Νέα
Λίστα Νέων, Κατηγορίες Νέων, Εκδηλώσεις
-
Το εργαστήρι της μετάφρασης
Δήμητρα Δότση | Μεταφράζοντας το βιβλίο «Ζητείται σωτηρία» του Daniele Mencarelli
Η Δήμητρα Δότση φιλοξενείται στη στήλη μας «Το εργαστήρι της μετάφρασης» και μας μιλάει για το μυθιστόρημα του Daniele Mencarelli, Ζητείται σωτηρία, που μόλις κυκλοφόρησε: μια σπαρακτική και αλησμόνητη ιστορία, που εξυμνεί τη σωτήρια δύναμη της αλληλεγγύης και της ενσυναίσθησης.«Πάντα βαθύς και απλός. Και η απλότητα δεν είναι καθόλου απλό πράγμα» έγραφε ο Νίκος Πορτοκάλογλου στην ανάρτηση του για τον μεγάλο μας ποιητή Μιχάλη Γκανά, την ημέρα που έφυγε από τη ζωή. Έκτοτε αυτές οι δυο φράσεις έχουν καρφωθεί στο μυαλό μου. Η απλότητα και το βάθος ταιριάζουν στους σπουδαίους δημιουργούς, σ’ αυτούς που δεν χρειάζονται τίποτα το επιτηδευμένο για να εκφράσουν το γύρω μας, το μέσα μας, το είναι μας. Με λόγο απέριττο κι ευθύβολο σκάβουν εντός σου και ανασύρουν σκέψεις και συναισθήματα που ίσως να μην ήξερες καν πως υπήρχαν.Ένας τέτοιος δημιουργός, ανεπιτήδευτα βαθύς, είναι και ο Daniele Mencarelli, ποιητής και πεζογράφος, που μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά. Στο Ζητείται σωτηρία, το πιο πολυσυζητημένο του βιβλίο, καταπιάνεται με το θέμα της ψυχικής υγείας, αντλώντας υλικό από τα προσωπικά του βιώματα. Επτά ημέρες ακούσιας νοσηλείας έπειτα από μια ξαφνική έκρηξη θυμού και βίας, τον αναγκάζουν να βρεθεί αντιμέτωπος όχι μόνο με τον εαυτό του, αλλά και με τους «πέντε τρελούς» του θαλάμου της ψυχιατρικής κλινικής, όπου νοσηλεύεται. Πασχίζοντας να ισορροπήσει στη λεπτή διαχωριστική γραμμή του μυαλού, περνώντας πότε από τη μια και πότε από την άλλη πλευρά, προσπαθεί να καταλάβει τι πάει να πει «κανονικό», ποιος είναι ο πραγματικός κόσμος: αυτός εκεί έξω που τον εξαγριώνει, οδηγώντας τον στα άκρα, ή μήπως ένας άλλος κόσμος, κατοικημένος από πέντε αγνώστους που τον συναισθάνονται και τον περιβάλλουν με μια διαφορετική αγάπη και τρυφερότητα, με τη σοφία που έχουν αναπτύξει οι ίδιοι βυθισμένοι στο δικό τους αβάσταχτο της ζωής;Το να μεταφράζεις ένα βιβλίο γραμμένο με απλότητα και βάθος ούτε κι αυτό είναι απλό. Κάθε λέξη του Mencarelli είναι επιλεγμένη έτσι ώστε όλες μαζί να σε τυλίγουν ξαφνικά με έναν απέραντο λυρισμό, χωρίς να το καταλάβεις, να σε ταρακουνούν. Κι αυτό δεν είναι καθόλου απλό πράγμα. Είναι κάτι που μόνο τα σπουδαία βιβλία καταφέρνουν.Περισσότερα
-
Το εργαστήρι της μετάφρασης
Μαρία Φακίνου | Μεταφράζοντας το «Υπερβατικό βασίλειο» της Yaa Gyasi
Η Μαρία Φακίνου φιλοξενείται στο blog του Ίκαρου, στη στήλη «Το εργαστήρι της μετάφρασης», και μας μιλάει για το μυθιστόρημα της Yaa Gyasi Υπερβατικό βασίλειο, ένα καθηλωτικό βιβλίο που διερευνά τα όρια της επιστήμης, τα θεμέλια της πίστης και τη δύναμη της αγάπης.Ομολογώ ότι ξαφνιάστηκα όταν πήρα στα χέρια μου το βιβλίο της Τζάσι. Είχε προηγηθεί λίγα χρόνια πριν η μετάφραση του πρώτου της μυθιστορήματος, Επιστροφή στην πατρίδα, και περίμενα κάτι ανάλογο, τουλάχιστον υφολογικά. Όμως εδώ ήταν σαν να μετέφραζα μια άλλη συγγραφέα, κι αυτό το λέω για καλό, αν και μου πήρε λίγο χρόνο μέχρι να το αποδεχτώ και να εξοικειωθώ με αυτή την μετατόπιση· ότι η Τζάσι, παρά την επιτυχία του πρώτου της βιβλίου, δεν ακολούθησε τον ίδιο δρόμο που η ίδια είχε χαράξει και γνώριζε καλά αλλά δοκιμάστηκε σε κάτι καινούργιο. Σε ένα θέμα απολύτως σύγχρονο, σκληρό, δύσκολο, και χρησιμοποιώντας μια γλώσσα κοφτή, άμεση, μοντέρνα και απλή όπου απουσιάζουν οι γλαφυρές περιγραφές ή λέξεις διότι το ίδιο το θέμα δεν τις σηκώνει. Είναι δύσκολο θέμα από μόνο του, δεν χρειαζόταν να το φορτώσει με έναν πιο περίτεχνο τρόπο αφήγησης. Έχω την αίσθηση ότι είναι και πολύ προσωπικό. Οι παρατηρήσεις, οι λεπτομέρειες στις οποίες στέκεται η Γκίφτι, ο κεντρικός χαρακτήρας, ειδικά όταν μιλάει για τη μητέρα της, είναι τόσο προσεγμένα ιδιαίτερες που με έκαναν να σκεφτώ ότι ίσως αυτή η ιστορία να έχει πολλά στοιχεία από την προσωπική ιστορία της Τζάσι. Δεν υπάρχει τρόπος να το διασταυρώσω και ούτε έχει και τόσο σημασία διότι στο τέλος αυτό που μένει είναι αν η ιστορία, είτε προσωπική είτε μυθοπλαστική είτε και τα δύο, εξυπηρετεί την αφήγηση. Η Τζάσι χρειάστηκε να κάνει έρευνα στις νευροεπιστήμες, να εξοικειωθεί με πολυσύλλαβους όρους και έννοιες, και όλο αυτό δένει καίρια με την αφήγηση. Περνάει με εύστοχο τρόπο την καθημερινότητα, τις συζητήσεις, τις φιλοδοξίες και τις απογοητεύσεις του κόσμου της επιστήμης και των επιστημόνων, με παρατηρητικότητα και μπόλικο αυτοσαρκασμό. Είναι επίσης τολμηρή, χρησιμοποιεί λέξεις που δεν θεωρούνται και τόσο πολιτικά ορθές όταν θέλει να μιλήσει για τον ρατσισμό ή τη σεξουαλικότητα και τον ερωτισμό. Βρήκα απολαυστικό και αξιοζήλευτο τον τρόπο που συνδέει ένα απόσπασμα από το Άσμα ασμάτων με την ανακάλυψη της ηδονής από ένα μικρό κορίτσι. Και με παρόμοιους τρόπους το βιβλίο γίνεται έντονα πολιτικό και φεμινιστικό, κι ας μιλάει και για τη θρησκεία. Στο τέλος, μένει ένα είδος λύτρωσης, μια καθησυχαστική αίσθηση αποδοχής, σε αυτή τη δύσκολη διαδρομή της Γκίφτι να κατανοήσει, να αποφορτίσει και να φωτίσει σχέσεις που διακόπηκαν αιφνίδια καθορίζοντας όλη τη μετέπειτα ζωή της για να πει αυτή είναι η ιστορία σου, η οικογένεια που σου δόθηκε, κάνε κάτι καλό με αυτό το υλικό.Περισσότερα
-
Το εργαστήρι της μετάφρασης
Μεταφράζοντας το μυθιστόρημα της Léonor de Récondo «Η μεγάλη πυρά»
Η Χαρά Σκιαδέλλη φιλοξενείται στη στήλη μας «Το εργαστήρι της μετάφρασης» και μας μιλάει για το νέο μυθιστόρημα της Léonor de Récondo Η μεγάλη πυρά, που μόλις κυκλοφόρησε.Βρισκόμαστε στη Βενετία εν έτει 1699. Ένα κοριτσάκι γεννιέται ανάμεσα στα δαιδαλώδη κανάλια της πόλης και μαζί του αποκτούν σάρκα και οστά οι μεγάλες προσδοκίες της μητέρας του, που αποφασίζει ότι τούτη η κόρη θα έχει ένα λαμπρότερο μέλλον απ’ τις άλλες και, κυρίως, απ’ την ίδια. Με πρωτοπόρα για την εποχή της φεμινιστική συνείδηση, η Φραντσέσκα, σύζυγος ενός υφασματέμπορου, ονειρεύεται μια καλλιτεχνική σταδιοδρομία για τη μικρή Ιλάρια. Επομένως, κανονίζει να εισαχθεί το παιδί της στο ορφανοτροφείο Πιετά, σε ηλικία μόλις τριών μηνών, παρότι δεν είναι ορφανό. Το συγκεκριμένο ίδρυμα, διάσημο για τη χορωδία του, παρέχει στις οικοτρόφους μια άριστη μουσική εκπαίδευση με δάσκαλο τον Αντόνιο Βιβάλντι. Όλη η πόλη συρρέει στις λειτουργίες για να ακούσει το αγγελικό τραγούδι των κοριτσιών, κι αυτό ακριβώς επιθυμεί η Φραντσέσκα για την κόρη της. Με αφετηρία την είσοδό της στο ίδρυμα, παρακολουθούμε την Ιλάρια να μεγαλώνει, να μπαίνει στην εφηβεία, να ανακαλύπτει τον κόσμο, το σώμα της, τη φιλία και τον έρωτα, με φόντο το μπαρόκ σκηνικό της Γαληνοτάτης.Στο βιβλίο της Λεονόρ Ντε Ρεκοντό, όλα είναι μουσική. Με ένα μοναδικό πάντρεμα μορφής και περιεχομένου, η συγγραφέας, βιολίστρια και η ίδια, κατάφερε να δώσει στις φράσεις της ρυθμό και αρμονία. Διαβάζοντας το πρωτότυπο, έχουμε την εντύπωση ότι ακούμε τον παφλασμό των καναλιών της Βενετίας, πότε γαλήνιο και πότε ταραγμένο. Μεταφραστικά, ήταν τεράστια πρόκληση να μεταφέρω όσο το δυνατόν καλύτερα αυτό το εφέ στα ελληνικά, δίχως ωστόσο να μπορώ να πάρω τις ελευθερίες που θα έπαιρνα με έναν καθαρά ποιητικό λόγο. Έτσι, βούτηξα στο κείμενο της Μεγάλης Πυράς και δούλεψα διαισθητικά για να βρω τον παλμό της γλώσσας και να πετύχω ένα παρόμοιο αποτέλεσμα. Επιστράτευσα τη φαντασία για να αναπλάσω νοερά τις εικόνες και τους ήχους, κι έπειτα να αποδώσω με την ίδια γλαφυρότητα τις ονειρικές περιγραφές των τοπίων και των συναισθημάτων των χαρακτήρων. Εδώ πολύ περισσότερο απ’ ό,τι σε άλλα βιβλία, χρειάστηκε να επεξεργαστώ τη γλώσσα σε όλα της τα επίπεδα.Πλέκοντας ιστορικά στοιχεία και μυθοπλασία, Η Μεγάλη Πυρά προσφέρει ένα ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο, με αφορμή μια φλογερή ιστορία ενηλικίωσης εμποτισμένη με τον ρομαντισμό μιας άλλης εποχής. Η Λεονόρ Ντε Ρεκοντό, συνδυάζοντας επιδέξια λογοτεχνία και μουσική, μας γοητεύει με την ποιητική γραφή της και υπόσχεται μια πολύ ιδιαίτερη αναγνωστική εμπειρία.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Irene Solà: «Οταν ξεκινάω να γράφω, δεν έχω αποφασίσει τι βιβλίο θα κάνω, πώς θα ξεκινήσει και πώς θα τελειώσει».
Η βραβευμένη συγγραφέας, ποιήτρια και καλλιτέχνις από την Καταλονία επανέρχεται με το βιβλίο Μάτια σου έδωσα κι εσύ κοίταξες το σκοτάδι, ένα ακαταμάχητο, χειμαρρώδες έργο, το οποίο ακροβατεί μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε στη Μαριλένα Αστραπέλλου για το ΒΗΜΑgazino. Ανοίγεις το βιβλίο της και σε αρπάζει σε μια δίνη. Σε ταξιδεύει σε μέρη γοητευτικά, οικεία αλλά και απόκοσμα, σε ένα σκοτεινό σόμπαν φαντασίας με απρόσμενες εκρήξεις φωτός, που στέκεται εκτός χρόνου. Στο βιβλίο της 34χρονης Ιρένε Σολά Μάτια σου έδωσα κι εσύ κοίταξες το σκοτάδι (εκδ. Ικαρος, μτφρ. Ευρυβιάδης Σοφός), το τρίτο της και δεύτερο που κυκλοφορεί στα ελληνικά, η υπογραφή της είναι πλέον διακριτή: στοιχεία αντλημένα από μύθους, δοξασίες, λαϊκά παραμύθια και θρύλους μπλέκονται για να μεταφέρουν στο χαρτί με αναζωογονητική ζωντάνια, φρεσκάδα και λυρισμό την ιστορία μιας γυναικοκρατούμενης οικογένειας που ζει στη σκιά της οροσειράς των Γκιλιερίες στην Καταλωνία - στο δεύτερο βιβλίο της, με τίτλο «Τραγουδώ εγώ και το βουνό χορεύει» (εκδ. Ικαρος), που την έκανε διεθνώς γνωστή, το γεωγραφικό σημείο αναφοράς ήταν (τα καταλανικά) Πυρηναία. «Εγώ επικεντρώνομαι στο να λέω ιστορίες. Οι θρύλοι ή τα λαϊκά παραμύθια μπορούν να διαδραματίζονται οπουδήποτε και μπορούν να γίνουν κατανοητά από όπου και αν προέρχεται ο/η αναγνώστηςάριά τους» θα σχολιάσει στο BHMAgazino υποβαθμίζοντας λίγο τη σημασία των γεωγραφικών αναφορών στη δουλειά της που, όπως και να έχει, συμβάλλουν στη συγκρότηση του πρωτότυπου DNA της. Αλλωστε, οδηγήθηκε στη συγγραφή του βιβλίου μέσα από μια κλασική αφηγηματική ιδέα που αγαπούν τα λαϊκά παραμύθια: τη συμφωνία με τον διάβολο. «Είναι ένα premise που εμφανίζεται σε πολλές διαφορετικές ιστορίες, ειδικά στην καταλανική παράδοση: να θέλεις κάτι και να δίνεις ως αντάλλαγμα την ψυχή σου για να το αποκτήσεις. Ηθελα να αναπτύξω ένα βιβλίο γύρω από αυτή την ιδέα. Μια γυναίκα σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, εν προκειμένω γύρω στον 16ο αιώνα, κάνει μια συμφωνία με τον διάβολο. Ηθελα να αφηγηθώ την ιστορία της, όπως και της οικογένειάς της».Αναμενόμενα, τον λόγο παίρνουν λοιπόν οι γυναίκες που συνδέονται με μια αλυσίδα αίματος αρκετά συγκεχυμένη, όπως και ο χωροχρόνος στον οποίο μπαινοβγαίνει η αφήγηση, από τον 16ο αιώνα στον παρόντα χρόνο, κάτι για το οποίο δεν προβληματίζεσαι, δεδομένου ότι όλο το κείμενο είναι εμποτισμένο με το άρωμα των θρύλων και των λαϊκών παραμυθιών - αν και δεν λείπουν και οι ιστορικές αναφορές. Η Σολά συνθέτει μια πολυφωνική αφήγηση όπου τον λόγο δεν τον έχουν μόνο άνθρωποι αλλά και υβριδικά όντα, διχοτομημένα ανάμεσα στην ανθρώπινη και στη ζωώδη φύση τους. Γυναίκες που είναι ηλικιωμένες, γυναίκες που είναι δύσμορφες, γυναίκες που αφήνουν το σώμα τους να ακολουθήσει τις σαρωτικές ορμές του, γυναίκες που δεν νιώθουν πόνο. «Ενα μυθιστόρημα μπορεί να αντανακλά το ζήτημα της οπτικής της Ιστορίας. Ποιος την έχει γράψει, ποιος έχει αποφασίσει τι μας αφορά και τι όχι, ποιος έχει υπάρξει κομμάτι της και ποιος όχι, ποιος έχει πρωταγωνιστήσει κ.τ.λ. Ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους οι βασικοί χαρακτήρες αυτού του βιβλίου είναι, γενικά μιλώντας, εκείνες που δεν είναι βασικοί ή σημανπκοί χαρακτήρες στην Ιστορία αλλά και στους θρύλους. Τους δίνω φωνή και αυτό μού επιτρέπει να διερευνήσω θεματικές όπως η ελευθερία, η σεξουαλικότητα, το σώμα, η μητρότητα, η κατασκευή της ρομαντικής αγάπης, της βίας, και να στοχαστώ πάνω στην αντιμετώπιση που είχαν αυτές οι γυναίκες τόσο στην Ιστορία όσο και στη λογοτεχνία». Το γράψιμο ως ένας τόπος εξερεύνησηςΑυτό που επαναλαμβάνει με κάθε ευκαιρία η Σολά είναι ότι τα βιβλία της γράφονται με οργανικό τρόπο, και ότι κομβικό ρόλο παίζει στο έργο της η ενδελεχής έρευνα που προηγείται της συγγραφής: «Το πρώτο πράγμα που με απασχολεί όταν ξεκινώ να δουλεύω ένα βιβλίο είναι να αναζητήσω τι είναι εκείνο που με ενδιαφέρει, τι μου εξάπτει το ενδιαφέρον για να το εξερευνήσω: Με ποιες ιδέες, ποια τοπία, ποιες εικόνες θέλω να δουλεύω για τους επόμενους μήνες; Η έρευνά μου περικλείει πολλά: διάβασμα, επίσκεψη σε βιβλιοθήκες, μουσεία και αρχεία, αλλά και σε συγκεκριμένους γεωγραφικούς τόπους, συναντήσεις με ανθρώπους που ξέρουν πράγματα τα οποία εγώ δεν γνωρίζω, είτε είναι ειδικοί είτε κάτοικοι της περιοχής που με ενδιαφέρει. Περιλαμβάνει δηλαδή υλικό και στοιχεία που με έναν λιγότερο ή περισσότερο προφανή τρόπο μπορούν να τροφοδοτήσουν αυτό το αρχικό ενδιαφέρον. Στοιχεία που συγκεντρώνω για να χτίζω μια δεξαμενή πληροφορίας ώστε να πηδήξω μέσα της και να "κολυμπήσω", κοινώς να κατασκευάσω την ιστορία και τους χαρακτήρες. Είναι μια διαδικασία που δεν τελειώνει σχεδόν ποτέ. Ποτέ δεν μαθαίνεις τα πάντα, ποτέ δεν εξαντλούνται όλα τα ερεθίσματα που προκαλεί αυτή η διαδικασία. Για εμένα η συγγραφή σχετίζεται με την περιέργεια, τη διάθεση για εξερεύνηση, για μάθηση, για την αμφισβήτηση παγιωμένων πεποιθήσεών μου και έχει ως αποτέλεσμα μια βαθύτερη γνωριμία με τον εαυτό μου. Αυτός είναι ο τρόπος που δουλεύω. Και θεωρώ εξίσου σημαντικό να περνάω πολύ καλά μέσα από αυτή τη διαδικασία. Οταν ξεκινάω να γράφω, δεν έχω αποφασίσει τι βιβλίο θα κάνω, πώς θα ξεκινήσει και πώς θα τελειώσει. Ακούω τις ανάγκες του ίδιου του πρότζεκτ, ακολουθώ τον ρυθμό του και έχω υπομονή ώστε να μπορώ να το κατανοήσω σε βάθος και να ανπληφθώ τι χρειάζεται, τι γλώσσα ή τι δομή θα έχει και πώς πρέπει να το συνεχίσω». Ολιστικά καλλιτεχνικά πρότζεκτΗ έρευνα της Σολά αποδίδει πολλούς πρωτότυπους καρπούς. Οπως, για παράδειγμα, την εικόνα του ιδιαίτερα επιτυχημένου όσο και παραστατικού εξωφύλλου του βιβλίου της, το οποίο διατηρείται και στην ελληνική έκδοση. Πρόκειται για τρεις χαρακτήρες καθισμένους «καρτερικά» σε ένα τραπέζι κουζίνας μέσα στο ανοιχτό στόμα μιας διαβολικής μορφής, ένα έργο από το The Morgan Library & Museum της Νέας Υόρκης που βρήκε σπς αρχειακές αναζητήσεις της και πρόσθεσε στη «δεξαμενή» της: «Πάντα συγκεντρώνω πολλές εικόνες που με βοηθούν να στοχάζομαι πάνω στο βιβλίο και τις θεματικές του. Είχα λοιπόν εκατοντάδες εικόνες που μου άρεσαν, η συγκεκριμένη όπως μού "μίλησε", γιατί διέκρινα ότι έχει ομοιότητες με όσα έγραφα. Την εκτύπωσα και την είχα δίπλα μου στο γραφείο μου όσο έγραφα. Δεν την αποχωρίστηκα ποτέ, οπότε σκέφτηκα στο τέλος ότι πρέπει να γίνει το εξώφυλλο του βιβλίου».Η Σολά, που έχει σπουδάσει Καλές Τέχνες στο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, ενώ έκανε μεταπτυχιακά πάνω στη Λογοτεχνία, τον Κινηματογράφο και τον οπτικό πολιτισμό στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ στην Αγγλία, αντιλαμβάνεται τα βιβλία της ως ολιστικά καλλιτεχνικά πρότζεκτ που παίρνουν τη μορφή μυθιστορήματος. Δεν είναι τυχαίο ότι έχει αναφέρει ως επιρροές της ετερόκλητους καλλιτέχνες, εικαστικούς, κινηματογραφίστριες ή μουσικούς όπως ο Μαρκ Ντίον, η Λουκρετσία Μαρτέλ ή η Rosalía ως επιρροές της. Βέβαια, όπως θα πει, αυτό που την ελκύει στη δουλειά ενός δημιουργικού ανθρώπου είναι η βαθιά, απενοχοποιημένη αφοσίωσή του σε αυτό που κάνει, ιδίως όταν όλο αυτό συνοδεύεται με μεγάλη ελευθερία: «Θυμάμαι ότι σε κάποια φάση, στη διάρκεια των σπουδών μου, δούλευα με τα εικαστικά μέσα του βίντεο και της εγκατάστασης ακολουθώντας και τότε παρόμοιες ερευνητικές διαδικασίες προκειμένου να οδηγηθώ στη δημιουργία των έργων. Συνειδητοποίησα όμως ότι ήθελα να χρησιμοποιήσω τις λέξεις, το κείμενο, το υλικό δηλαδή που χρησιμοποιούσα για να σκεφτώ, ως τη materia prima της δουλειάς μου».Περισσότερα