητές τα κατάλοιπα αυτά που σήμερα λέγονται το «μαύρο κουτί», διακόσια χρόνια μετά, και δημοσιεύτηκαν από μια ομάδα επιστημόνων, Δανών και Ρώσων, της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών, κι έτσι έχουμε μάθει τι συνέβη τότε. Άρα σ’ αυτή τη Θάλασσα Λάπτεφ, στην οποία ίσως έφτασε ο Μπέρινγκ –μάλλον δεν έφτασε, αλλά προς τα κει θα πήγαινε–, είναι ανατριχιαστική η ηρεμία, που πάλι παραπέμπει σε έναν άλλον ποιητή, θα έλεγα τον Έντγκαρ Άλαν Πόε, αλλά στο πεζό του, «Άρθουρ Γκόρντον Πιμ». Η αλλόκοτη αυτή αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πιμ, που περιγράφει τον Νότο, την άλλη άκρη του πλανήτη, περιγράφει την απόλυτη ακινησία της ατμόσφαιρας, μια παγωμένη ατμόσφαιρα, κρύα, όλα λευκά και νεκρικά. Έτσι είναι στην άκρη της Γης στις βόρειες εσχατιές και τις νότιες. Οπότε, έτσι είναι αυτή η εικόνα...Δεν θα σας πω για όλες τις εικόνες. Να, εδώ για την Ινδία, αυτό είναι ένα πολύ απλό και εύκολο, μ’ ένα χαρτονάκι κόψιμο, μετά με το μολυβάκι, δεν είναι άλλο από την πύλη προς τη Στούπα Σανσί, που είναι το αρχαιότερο λίθινο μνημείο της Ινδίας. Ινδία... Όλοι λέμε πανάρχαια, πανάρχαια, πανάρχαια, αλλά αν αναζητήσετε μνημεία, το αρχαιότερο μνημείο της έγινε 200 χρόνια μετά τον Παρθενώνα! Αυτά που λέμε τώρα για χιλιάδες και χιλιάδες χρόνια είναι περισσότερο αυτή η φαντασία που έχουμε στη Δύση για καθετί στη Ανατολή. Εν πάση περιπτώσει, αυτό είναι το παλιότερο πέτρινο μνημείο τους. Είχαν μεγάλο πολιτισμό και πιο πριν, αλλά ήταν ξύλινα, κι έτσι το πέτρινο μνημείο στην πραγματικότητα διασώζει, στις μορφές του, τις λεπτομέρειες της ανεπιστρεπτί χαμένης αρχιτεκτονικής της Ινδίας. Πάντως, η πύλη πάντοτε είναι συμβολική, είναι το σημείο εκείνο της μετάβασης, πριν είμαστε πριν και μετά είμαστε μετά, σε όλα τα επίπεδα, θα έλεγα, μετάβασης. Κι έτσι η Λέλη με αυτό το ποίημα με παρέσυρε προς την Ινδία και φαντάστηκα αυτό το πέρασμα και, τι καλύτερα, μια πόρτα, μια πύλη, με αυτό τον απλό τρόπο.Δεν θέλω να σας κουράσω περισσότερο. Φαντάζομαι κι άλλες εικόνες μπορούν να παραχθούν από μια ανάγνωση των ποιημάτων της Λέλης και την ευχαριστώ που μου έδωσε μέσω αυτού του έργου της την ευκαιρία να ξαναβρεθούμε και να τα λέμε και να ανταλλάσσουμε σκέψεις. Αυτό ήταν ένα πάρα πολύ ωραίο μέρος της συνεργασίας μας.Ευχαριστώ πολύ και εσάς.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Ο Αλέκος Παπαδάτος μιλάει στην Κόκκινη Αλεπού για το graphic novel «Αριστοτέλης».
Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Αλέκος Παπαδάτος στη Βασιλεία Βαξεβάνη για την Κόκκινη Αλεπού, με αφορμή την έκδοση του Αριστοτέλη.Μεταξύ της κυκλοφορίας του Αριστοτέλη από τις εκδόσεις Ικαρος και της παρουσίασης του, ο Αλέκος Παπαδάτος ξέκλεψε λίγο χρόνο και απάντησε σε κάποιες ερωτήσεις μας. Τι ωραίος, ζωντανός, γεμάτος και ανοιχτός άνθρωπος που είναι ο Αλέκος. Έχει ανακατευτεί σε μερικά από τα πιο δημιουργικά comics, όπως το Logicomix, το Δημοκρατία και τώρα το Αριστοτέλης και τα τρία από τις εκδόσεις Ίκαρος. Και όμως, όταν του μιλάς είναι σα να μιλάς σε κάποιον που έχει τη χαρά και τη λαχτάρα κάποιου που μόλις ξεκινά. Ίσως έπρεπε να τον είχα ρωτήσει πώς το καταφέρνει αυτό…Πώς έγινε η πρώτη επαφή για να ξεκινήσει αυτό το έργο; Και πόσο αδιανόητο σου φάνηκε τότε;Ήταν στο 2016, που ο Τάσος Αποστολίδης ήρθε με αυτή την τρελή ιδέα, που μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρουσα και εξόχως… προκλητική.Είχες επαφή με το έργο του Αριστοτέλη πριν από αυτό το εγχείρημα;Διαβάζω ιστορία και φιλοσοφία, από χόμπι. Όμως, χαοτικά. Ό,τι μου γυαλίσει. Είχα μείνει στους προσωκρατικούς. Για τους «μετά» μόνο από σχόλια άλλων ήξερα. Σχόλια για το Σωκράτη, για τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Βιογραφίες, δοκίμια και τέτοια. Κλασσικός ημιμαθής.Γιατί φιλοσοφία; Και γιατί σε comic;Μετά το Logicomix όλοι νομίζουν ότι αυτά τα θέματα έχουν γίνει η ειδικότητά μου ή ότι έχω κάποιο κόλλημα με τους αρχαίους και με τη φιλοσοφία. Ο Russell βέβαια ήταν ο αγαπημένος του πατέρα μου, και όταν ο Απόστολος Δοξιάδης ήρθε με την ιδέα, που τον έθετε σε πρώτο πλάνο, συγκινήθηκα – με πήγε σαράντα χρόνια πίσω, που ως παιδί κοίταζα με δέος αυτό το χοντρό βιβλίο με τη φάτσα του Russell απέξω. Όπως και να’ ναι, πιστεύω ότι αυτά τα θέματα βγαίνουν ωραία σε κόμικ, αν υπάρχει πάθος και αφηγηματική εμπειρία, συγχρόνως. Ο Τάσος Αποστολίδης στην περίπτωση του Αριστοτέλη ήταν παθιασμένος, σούπερ οργανωμένος και ήξερε αρκετά καλά τι ήθελε. Από τη σκοπιά του σκιτσογράφου, είναι μάλλον θέμα το πόσο αγαπάς το υλικό σου, πόσο ταυτίζεσαι συναισθηματικά με τους ήρωές σου και κατ’ επέκταση πως αυτό βγαίνει στη μαστορική διαδικασία.Σε «έπεισε» για την αριστοτέλεια θεωρία του όσο δούλευες μαζί του, όσο γνώριζες τη ζωή και το έργο του;Φαίνεται πως ήταν ένας άνθρωπος με καρδιά και «ενσυναίσθηση» όπως λέμε σήμερα. Στο βιβλίο διαγράφονται και τα καλά του και τα στραβά του και είναι προς τιμή του Τάσου Αποστολίδη που έθεσε μερικά θέματα με ειλικρίνεια και αμεροληψία. Με βοήθησε να τον χειριστώ σκιτσογραφικά με τρυφερότητα. Δε βγαίνει το πορτραίτο του αλάνθαστου σοφού. Μα ο Αριστοτέλης, στα περισσότερα που λέει, έχει μια βάση τόσο γήινη και πραγματιστική, έχει τέτοια εμπιστοσύνη στις αισθήσεις και στη λογική, που είναι ακαταμάχητος.Αυτό το έργο είναι και για παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας. Ήταν κάτι που έγινε με σχεδιασμό; Ποιο ήταν το κοινό που πιστεύατε ότι θα πάρει από το ράφι τον Αριστοτέλη;Δεν σκέφτηκα ποτέ την ηλικία του αναγνώστη ή το μορφωτικό του επίπεδο. Η δουλειά προχωρούσε με την πεποίθηση ότι αν την κάνεις με ειλικρίνεια και εστιάσεις στο να είναι καλοφτιαγμένη, αυτό θα αρκέσει, είτε το δει ένα παιδί, είτε ένας ηλικιωμένος άνθρωπος. Στο κάτω-κάτω ο καθένας βρίσκει αυτά που τον μαγνητίζουν, τα άλλα τα πηδάει. Ο έφηβος θα το δει αλλιώς από τον σχολαστικό «κύριο-καθηγητή-φιλοσοφίας» ή τον εικοσιπεντάρη μανιακό με τα κόμιξ. Θα θέλαμε, κι εγώ και ο Τάσος, να διαβαστεί από όσο περισσότερους ανθρώπους και ειδικά από αυτούς που δεν θα διάβαζαν κόμικς.Ένα αναπάντεχο στοιχείο ήταν το χιούμορ μέσα στην ιστορία. Πόσο ρόλο έπαιξε αυτή τη οπτική στον τρόπο που στήσατε το comic;Δεν τρελαίνομαι με την κωμωδία, αλλά αν το σενάριο δεν έχει χιούμορ και αυτοσαρκασμό, με πιάνει ασφυξία. Ο Αριστοτέλης ευτυχώς είχε τις δόσεις του, με τρόπο ισορροπημένο. Εκεί που ο Αποστολίδης έριχνε τα αστειάκια του, όχι μόνο καλουπωνόμουνα γύρω από το σενάριο, αλλά προσπαθούσα και να το προεκτείνω. Αυτό ήταν πολύ ξεκουραστικό. Όσο θα είναι και για τον αναγνώστη, πιστεύω. Φυσικά, το character design είχε κι αυτό κάτι το χαμογελαστό! Όλοι αυτοί οι αδιανόητοι τύποι εκεί μέσα, μου θύμιζαν παλιό ελληνικό κινηματογράφο, τι να έκανα;Ποια η συμβολή της Annie Di Donna στο έργο σας;Τα κείμενα σε αυτό το βιβλίο είναι μεν πυκνά, αλλά και ιδιαίτερα σημαντικά· υπάρχουν έννοιες και διατυπώσεις που περάσανε από κόσκινο εκατό φορές. Τα κείμενα και η εικόνα σε αυτό το κόμικ είναι ένα μπερδεμένο πράγμα, από την άποψη της σύνθεσης ολόκληρης της σελίδας, δεν ήταν απλά «ρίξε το κείμενο στο μπαλόνι και τελειώσαμε». Το βιβλίο γινόταν σε δύο γλώσσες συγχρόνως, στα γαλλικά και στα ελληνικά, οι τυπικές διορθώσεις των κειμένων πέφτανε βροχή και σε μεγάλα πακέτα, γίνονταν όλα επί δύο. Δηλαδή, αντί για διακόσιες, ήταν τετρακόσιες-τόσες οι σελίδες. Κάποια στιγμή βρέθηκα ν’ ασχολούμαι περισσότερο με τα κείμενα, παρά με το σχέδιο. Η Annie Di Donna μπήκε στην παραγωγή και μας έσωσε, κυριολεκτικά. Πέρασε διορθώσεις, δεν ξέρω πόσες φορές. Όταν μας πήρε ο χρόνος, αποφάσισε να πιάσει και τα μελάνια, κι έτσι δούλεψα πιο συγκεντρωμένος τα μολύβια. Η Annie έχει πολύ καλό χέρι, από το animation το έχει πάρει αυτό. Οι γραμμές της είναι απλά σοφές. Άσε που μου διόρθωσε ένα κάρο ανατομίες και τέτοια, που στο μολύβι ήταν… κάπως. Μπορούσα να πάρω τη μελανωμένη σελίδα και να ρίξω φώτα και σκιές, να κάνω αυτό που λέμε στη μαστορική αργκό μας «το ρεντάρισμα» με την ησυχία μου. Η μαύρη γραμμή στα περιγράμματα που βλέπουμε στο βιβλίο είναι λοιπόν δικιά της.Θα υπάρξει και συνέχεια;Φυσικά και θα υπάρξει συνέχεια, αν κι ακόμη είμαστε ζαλισμένοι από όλο αυτό. Κράτησε τρία χρόνια και μας εξάντλησε. Ο Τάσος θέλει να κάνει κάτι με τον Πλάτωνα και το Σωκράτη. Εγώ δεν ξέρω ακόμη, έχω χίλια πράγματα στο νου, έχω και κάτι project για animation, ένας Θεός ξέρει τι θα γίνει, αν θα γίνει, πότε θα γίνει. Σε κανα χρόνο θα ξέρουμε.Περισσότερα