Νέα
Λίστα Νέων, Κατηγορίες Νέων, Εκδηλώσεις
-
Συνεντεύξεις
Irene Solà: «Η ανθρώπινη επικοινωνία δεν είναι μονολεκτική» | Συνέντευξη στο «ΒΗΜΑgazino»
Η νεαρή καταλανή συγγραφέας, με αφορμή το νέο της βιβλίο, Τραγουδώ εγώ και το βουνό χορεύει, μιλάει στο BHMAgazino και τον Γιώργο Νάστο για την αξία της λαϊκής παραδοσιακής τέχνης, την αγάπη της για την Ισλανδία και τη Rosalía.Η 32χρονη Καταλανή Ιρένε Σολά είναι συγγραφέας, ποιήτρια και καλλιτέχνις. Οι στίχοι της και οι ταινίες μικρού μήκους που δημιουργεί έχουν παρουσιαστεί στην γκαλερί Whitechapel του Λονδίνου, καθώς και στη Βαρκελώνη, στο Σανταντέρ και στη Χιρόνα. Το βιβλίο της Τραγουδώ εγώ και το βουνό χορεύει, το πρώτο της που κυκλοφορεί στα ελληνικά, κέρδισε τέσσερα λογοτεχνικά βραβεία, συμπεριλαμβανομένου του Ευρωπαϊκού Βραβείου Λογοτεχνίας 2020, και αναμένεται να μεταφραστεί σε περισσότερες από δεκαεπτά γλώσσες. Σε έναν τόπο μαγευτικής ομορφιάς, σε ένα χωριό κάπου στα Πυρηναία, καθετί έχει φωνή, ακόμη και τα ίδια τα βουνά, και αφηγείται ιστορίες για νεκρούς και φαντάσματα, για τις πληγές του εμφυλίου πολέμου, για γυναίκες που θεωρήθηκαν μάγισσες, για το παράλογο της ύπαρξης - ανθρώπινης και μη. Η θεατρική μεταφορά του πολυσυζητημένου, ευφάνταστου μυθιστορήματος πραγματοποιήθηκε το 2021 στην Καταλωνία. Αξίζει να σημειωθεί πως η Σολά αρθρογραφεί τακτικά στην καθημερινή πολιτική εφημερίδα «La Vanguardia» της Βαρκελώνης και έχει συμμετάσχει ως writer-inresidence στο Alan Cheuse International Writers Center στο Πανεπιστήμιο George Mason της Βιρτζίνια και στο πρόγραμμα Writers Omi στο Ledig House στη Νέα Υόρκη.Διαβάζουμε στο βιβλίο σας ιστορίες που παραπέμπουν στη λαϊκή παράδοση. Κατά πόσο βασιστήκατε στις δικές σας παιδικές αναμνήσεις για να τις πλάσετε;Όχι πολύ, για αυτό έκανα μεγάλη έρευνα, Τα Πυρηναία δεν είναι ο τόπος μου, δεν μεγάλωσα εκεί, εξ ου και χρειάστηκε να τα εξερευνήσω, να επισκεφθώ εκείνα τα μέρη όσο πιο συχνά μπορούσα, να συναντήσω ανθρώπους και να τους ζητήσω να μου πουν τις ιστορίες τους. Διάβασα και μελέτησα. Αυτό έκανα. Ωστόσο θα έλεγα ότι με ενδιέφερε πάντα η ηθογραφία, η ιστορία και οι φολκλορικές αφηγήσεις. Από την παιδική μου ηλικία λάτρευα τα παραδοσιακά τραγούδια, τους μύθους της πατρίδας μου, τα λαϊκά παραμύθια, κάτι που έχει συνεχιστεί καθώς μεγαλώνω και όλα αυτά έχουν θέση στη λογοτεχνία μου. Η λαϊκή παραδοσιακή τέχνη περιέχει διαχρονικά πολλά στοιχεία από τον τρόπο με τον οποίο οι ανθρώπινες κοινωνίες βλέπουν τον κόσμο, προσπαθούν να τον εξηγήσουν και να τον αναπλάσουν. Όλα αυτά, μαζί με τις παρατηρήσεις για τα προτερήματα και τα ελαττώματα της ανθρώπινης φύσης μας, μεταλαμπαδεύονται από γενιά σε γενιά και θέλω να έχουν παρουσία στο γράψιμό μου.Την περίοδο που γράψατε το συγκεκριμένο βιβλίο ζούσατε στο Λονδίνο. Πώς επέδρασε η απόσταση στη δημιουργική διαδικασία;Όντως ήμουν στο Λονδίνο την περίοδο που έγραφα το βιβλίο, σπούδασα στο Ηνωμένο Βασίλειο και έμεινα εκεί και δούλεψα, έζησα περισσότερο από έξι χρόνια στη βρετανική πρωτεύουσα. Η απόσταση σίγουρα με βοήθησε, όμως το ίδιο συνέβη και με την ίδια την πόλη και την ενέργειά της. Πρόκειται για ένα καταπληκτικό μέρος γεμάτο καλλιτέχνες και τέχνη - δούλευα για κάποιο διάστημα στην Whitechapel Gallery - και πιστεύω ότι όλες μου οι εμπειρίες, οι κραδασμοί που απορρόφησα, βρήκαν τη θέση τους στο βιβλίο.Υπάρχουν πολλές αφηγηματικές φωνές στο βιβλίο σας και αρκετές από αυτές μάλιστα δεν ανήκουν καν σε ανθρώπινα όντα. Πώς προσεγγίσατε αυτή την τεχνική;Από την αρχή ήξερα ότι ήθελα να υπάρχουν σε αυτό το μυθιστόρημα πολλές οπτικές γωνίες, πολλές φωνές. Επέλεξα έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο και ήθελα να δηλωθεί η παρουσία όλων όσοι ζουν και υπάρχουν εκεί, εννοώ όλα τα έμβια όντα, τους ανθρώπους και τα ζωντανά πλάσματα, τα πνεύματα και τα φαντάσματα, τα μυθολογικά όντα, ακόμη και τα ίδια τα βουνά ή τα καιρικά φαινόμενα. Προσέγγισα τις μη ανθρώπινες αφηγήσεις με τον ίδιο τρόπο που προσέγγισα τις ανθρώπινες. Ερευνώντας, διαβάζοντας για τους σχηματισμούς των σύννεφων, για παράδειγμα, ή για τα μανιτάρια. Ήταν σαν να δημιουργούσα μια δεξαμενή πληροφοριών και όταν αισθανόμουν έτοιμη βυθιζόμουν μέσα της και προσπαθούσα να καταλάβω τι ακριβώς ήθελα να πω. Κολυμπούσα σε όλη αυτή τη θάλασσα δεδομένων χρησιμοποιώντας λέξεις.Μέρος της πολυφωνίας που χαρακτηρίζει το βιβλίο σας ήταν και η προσθήκη ποιημάτων και σχεδίων;Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι να εμπλουτίσεις μια αφήγηση και ήθελα να τους εξερευνήσω. Με τα ποιήματα και τα σκίτσα μπορείς να εκφράσεις συναισθήματα και σκέψεις. Στην πρωτότυπη έκδοση, που είναι γραμμένη στα καταλανικά, υπάρχει και ένα κεφάλαιο στα ισπανικά. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούμε διαφορετικές λέξεις, άλλους ήχους και άλλη γραμματική δομή για να επικοινωνούμε πολύ όμοια μεταξύ τους πράγματα. Δεν είναι όμως μόνο λεκτική η επικοινωνία μας.Παραθέτετε εν είδει εισαγωγής ένα απόσπασμα από βιβλίο του ισλανδού συγγραφέα Χάλντορ Λάξνες. Γιατί επιλέξατε έναν λογοτέχνη από μια χώρα η μορφολογία της οποίας δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με τα τοπία που περιγράφετε εσείς;Έχω ζήσει στην Ισλανδία για κάποιους μήνες. Την αγαπώ όπως είναι φυσικό, και λέω «όπως είναι φυσικό» γιατί το θεωρώ απίθανο να μην την αγαπήσει κανείς αυτή τη χώρα. Όσο ήμουν εκεί ανακάλυψα τον συγγραφέα, λάτρεψα το βιβλίο του «Ανεξάρτητοι Άνθρωποι» και χρησιμοποίησα αυτή την παράγραφό του γιατί ταίριαζε απόλυτα στο μυθιστόρημα που ήθελα να γράψω.Η αίσθηση που αποκομίζει ο αναγνώστης διαβάζοντας το βιβλίο σας είναι πως ό,τι και να συμβεί η ζωή συνεχίζεται, κι αυτό είναι στενόχωρο και ανακουφιστικό συνάμα. Πώς σας φαίνεται στη συγκεκριμένη φάση της ζωής σας το πεπερασμένο του ανθρώπινου βίου;Δεν είμαι σίγουρη πώς νιώθω για τη θνητότητα, αλλά κάτι που μου συνέβη όταν έγραφα το βιβλίο ήταν πως μόλις άρχισα να βλέπω ό,τι μας περιβάλλει και τη ζωή την ίδια από μια σκοπιά μη ανθρώπινη διευρύνθηκαν κάπως οι αντιλήψεις μου. Για εμάς ο θάνατος είναι το τέλος, κάτι τραγικό και θλιβερό, και δεν θέλω να πω ότι δεν έχει αυτή τη διάσταση, όμως για τα βουνά που στέκουν σχεδόν από πάντα στη θέση τους τα περίπου 80 χρόνια μιας ανθρώπινης ζωής δεν είναι τίποτα. Υπάρχει κάτι άλλο που με ενδιαφέρει πιο πολύ να εξερευνήσω και αυτό αφορά στο ποιος έχει τελικά τη δυνατότητα να πει την ιστορία του. Ποιανών οι φωνές ακούγονται; Ποιες φωνές έχουν αγνοηθεί; Γιατί έχουν χαθεί στη λήθη και στη σιωπή; Τέτοια πράγματα σκεφτόμουν.Πότε καταλάβατε ότι θέλατε να γίνετε συγγραφέας;Για εμένα ήταν πιο πολύ θέμα συνειδητοποίησης παρά επιθυμίας. Μου άρεσε ανέκαθεν να διαβάζω και να γράφω και με ενδιέφερε πάντα η δημιουργικότητα και η τέχνη, για αυτό και σπούδασα σε Σχολή Καλών Τεχνών και στη συνέχεια έκανα εγκαταστάσεις και πειραματίστηκα με το βίντεο. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα απλώς ότι πιο πολύ ήθελα να χρησιμοποιήσω τις λέξεις, τη γλώσσα και τη λογοτεχνία προκειμένου να εξερευνήσω τα θέματα που έβρισκα συναρπαστικά.Ποιους καλλιτέχνες θα αναφέρατε ως σημαντικές επιρροές σας;Κάθε μορφή τέχνης με εμπνέει, οπότε όταν μου ζητούν να αναφέρω τις επιρροές μου δεν περιορίζομαι στη λογοτεχνία. Αγαπώ πολύ τη σύγχρονη τέχνη, τη μουσική και τον κινηματογράφο και θα ήθελα να αναφερθώ στον Μαρκ Λέκι, στον Μαρκ Ντίον, στη Λουκρετσία Μαρτέλ και στη Rosalía.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Ιουλίτα Ηλιοπούλου: «Απ’ την απλότητα στην αισθητική, απ’ την αθωότητα στην ηθική»
Η ποιήτρια μιλάει στον Δημήτρη Δουλγερίδη για την εφημερίδα Τα Νέα, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου της Ο Ελύτης για παιδιά, όπου αναλύονται οι βασικές έννοιες στην ποίηση του κορυφαίου νομπελίστα με τρόπο που αφορά τη νεότερη γενιά αναγνωστών.Επρεπε να αναζητήσει από την αρχή τις λέξεις κάτω από την κρούστα των στερεοτύπων με την οποία συχνά πυκνά καλύπτεται η ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη. Τον «γρήγορο ίσκιο πουλιών», «την ολοπράσινη επιτυχία των φύλλων», «κάπου ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη». Ειδικά για την περίσταση - Ο Ελύτης για παιδιά - η Ιουλίτα Ηλιοπούλου είχε μαζί της έναν συναναγνώστη: τον «Αγγελο», ο οποίος συμμετέχει σε έναν διάλογο για εκείνο που έλαμπε μέσα τους, ακόμη και όταν οι δυο τους το αγνοούσαν.Τι σημαίνει, αλήθεια, εκείνο το «για παιδιά»; Οτι πρέπει η ποίηση να κατεβεί στο παιδικό δωμάτιο, να αλλάξει όψη και να γίνει «βατή», όπως τόσες και τόσες φορές απαιτεί η ψευδεπίγραφη ανάγκη των ενηλίκων για «εκδημοκρατισμό» της τέχνης; Ή ότι πρέπει μικροί και μεγάλοι να λάβουν αντίδωρο από την προσωπική «μυθολογία» του ποιητή, εγκλωβισμένοι αναπόφευκτα σε μια άκυρη εικονοποιία, κάπου ανάμεσα στο «ποιητής του Αιγαίου» και τη μεσογειακή μεταφυσική;«Το στοίχημα είναι να μιλήσει κανείς στα παιδιά με ακρίβεια αλλά και χάρη. Χωρίς να απλοποιεί, χωρίς να περιορίζεται σε στερεότυπα» λέει η Ιουλίτα Ηλιοπούλου στη συνέντευξη που ακολουθεί. Φως, λοιπόν, αλλά περισσότερο φως - ει δυνατόν, χωρίς λεκτικές ακροβασίες και παραφορτωμένες μεταφορές, μόνο και μόνο για να περάσει το μήνυμα στα παιδιά.Η αφήγηση του βιβλίου ξεκινά από τα πρώτα χρόνια της ζωής του ποιητή για να περάσει στις απόψεις του περί ποίησης και αρκετά μοτίβα φτάνοντας ως το Νομπέλ Λογοτεχνίας (1979) και το τέλος (1996)· «Παιδάκι δεν μου πολυμιλούσε η ποίηση [...] Τα ποιήματα χρησίμευαν για να μιλάνε τα βουνά ή τα ποτάμια, και να λεν κοινοτοπίες. Αλλωστε, οι καθηγητές μας τα προσπερνούσανε, για να τ’ απαιτήσουνε μονάχα στις εξετάσεις του Ιουνίου» θυμίζει τα λόγια του η Ιουλίτα Ηλιοπούλου από τα «Ανοιχτά χαρτιά». Ευτυχώς για όλους η ποίηση του Ελύτη - όπως και όλων των κορυφαίων - αναδεικνύεται συνεχώς μέσα από τις δημιουργικές αντιφάσεις, τις επανερμηνείες και την πολύπλευρη ανάπτυξή της. Αφορά, λοιπόν, την παιδικότητα ως συνώνυμο της ποιητικότητας: το αίσθημα που διαπερνά κάποιον όταν ξαναβλέπει το βίωμα σαν να είναι η πρώτη φορά. Να πώς ο ίδιος ο Ελύτης στα όψιμα «Ελεγεία της Οξώπετρας» επιστρέφει σε μια απορητική, φιλοπερίεργη και - τι άλλο; - παιδική μέθοδο στην προσπάθειά του να κατασκευάσει ένα ρήμα: «Ετσι κι εγώ, μαθημένος όντας να σμικρύνω τα ιώτα και να μεγεθύνω τα όμικρον / Ενα ρήμα τώρα μηχανεύομαι όπως ο διαρρήκτης το αντικλείδι του / Ενα ρήμα σε -άγω ή -άλλω ή -εύω / Κάτι που να σε σκοτεινιάζει από τη μία πλευρά έως ότου / Η άλλη σου φανεί. Ενα ρήμα μ’ ελάχιστα φωνήεντα και / Πολλά σύμφωνα κατασκουριασμένα κάπα ή θήτα ή ταυ / Αγορασμένα σε συμφερτικές τιμές από τις αποθήκες του Αδη (...)».Αν, λοιπόν, το βιβλίο είναι γραμμένο «για παιδιά», όπως θέλει ο λευκός τίτλος μέσα στο κόκκινο φόντο του εξωφύλλου, αυτά τα παιδιά έχουν διαφορετικές ηλικίες. Και τη δύναμη που έχουν οι ίδιες οι λέξεις: «να γεννούν τα πράγματα που κατονομάζουν» (Εν λευκώ, σελ. 177).Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία ή πρόκληση πριν ξεκινήσετε το βιβλίο όσον αφορά τη μεταφορά της ζωής και της ποίησης του Οδυσσέα Ελύτη στα παιδιά;Εχω βρεθεί συχνά με παιδιά - έχω κάνει πολλές επισκέψεις σε σχολεία - κι έχω θαυμάσει το ανοιχτό μυαλό τους, την άμεση ανταπόκρισή τους στην πληροφορία, που μπορεί να καλλιεργηθεί και να γίνει γνώση, αλλά και τη γρήγορη πρόσληψη ενός ποιητικού κειμένου.Το στοίχημα είναι να μιλήσει κανείς στα παιδιά με ακρίβεια αλλά και χάρη, θα έλεγα. Χωρίς να απλοποιεί, χωρίς να περιορίζεται σε στερεότυπα. Σελίδα τη σελίδα να ταξιδέψει τα παιδιά στην ιστορία της ζωής του ποιητή, και κυρίως να μπορέσει να τα μυήσει στο ποιητικό γίγνεσθαι. Να περιγράψει τον κόσμο του Ελύτη έτσι που το παιδί να ταυτισθεί με το παιδί Οδυσσέα και αβίαστα να ακολουθήσει την εξέλιξή του σε μέγιστο ποιητή. Η απόσταση από το Οδυσσέας στο Ελύτης να διανυθεί σιγά σιγά, ώστε ο αναγνώστης, μαζί με τα συμβάντα της ζωής του ποιητή, να καταλάβει το γιατί και το πώς έγραφε ποίηση, τι επεδίωκε, πώς διαμορφώνεται ένας κόσμος συμβόλων, ποια μπορεί να είναι η λειτουργία και η σημασία της ποίησης στη ζωή μας.Εχετε εικόνες από τη σχέση του ίδιου του ποιητή με νεαρούς αναγνώστες; Γνώριζε πώς υποδέχονταν τα ποιήματά του στα σχολεία;Ο Ελύτης αγαπούσε πολύ τα παιδιά, χωρίς όμως να έχει συνεχή επαφή μαζί τους. Οταν του έστελναν κάποιες ζωγραφιές ή κάρτες τις κρατούσε ως πολύτιμη αλληλογραφία. Θυμάμαι τη χαρά και την προθυμία του όταν σε μια βόλτα μας στον Ψαθόπυργο έσπευσαν παιδάκια της περιοχής να του φέρουν να υπογράψει δύο βιβλία. Ο Ηλιος ο Ηλιάτορας, άλλωστε, είναι ένα έργο ποιητικό και συνάμα αλληγορικό, που, έχοντας όλες τις αρχές της ποίησης του δημιουργού του, απευθύνεται στα παιδιά. Τον χαροποιούσε ιδιαίτερα η επαφή των παιδιών με τα ποιήματά του είτε στην τάξη είτε έξω από αυτήν. Την «κανονιστική» και μονοδιάστατη, την απλουστευτική ερμηνεία δεν αγαπούσε. Το να βλέπεις μόνο την επιφάνεια και όχι το βάθος των λέξεων και των νοημάτων μιας φράσης. Κάτι που συχνά κάνουν οι μεγάλοι και όχι τα παιδιά.Ποια ή ποιες εικόνες από την παιδική ηλικία του Οδυσσέα Ελύτη επανέρχεται στην ποίησή του και πιθανότατα τον συνδέει με τα σημερινά παιδιά;Η παιδική ηλικία είναι καθοριστική στη σκέψη του Ελύτη, όχι τόσο ως εικόνα που επανέρχεται όσο ως κατάσταση, ως βιωμένη εμπειρία, βαθιά και πολύτροπη. Πίστευε πολύ στη σημασία των πρώτων χρόνων που επιδρούν και ρυθμίζουν την ενήλικη ζωή. Τον προσωπικό του μύθο άλλωστε και ο Ελύτης και κάθε άνθρωπος τότε τον διαμορφώνει. Μην ξεχνάτε επίσης ότι μια από τις βασικές αξίες του Ελύτη είναι η αθωότητα. Η ικανότητα μιας άδολης, γνήσιας και ελεύθερης κατανόησης του κόσμου πέραν του συμφέροντος, πέραν των εκλογικεύσεων, πέραν και της ίδιας της ανάγκης. Η εναντίωση με την τρέχουσα πραγματικότητα είναι ένα σημείο όπου ασφαλώς κάθε παιδί ή έφηβος βρίσκει συνομιλητή και συμπαραστάτη του τον Ελύτη. Η επιθυμία μιας βαθιάς αναδιάρθρωσης του κόσμου βρίσκεται στην πηγή της ελυτικής σκέψης αλλά και της εφηβικής ψυχής. Η σημασία της φύσης, επίσης, ένα πολυεπίπεδο θέμα της ποίησης του Ελύτη αλλά και της σημερινής μας οικολογικής συνείδησης.Ποια είναι τα στοιχεία της ποίησής του που νομίζετε ότι γοητεύουν και συγκινούν περισσότερο τα παιδιά του Δημοτικού;Το ορατό αντίκρισμα που έχει στην ποίηση του Ελύτη και η πιο υψηλή, η πιο αφηρημένη έννοια κάνει ευκολότερα προσιτό το νόημά της, τουλάχιστον σε ένα πρώτο επίπεδο. Το φως, επίσης, είναι καθοριστικό. Διαβάζουν τα παιδιά ένα ποίημα που μπορεί να συλλαμβάνει τα μυστικά του φωτός, της γνήσιας πηγής της ζωής μας. Το φως που γίνεται ήλιος, που λάμπει στη θάλασσα, που προσδιορίζει πολλά απ’ τα χαρακτηριστικά της χώρας μας, που κάνει ορατές ακόμη και τις σκέψεις μας, είναι ένα σημαντικό σημείο συνάντησης των παιδιών με την ποίηση του Ελύτη, σημείο διασταύρωσης των συμβόλων με την πραγματικότητα, της ιδέας με την ύλη. Ο κόσμος, μάλιστα, των συμβόλων του Ελύτη είναι απόλυτα οικείος σε ένα παιδί - ξεκινά απ’ το βότσαλο, τη νεροσταγόνα, το μυριστικό χορτάρι, ένα κανάτι, μια αυλή. Μεγαλώνοντας ο μικρός αναγνώστης θα ανακαλύψει πού οδηγούν αυτά τα ταπεινά σύμβολα κι απ' τη φύση θα βγει στη μεταφυσική, κι απ’ την απλότητα στην αισθητική, κι απ' την αθωότητα στην ηθική. Η γοητεία του υπαίθρου των Προσανατολισμών, του ανοιχτού ορίζοντα της σκέψης, της εξαιρετικής σημασίας των αισθήσεων, κάνει το βιβλίο αυτό ένα ανάγνωσμα που συγκινεί την παιδική και εφηβική ψυχή.Το βιβλίο είναι και η δική σας απάντηση στο ερώτημα «πώς μπορούμε, αν μπορούμε, να προσελκύσουμε τα παιδιά στην ποίηση»;Κάθε βιβλίο είναι μια προσπάθεια επικοινωνίας, μετάδοσης των ιδεών και επιθυμιών μας. Πιστεύοντας στον εξαιρετικά σημαντικό ρόλο που μπορεί να παίξει η μεγάλη ποίηση στη ζωή μας, επιδιώκω, με πολλούς τρόπους είναι η αλήθεια, αυτή τη «διάδοση του μυστικού». Εν προκειμένω, τα παιδιά μπορούν με άμεσο τρόπο, γρήγορα και ουσιαστικά να συλλάβουν την ποιητική ιδέα, χωρίς προκατάληψη, χωρίς μεσολάβηση, χωρίς εκλογίκευση, μόνο και μόνο γιατί είναι παιδιά κι έχουν ευθύβολη σκέψη και κρίση. Από τους ενήλικες, από την οικογένεια συχνότερα, εξαρτάται εάν θα εξοικειωθούν ή όχι τα παιδιά με την ποίηση. Μην ξεχνάμε, βέβαια, ότι η ποιητική λειτουργία είναι εγγενής στον άνθρωπο.Και είναι κρίμα, όχι για την ποίηση, αλλά για εμάς τους ίδιους, να μην αφήνουμε τον εαυτό μας να μετέχει σε ένα ποιητικό γίγνεσθαι που επαναπροσδιορίζει τη σχέση μας με την πραγματικότητα, που ανακαινίζει τις ιδέες μας, που μας προτρέπει σε μια άλλη ανάγνωση της ζωής. Η ποίηση του Ελύτη, είτε ως σχολικό μάθημα είτε ως κατ’ επιλογήν ανάγνωσμα, καλό είναι να παραμένει ένα ανοιχτό πεδίο ελευθερίας, άσκησης της φαντασίας, ουσιαστικής γνωριμίας με τον τόπο μας, ευχαρίστησης από τη γοητεία των λέξεων, ένα πεδίο δημιουργικότητας και πρόκλησης για το αύριο.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Ο Αλέκος Παπαδάτος μιλάει στην Κόκκινη Αλεπού για το graphic novel «Αριστοτέλης».
Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Αλέκος Παπαδάτος στη Βασιλεία Βαξεβάνη για την Κόκκινη Αλεπού, με αφορμή την έκδοση του Αριστοτέλη.Μεταξύ της κυκλοφορίας του Αριστοτέλη από τις εκδόσεις Ικαρος και της παρουσίασης του, ο Αλέκος Παπαδάτος ξέκλεψε λίγο χρόνο και απάντησε σε κάποιες ερωτήσεις μας. Τι ωραίος, ζωντανός, γεμάτος και ανοιχτός άνθρωπος που είναι ο Αλέκος. Έχει ανακατευτεί σε μερικά από τα πιο δημιουργικά comics, όπως το Logicomix, το Δημοκρατία και τώρα το Αριστοτέλης και τα τρία από τις εκδόσεις Ίκαρος. Και όμως, όταν του μιλάς είναι σα να μιλάς σε κάποιον που έχει τη χαρά και τη λαχτάρα κάποιου που μόλις ξεκινά. Ίσως έπρεπε να τον είχα ρωτήσει πώς το καταφέρνει αυτό…Πώς έγινε η πρώτη επαφή για να ξεκινήσει αυτό το έργο; Και πόσο αδιανόητο σου φάνηκε τότε;Ήταν στο 2016, που ο Τάσος Αποστολίδης ήρθε με αυτή την τρελή ιδέα, που μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρουσα και εξόχως… προκλητική.Είχες επαφή με το έργο του Αριστοτέλη πριν από αυτό το εγχείρημα;Διαβάζω ιστορία και φιλοσοφία, από χόμπι. Όμως, χαοτικά. Ό,τι μου γυαλίσει. Είχα μείνει στους προσωκρατικούς. Για τους «μετά» μόνο από σχόλια άλλων ήξερα. Σχόλια για το Σωκράτη, για τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Βιογραφίες, δοκίμια και τέτοια. Κλασσικός ημιμαθής.Γιατί φιλοσοφία; Και γιατί σε comic;Μετά το Logicomix όλοι νομίζουν ότι αυτά τα θέματα έχουν γίνει η ειδικότητά μου ή ότι έχω κάποιο κόλλημα με τους αρχαίους και με τη φιλοσοφία. Ο Russell βέβαια ήταν ο αγαπημένος του πατέρα μου, και όταν ο Απόστολος Δοξιάδης ήρθε με την ιδέα, που τον έθετε σε πρώτο πλάνο, συγκινήθηκα – με πήγε σαράντα χρόνια πίσω, που ως παιδί κοίταζα με δέος αυτό το χοντρό βιβλίο με τη φάτσα του Russell απέξω. Όπως και να’ ναι, πιστεύω ότι αυτά τα θέματα βγαίνουν ωραία σε κόμικ, αν υπάρχει πάθος και αφηγηματική εμπειρία, συγχρόνως. Ο Τάσος Αποστολίδης στην περίπτωση του Αριστοτέλη ήταν παθιασμένος, σούπερ οργανωμένος και ήξερε αρκετά καλά τι ήθελε. Από τη σκοπιά του σκιτσογράφου, είναι μάλλον θέμα το πόσο αγαπάς το υλικό σου, πόσο ταυτίζεσαι συναισθηματικά με τους ήρωές σου και κατ’ επέκταση πως αυτό βγαίνει στη μαστορική διαδικασία.Σε «έπεισε» για την αριστοτέλεια θεωρία του όσο δούλευες μαζί του, όσο γνώριζες τη ζωή και το έργο του;Φαίνεται πως ήταν ένας άνθρωπος με καρδιά και «ενσυναίσθηση» όπως λέμε σήμερα. Στο βιβλίο διαγράφονται και τα καλά του και τα στραβά του και είναι προς τιμή του Τάσου Αποστολίδη που έθεσε μερικά θέματα με ειλικρίνεια και αμεροληψία. Με βοήθησε να τον χειριστώ σκιτσογραφικά με τρυφερότητα. Δε βγαίνει το πορτραίτο του αλάνθαστου σοφού. Μα ο Αριστοτέλης, στα περισσότερα που λέει, έχει μια βάση τόσο γήινη και πραγματιστική, έχει τέτοια εμπιστοσύνη στις αισθήσεις και στη λογική, που είναι ακαταμάχητος.Αυτό το έργο είναι και για παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας. Ήταν κάτι που έγινε με σχεδιασμό; Ποιο ήταν το κοινό που πιστεύατε ότι θα πάρει από το ράφι τον Αριστοτέλη;Δεν σκέφτηκα ποτέ την ηλικία του αναγνώστη ή το μορφωτικό του επίπεδο. Η δουλειά προχωρούσε με την πεποίθηση ότι αν την κάνεις με ειλικρίνεια και εστιάσεις στο να είναι καλοφτιαγμένη, αυτό θα αρκέσει, είτε το δει ένα παιδί, είτε ένας ηλικιωμένος άνθρωπος. Στο κάτω-κάτω ο καθένας βρίσκει αυτά που τον μαγνητίζουν, τα άλλα τα πηδάει. Ο έφηβος θα το δει αλλιώς από τον σχολαστικό «κύριο-καθηγητή-φιλοσοφίας» ή τον εικοσιπεντάρη μανιακό με τα κόμιξ. Θα θέλαμε, κι εγώ και ο Τάσος, να διαβαστεί από όσο περισσότερους ανθρώπους και ειδικά από αυτούς που δεν θα διάβαζαν κόμικς.Ένα αναπάντεχο στοιχείο ήταν το χιούμορ μέσα στην ιστορία. Πόσο ρόλο έπαιξε αυτή τη οπτική στον τρόπο που στήσατε το comic;Δεν τρελαίνομαι με την κωμωδία, αλλά αν το σενάριο δεν έχει χιούμορ και αυτοσαρκασμό, με πιάνει ασφυξία. Ο Αριστοτέλης ευτυχώς είχε τις δόσεις του, με τρόπο ισορροπημένο. Εκεί που ο Αποστολίδης έριχνε τα αστειάκια του, όχι μόνο καλουπωνόμουνα γύρω από το σενάριο, αλλά προσπαθούσα και να το προεκτείνω. Αυτό ήταν πολύ ξεκουραστικό. Όσο θα είναι και για τον αναγνώστη, πιστεύω. Φυσικά, το character design είχε κι αυτό κάτι το χαμογελαστό! Όλοι αυτοί οι αδιανόητοι τύποι εκεί μέσα, μου θύμιζαν παλιό ελληνικό κινηματογράφο, τι να έκανα;Ποια η συμβολή της Annie Di Donna στο έργο σας;Τα κείμενα σε αυτό το βιβλίο είναι μεν πυκνά, αλλά και ιδιαίτερα σημαντικά· υπάρχουν έννοιες και διατυπώσεις που περάσανε από κόσκινο εκατό φορές. Τα κείμενα και η εικόνα σε αυτό το κόμικ είναι ένα μπερδεμένο πράγμα, από την άποψη της σύνθεσης ολόκληρης της σελίδας, δεν ήταν απλά «ρίξε το κείμενο στο μπαλόνι και τελειώσαμε». Το βιβλίο γινόταν σε δύο γλώσσες συγχρόνως, στα γαλλικά και στα ελληνικά, οι τυπικές διορθώσεις των κειμένων πέφτανε βροχή και σε μεγάλα πακέτα, γίνονταν όλα επί δύο. Δηλαδή, αντί για διακόσιες, ήταν τετρακόσιες-τόσες οι σελίδες. Κάποια στιγμή βρέθηκα ν’ ασχολούμαι περισσότερο με τα κείμενα, παρά με το σχέδιο. Η Annie Di Donna μπήκε στην παραγωγή και μας έσωσε, κυριολεκτικά. Πέρασε διορθώσεις, δεν ξέρω πόσες φορές. Όταν μας πήρε ο χρόνος, αποφάσισε να πιάσει και τα μελάνια, κι έτσι δούλεψα πιο συγκεντρωμένος τα μολύβια. Η Annie έχει πολύ καλό χέρι, από το animation το έχει πάρει αυτό. Οι γραμμές της είναι απλά σοφές. Άσε που μου διόρθωσε ένα κάρο ανατομίες και τέτοια, που στο μολύβι ήταν… κάπως. Μπορούσα να πάρω τη μελανωμένη σελίδα και να ρίξω φώτα και σκιές, να κάνω αυτό που λέμε στη μαστορική αργκό μας «το ρεντάρισμα» με την ησυχία μου. Η μαύρη γραμμή στα περιγράμματα που βλέπουμε στο βιβλίο είναι λοιπόν δικιά της.Θα υπάρξει και συνέχεια;Φυσικά και θα υπάρξει συνέχεια, αν κι ακόμη είμαστε ζαλισμένοι από όλο αυτό. Κράτησε τρία χρόνια και μας εξάντλησε. Ο Τάσος θέλει να κάνει κάτι με τον Πλάτωνα και το Σωκράτη. Εγώ δεν ξέρω ακόμη, έχω χίλια πράγματα στο νου, έχω και κάτι project για animation, ένας Θεός ξέρει τι θα γίνει, αν θα γίνει, πότε θα γίνει. Σε κανα χρόνο θα ξέρουμε.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Ο Ανδρέας Νικολακόπουλος για το λυτρωτικό του «Σάλτο Μορτάλε».
Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Ανδρέας Νικολακόπουλος στον Μιχάλη Παπαγεωργίου για την εφημερίδα Νεολόγος, με αφορμή την έκδοση της νέας του συλλογής διηγημάτων Σάλτος.Ο Ανδρέας Νικολακόπουλος ανήκει στη νέα γενιά συγγραφέων που γυμνά, απροκάλυπτα και με θράσος ανακαλύπτουν και πάλι κάτι αρχέγονο και συνδετικό με το χώμα που πατάμε, κάτι που δίνει μια μορφή ώθησης στην ελληνική λογοτεχνία που τώρα τελευταία πρέπει να δούμε γιατί δε «πουλάει στο εξωτερικό» λες και έχουμε κλείσει τους εδώ λογαριασμούς μας. Στη προηγούμενη συλλογή διηγημάτων του «Αποδοχή κληρονομιάς» αλλά και εδώ, στο νέο του βιβλίο με τίτλο «Σάλτος» ο συγγραφέας χωρίς δίχτυ ασφαλείας περπατά σε ένα τεντωμένο , παρελθοντικό σχοινί χωρίς να παλεύει για το εφέ αλλά για την άλλη άκρη. Διηγήματα- λεπίδες που δεν ξεχνιούνται εύκολα και προοικονομούν προσμονή και περιέργεια για τη συνέχεια. Μιλήσαμε μαζί για τις ουσιώδεις διαφορές λογοτεχνικών γενιών, την διαρκή υποτίμηση του διηγήματος και γιατί οι ένοχες απολαύσεις είναι α πριόρι αθώες.Στο προηγούμενο βιβλίο σου την «Αποδοχή κληρονομιάς» αναδυόταν μια μυρωδιά χώματος. Εδώ η όσφρηση με οδήγησε σε κάτι δυσώδες αλλά συνάμα ευεργετικό, σα να είσαι κοντά σε ιαματικά λουτρά. Ποια είναι το κύρια συστατικά του Σάλτου;Τα κυριότερα χαρακτηριστικά του Σάλτου είναι το πανάρχαιο σκοτάδι, οι εσωτερικές διαμάχες, η δυσβάσταχτη επιστροφή, οι νοητικές παρεκτροπές, τα ψυχεδελικά όνειρα, οι χαμένες ευκαιρίες και η φύση του ανθρώπου που έχει την τάση να διαφθείρεται.Αποφεύγεις το αστικό τοπίο για φόντο των ιστοριών σου με τρόπο σχεδόν επιδεικτικό. Βουνοπλαγιές, χωριά, κωμοπόλεις από άκρη σε άκρη της Ελλάδας αλλά και του κόσμου γενικότερα είναι το ταμπλό σου. Στο τέλος όμως… Κρανίου τόπος. Γιατί αγαπάς να ρίχνεις μαύρες πιτσιλιές;Δεν γίνεται κάτι επί τούτου. Νομίζω πως τα ερημωμένα χωριά, τα απάτητα φαράγγια, οι αχανείς πεδιάδες, τα καμμένα ή ομιχλώδη δάση είναι πιο ατμοσφαιρικά και σκοτεινά από μια ολοφώτιστη πόλη. Τουλάχιστον στην πρώτη θέα τους. Όσον αφορά τις «μαύρες πιτσιλιές» είναι θέμα οπτικής. Προσωπικά μου φαίνεται πως μέσα σε εκείνη τη σκληράδα, τη δυστοπία και το σκοτάδι των διηγημάτων ξεπετάγεται ένα φως και μια ελπίδα μα και πάλι είναι θέμα από που το βλέπεις.Πόσο πολύ αγαπάς την Ελληνική γλώσσα; Τις ντοπιολαλιές; Τις παράξενες λέξεις; Τις διαλέκτους; Τι μαρτυρά αυτό για σένα και τι είναι αυτό που σε ενοχλεί(;) στη λογοτεχνική λίνγκουα της γενιάς σου;Είναι ξεκάθαρο πως αγαπάω τα παιχνίδια με τις λέξεις, τους αυτοσχεδιασμούς και τις εύηχες δημιουργίες στο όνομα της χρηστικότητας, τις χαμένες ντοπιολαλιές, τις περιγραφικές υπερβολές. Αν κάτι μαρτυρά αυτό για μένα είναι η θέλησή μου να σωθεί κάτι και να μην ισοπεδωθούν τα πάντα στο όνομα της ευκολίας και της ταχύτητας. Όσον αφορά το τι με ενοχλεί στη λογοτεχνική λίνγκουα της γενιάς μου θα πω τίποτα. Ίσως με ενοχλούν περισσότερα στις παλιότερες γενιές. Για την ακρίβεια νομίζω πως η γενιά μου τα πάει καλύτερα από τις προηγούμενες και ας μην είναι τόσο δημοφιλής η λογοτεχνία στις μέρες μας. Η δική μου γενιά δεν ωραιοποιεί και δεν στρογγυλεύει. Γνωρίζει τους εχθρούς της και δεν εξάγει κάτι που δεν είναι. Και αυτό είναι κύριο χαρακτηριστικό της που σέβομαι.Οι επιρροές σου και αγάπες είναι σκόρπιες στα βιβλία σου για κάποιον έμπειρο αναγνώστη –ιχνηλάτη, Ρεμπώ και Σαχτούρης μου έρχονται πρόχειρα στο νου. Κρύβεις κάποια ένοχη απόλαυση στα διαβάσματά σου ή στα ακούσματά σου; Ακούς μουσική όταν γράφεις;Ένοχη απόλαυση δεν έχω γιατί δεν νιώθω ενοχικά με ότι με κάνει να νιώθω καλά διαβάζοντας το ή ακούγοντας το. Άλλωστε θα ήταν πιο βασανιστικό να διαβάζω κάτι και να προσποιούμαι πως μου αρέσει ή το σέβομαι γιατί είναι κοινωνικά αποδεκτό ή τιμήθηκε με Νόμπελ και βραβεία Γκράμυ. Μουσική δεν ακούω όταν γράφω γιατί είναι πολύ σημαντική για εμένα και με αποσπά από οτιδήποτε άλλο. Αφήνω χώρο και χρόνο στη κάθε διαδικασία που της αρμόζει.Το διήγημα είναι ρούχο που φαίνεται πως τ΄ αγαπάς, το φοράς και δε «σκίζεις φόδρα». Είσαι έτοιμος για μεγαλύτερη φόρμα;Για να είμαι ειλικρινής με ενοχλεί μέσα μου το γεγονός πως η μεγαλύτερη φόρμα είναι το παραπάνω σκαλί της καταξίωσης και πως το διήγημα είναι απλά μια αρχή. Θεωρώ τη μικρή φόρμα εξίσου σημαντική και σαφώς δυσκολότερη τεχνικά. Όταν καλείσαι σε δύο χιλιάδες λέξεις να δημιουργήσεις μια ατμόσφαιρα, ένα γεγονός, κάποιο συγκινησιακό ύφος, να πλάσεις χαρακτήρες και να γεννήσεις συναισθήματα τότε τα όρια στενεύουν και η γνώση της τέχνης της πύκνωσης και της υπόγεια γραφής οφείλει να είναι κατεκτημένη. Δεν νομίζω ότι ρώτησαν ποτέ μεγάλους ποιητές γιατί δεν αφήνουν την ποίηση να γράψουν μυθιστόρημα ή τον Μπόρχες και άλλους μεγάλους διηγηματογράφους γιατί δεν δοκιμάζονται σε κάτι μεγαλύτερο. Αν όμως μέσα μου νιώσω την ανάγκη να απλώσω τη γραφή θα το κάνω. Μα σε καμία περίπτωση γιατί το θεωρώ σαν εξέλιξη των δυνατοτήτων μου. Θεωρώ το διήγημα ύψιστη μορφή έκφρασης και ισάξιο αν όχι λίγο παρακάτω της ποίησης.Ανδρέα, τι σε κάνει να γελάς;Με κάνει να γελάω ο σκύλος μου που με μαθαίνει να αγαπάω και το γεγονός πως μετά από μια τέτοια παρανοϊκή εποχή παραμένουμε υγιείς σωματικά και ψυχικά.Περισσότερα