Νέα
Λίστα Νέων, Κατηγορίες Νέων, Εκδηλώσεις
-
Συνεντεύξεις
O Τομπάιας Γουλφ, μάστορας της μικρής φόρμας, μιλάει στο Βήμα.
Ο Tobias Wolff, μεγάλος μάστορας της μικρής φόρμας, έδωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη στην εφημερίδα Το Βήμα και στον Γρηγόρη Μπέκο με αφορμή την έκδοση του βιβλίου Η χαρά του πολεμιστή και άλλα διηγήματα (μετάφραση: Τάσος Αναστασίου & Γιάννης Παλαβός).Ο αμερικανός συγγραφέας μιλάει για την τέχνη της διηγηματογραφίας, εξηγεί γιατί η λογοτεχνία είναι συνυφασμένη με τις προβληματικές καταστάσεις, αναφέρεται στα ομηρικά έπη και αισθάνεται ντροπή για τον νέο πρόεδρο των ΗΠΑ.Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε την Κυριακή 6 Αυγούστου και μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω: Στο πρώτο του ηλεκτρονικό μήνυμα - το απαντητικό - μας έγραψε: «Ασφαλώς και θα κάνουμε τη συνέντευξη! Εχουμε, βέβαια, λίγη δουλίτσα τούτες τις ημέρες: ο δεύτερος γιος μου παντρεύεται εδώ στο σπίτι μας, αυτό το Σάββατο. Αλλά νομίζω ότι οι ερωτήσεις σας θα είναι ένα ευχάριστο διάλειμμα για μένα». Στο δεύτερο ηλεκτρονικό του μήνυμα - ας το πούμε απολογητικό - μερικά εικοσιτετράωρα αργότερα, μας έγραψε: «Να με συγχωρείτε! Επρεπε, αμέσως μετά τον γάμο, να ταξιδέψω με την οικογένειά μου στο Μεξικό, με αποτέλεσμα να εξαφανιστεί και ο χρόνος και η συγκέντρωσή μου». Ηταν όμως για καλό και άξιζε τον κόπο. Γιατί ο συγκεκριμένος συγγραφέας, εκτός από αυθεντικός γραφιάς, είναι και ένας ευγενικός άνθρωπος. Και υπήρξε όχι μόνο συνεπής αλλά και φιλικός στη συνομιλία του με «Το Βήμα». Ο 72χρονος Τομπάιας Γουλφ δεν είναι άγνωστος στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Το 2008 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις το ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του Το παλιό σχολείο - αλησμόνητο εκείνο το πορτρέτο του ποιητή Ρόμπερτ Φροστ μεταξύ των άλλων! - και έναν χρόνο αργότερα η υπέροχη νουβέλα Ο κλέφτης του στρατοπέδου με την οποία ο ίδιος είχε αποσπάσει, το 1985, το σημαντικό βραβείο Pen/Faulkner. Ωστόσο η κυκλοφορία από τις εκδόσεις Ικαρος της εξαίρετης συλλογής του H χαρά του πολεμιστή και άλλα διηγήματα ήλθε ως ένα απαραίτητο συμπλήρωμα. Επειδή ακριβώς ο Τομπάιας Γουλφ, καθηγητής σήμερα στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, θεωρείται ένας από τους κορυφαίους διηγηματογράφους των ΗΠΑ, είναι ένας δωρικός μάστορας της μικρής φόρμας, η οποία αποδεικνύεται larger than life όταν την υπηρετούν τα κατάλληλα χέρια. Η πρόσφατη ελληνική έκδοση είναι μια ισορροπημένη ανθολογία δέκα διηγημάτων του η οποία περιλαμβάνει ιστορίες από την πρώτη του συλλογή Στον κήπο των Βορειοαμερικανών μαρτύρων (1981) μέχρι ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε πριν από μερικά χρόνια στο περιοδικό The New Yorker. Διηγήματα όπως οι «Κυνηγοί στο χιόνι», το «Ενα επεισόδιο από τη ζωή του καθηγητή Μπρουκ», «Ο ψεύτης» αλλά και η μεταγενέστερη «Σφαίρα στο κεφάλι» - τι κείμενο αλήθεια, σε μία και μόνη πυκνή παράγραφο βλέπουμε τι συμβαίνει στον νου ενός ανθρώπου όταν μια σφαίρα διαπερνά πρακτικά τον εγκέφαλό του! - δεν είναι μονάχα τεχνικά άψογα αλλά δημιουργούν και ένα αφηγηματικό βάθος που θα ζήλευαν ακόμα και ογκώδη μυθιστορήματα. Αν όμως σκεφτούμε την περίπτωση του Τομπάιας Γουλφ με όρους πεζογραφικής αντιπροσωπευτικότητας στην εγχώρια βιβλιογραφία, διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν εκκρεμότητες που αξίζει να διευθετηθούν, τα δύο αυτοβιογραφικά του έργα: το This Boy's Life (1989) όπου ο ίδιος περιγράφει την περιπετειώδη ενηλικίωση του «Τόμπι» - το βιβλίο αυτό μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Μάικλ Κέιτον-Τζόουνς με πρωταγωνιστές τον Ρόμπερτ ντε Νίρο, τον Λεονάρντο ντι Κάπριο και την Ελεν Μπίρκιν - και το In Pharaoh's Army: Memories of the Lost War (1994) όπου ο συγγραφέας καταγράφει συγκλονιστικά τη συμμετοχή του στον τραυματικό για τις ΗΠΑ πόλεμο του Βιετνάμ. Κύριε Γουλφ, επειδή είστε μάλλον ολιγογράφος, αξίζει να σας ρωτήσω: γράφετε κάτι αυτή την περίοδο;«Πράγματι, τούτη την περίοδο γράφω ένα καινούργιο βιβλίο, ένα μυθιστόρημα. Το δουλεύω εδώ και μερικά χρόνια και ευελπιστώ να το ολοκληρώσω μέσα στη χρονιά, ως τα Χριστούγεννα - αλλά για τους συγγραφείς, οι προθεσμίες (όπως είχε πει και ο Λένιν για τις υποσχέσεις εν γένει) είναι σαν τις πίτες, οι κρούστες τους είναι φτιαγμένες για να σπάνε». Γνωρίζω ότι δεν σας αρέσει που σας έχουν κατατάξει στο λογοτεχνικό ρεύμα του «βρώμικου ρεαλισμού». Ομως τι νομίζετε ότι εννοούν, ειδικά με τη λέξη «βρώμικος»;«Ειλικρινά, δεν ξέρω. Ανέκαθεν ο ρεαλισμός ως λογοτεχνικός τρόπος - για να μην πούμε εξ ορισμού σχεδόν - ασχολιόταν με τις πλέον δύσκολες, άγριες και σκοτεινές όψεις της ανθρώπινης φύσης και εμπειρίας. Οι σύγχρονοι συγγραφείς που κατηγοριοποιήθηκαν έτσι, που τους έβαλαν - μας έβαλαν - αυτήν τη μυστηριώδη ταμπέλα, ότι ανήκουμε σε ένα τέτοιο ρεύμα, δεν έκαναν - και δεν κάνουμε - κάτι πιο εντυπωσιακά "βρώμικο" σε σχέση με τους προκατόχους μας. Τι να πω, φαίνεται ότι χρησιμοποιείται ακόμα επειδή είναι απλώς πιασάρικο». Μπορούμε να διακρίνουμε τις προσωπικές εμπειρίες στη μυθοπλασία σας, αλλά και τα σταθερά μοτίβα στο έργο σας. Αναρωτιέμαι όμως για τα δύο memoirs, τα αυτοβιογραφικά κείμενα: τα γράψατε επειδή πιστεύετε ότι είναι ξεχωριστές εμπειρίες ή επειδή θεωρείτε ότι καλύπτουν ευρύτερα ένα σημαντικό κομμάτι της αμερικανικής εμπειρίας στον 20ό αιώνα;«Το σχήμα, η ίδια η μορφή της εμπειρίας μου - ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώθηκε η ζωή μου και έτσι όπως περιγράφεται σε αυτά τα δύο αυτοβιογραφικά αφηγήματα - πάντοτε μού φαινόταν από μόνη της μυθιστορηματική, ότι δεν χρειαζόταν καθόλου τις επινοήσεις της μυθοπλασίας, ότι δεν είχε ανάγκη ούτε την ανακατασκευή της πραγματικότητας, ούτε τον οποιονδήποτε καλλωπισμό. Και σκέφτηκα, όντως, πως θα είχε αξία να τα εκφράσω και να τα αποτυπώσω όλα αυτά, να περιγράψω τα γεγονότα που συνθέτουν την ενηλικίωση ενός νεαρού Αμερικανού και, εν συνεχεία, να παρακολουθήσω τον ίδιο άνθρωπο στο μέτωπο ενός πολέμου. Αλλα έργα μου - και αυτά που υπονοείτε -, μολονότι επίσης βασίζονται σε ορισμένες προσωπικές μου εμπειρίες, απαίτησαν από εμένα, τον συγγραφέα, να τα αντιμετωπίσω περισσότερο με τη φαντασία μου. Και αυτό, οφείλω να σας πω, είναι ένα ένστικτο που αναπτύσσει κάποιος όταν γράφει». Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μεγάλη παράδοση στο διήγημα, από τον 19ο αιώνα ακόμα. Πού να οφείλεται άραγε αυτό περισσότερο; Στους ίδιους τους συγγραφείς ή στους αναγνώστες;«Στην πραγματικότητα, είναι πολύ λίγοι οι Αμερικανοί που διαβάζουν διηγήματα. Ακόμα και σήμερα, τα πιο δημοφιλή αναγνώσματα εδώ είναι αυτά τα πολυσέλιδα "τούβλα", τα πολύ συναισθηματικά και εξόχως κακογραμμένα βιβλία που επιπλέον έχουν και επιτηδευμένους, στομφώδεις τίτλους, τα λεγόμενα και βιβλία "blockbuster". Πού και πού ξεμυτίζει κάτι καλό, ξεχωρίζει κάποιο λογοτεχνικό έργο της προκοπής αλλά συνήθως είναι ένα μυθιστόρημα. Τα διηγήματα - όπως και η ποίηση - είναι ελκυστικά μόνο στα μειοψηφικά γούστα». Κάτι που ισχύει παντού, νομίζω…«Ναι, και είναι κρίμα γιατί το διήγημα είναι πολύ συναρπαστικό ως είδος και ανταμείβει πολλαπλώς τον αναγνώστη. Το διήγημα είναι μια υψηλή, ευγενής φόρμα. Εκτός αυτού είναι και μια φόρμα πολυποίκιλη, υπάρχουν τόσα διαφορετικά είδη διηγήματος - από τον Ιταλο Καλβίνο ως τον Ρέιμοντ Κάρβερ, από τον Ερνεστ Χέμινγουεϊ ως τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες και την Αλις Μονρό - που μόνο ένας αδαής θα έθετε προαπαιτούμενα και κανόνες ως προς τη συγγραφή τους. Πάντως το καλύτερο που μπορεί να πει κανείς για τα διηγήματα είναι ότι πρέπει να είναι ενδιαφέροντα, και να κλωθογυρίζουν στο μυαλό του αναγνώστη για αρκετό καιρό αφότου έχει κλείσει ένα βιβλίο». Στο διήγημά σας «Ο ψεύτης» διαβάζουμε ότι «σολιψιστής είναι κάποιος που πιστεύει ότι αυτός δημιουργεί τα πάντα γύρω του». Ενας καλός συγγραφέας είναι σολιψιστής;«Κάθε άλλο, ένας καλός συγγραφέας είναι το αντίθετο του σολιψιστή, το βλέμμα του είναι αταλάντευτα στραμμένο προς έναν κόσμο ο οποίος είναι αδιάκοπα γοητευτικός και σαγηνευτικός από την ίδια του τη σύσταση, και ο καλός συγγραφέας τιμά με το έργο του την πολυπλοκότητα αλλά και το σκληρό υπόστρωμα που υπάρχει στην πραγματικότητα αυτού του κόσμου. Επιπροσθέτως, ο καλός συγγραφέας είναι το αντίθετο του ψεύτη. Είναι αυτός που αναζητεί την αλήθεια, αυτός που καταλαβαίνει ότι πρέπει να διευρύνουμε και να χρησιμοποιούμε τη φαντασία μας ώστε να διακρίνουμε και να αντικρίζουμε την αλήθεια, όσο μας επιτρέπεται». Στο ίδιο διήγημα, ο δόκτωρ Μέρφι λέει κάτι παράξενο, πως «ίσως τα δυσάρεστα πράγματα να είναι πιο ενδιαφέροντα». Και το ερώτημα είναι: μπορεί να υπάρξει λογοτεχνία χωρίς προβληματικές καταστάσεις;«Είναι πολύ δύσκολο να φανταστούμε τη λογοτεχνία χωρίς προβληματικές καταστάσεις. Τα προβλήματα είναι που κάνουν τη λογοτεχνία να συμβαίνει, επειδή ακριβώς αναγκάζουν τους ανθρώπους να κάνουν τις επιλογές τους, είτε για το καλό είτε για το κακό. Με αυτόν τον τρόπο, σε κάθε περίπτωση, οι άνθρωποι αποκαλύπτουν τον εαυτό τους ή γίνονται ο εαυτός τους. Τα προβλήματα είναι οι ιστορίες. Φανταστείτε λίγο μια "Ιλιάδα" όπου ο Αγαμέμνονας πλέει με μεγάλη άνεση και φθάνει γρήγορα στην Τροία - στο Ιλιον εν πάση περιπτώσει -, τα τείχη της πόλης πέφτουν σαν τραπουλόχαρτα, γίνεται αμέσως μια υπέροχη ειρήνη με τον Πρίαμο, ο Εκτορας και ο Αχιλλέας γίνονται τα καλύτερα φιλαράκια, και ο Μενέλαος απλώς μπατσίζει χαϊδευτικά τον Πάρι και επιστρέφει με την ωραία Ελένη στο σπίτι τους, όπου, κατόπιν, έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Τι βαρετό! Πού είναι η στιγμή που, λίγο πριν από τη μονομαχία με τον Αχιλλέα, το ανήλικο παιδί του Εκτορα τρομάζει με την περικεφαλαία του πατέρα του, πού είναι ο Πάτροκλος που σκοτώνεται από τον Εκτορα έχοντας φορέσει τα άρματα του Αχιλλέα, πού είναι ο Πρίαμος που ικετεύει για το ατιμασμένο σώμα του νεκρού του γιου, πού είναι ο Δούρειος Ιππος, πού είναι η πόλη ζωσμένη στις φλόγες; Μα πόσο αγαπάμε αυτές τις τραγωδίες εν τέλει - αυτά τα προβλήματα!». Στο διήγημα «Αγρυπνος» ο Ρίτσαρντ διαβάζει την «Οδύσσεια» και βαριέται. Συνέβη και σε σας;«Οχι! Μου αρέσει πολύ η "Οδύσσεια" αλλά η "Ιλιάδα" είναι ίσως το λογοτεχνικό κείμενο που αγαπώ περισσότερο απ' όλα τα είδη του λόγου, απ' όλες τις εποχές, διαχρονικά. Μια φορά έκανα τη διαδρομή με το αυτοκίνητο από την Αθήνα στις Μυκήνες, μέσα σ' έναν απίστευτο καύσωνα, μόνο και μόνο για να δείξω στην κόρη μου, η οποία είχε παθιαστεί επίσης με την "Ιλιάδα", την περίφημη Πύλη των Λεόντων. Η ίδια θεωρεί πως η φωτογραφία που την τράβηξα τη στιγμή που στεκόταν κοντά στην Πύλη είναι από τα πολυτιμότερα δώρα που της έχω κάνει ποτέ, και είναι περήφανη γι' αυτή. Αγαπώ πάρα πολύ το αρχαίο ελληνικό δράμα, το δίδασκα μάλιστα στο πανεπιστήμιο, κυρίως την τριλογία της "Ορέστειας" του Αισχύλου. Και για να έρθουμε λίγο στους σύγχρονους: ο Ελύτης, ο Καβάφης, ο Καζαντζάκης, ο Γιώργος Σεφέρης και ο Γιάννης Ρίτσος είναι μερικοί από τους έλληνες λογοτέχνες που βρήκαν πιο πρόσφατα από μια θέση στη βιβλιοθήκη μου». Σε αυτήν τη φάση της ζωής σας επιστρέφετε σε κάποιους συγγραφείς, τους ξαναδιαβάζετε;«Παλαιότερα επέστρεφα όλο και πιο πολύ σε συγκεκριμένους συγγραφείς - στον Ντίκενς, στον Μέλβιλ, στον Χέμινγουεϊ, στην Κάθριν Αν Πόρτερ, την οποία προσωπικά θεωρώ μια εξέχουσα περίπτωση στην αμερικανική λογοτεχνία. Ομως τα τελευταία χρόνια διαβάζω πιο πολύ βιβλία Ιστορίας, δεν επανέρχομαι στα λογοτεχνικά κείμενα, αντιθέτως, ψάχνω να βρω μια άλλη εκδοχή των πραγμάτων για την ίδια ιστορική περίοδο που με ενδιαφέρει, προσπαθώ να δω πώς ένας άλλος ιστορικός ερμηνεύει το ίδιο πλέγμα γεγονότων». Η τεχνολογία, η λεγόμενη ψηφιακή εποχή, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τη λογοτεχνία, τον τρόπο που γράφουμε και διαβάζουμε;«Λέω να μην απαντήσω σε αυτό, δεν έχω ιδέα από αυτό που λέμε ψηφιακή εποχή, δηλώνω άσχετος». Το 2015 λάβατε το Εθνικό Μετάλλιο Τεχνών από τον τότε πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα. Πώς ήταν;«Ηταν μια υπέροχη ημέρα για εμένα και τη σύζυγό μου αλλά και για τους φίλους που μας συνόδευσαν στην τελετή, επειδή τρέφαμε ήδη μεγάλο θαυμασμό τόσο για τον πρόεδρο Ομπάμα όσο και για τη σύζυγό του Μισέλ. Στο τέλος εκείνης της ημέρας, θυμάμαι, ότι είχαμε κατακλυστεί από μια γλυκύτητα, μια τρυφερότητα». Οι συμπατριώτες σας ενδιαφέρονται για τις απόψεις των συγγραφέων; Εχει κάποια επίδραση ο δημόσιος λόγος που αρθρώνουν οι λογοτέχνες στις ΗΠΑ;«Το ελπίζω! Γιατί η λογοτεχνία μάς επιτρέπει να μπούμε σε άλλες ζωές από τις δικές μας, να εισχωρήσουμε σε άλλες ψυχές. Οταν καταφέρνουμε να φανταστούμε τον εαυτό μας ως έναν άλλον, γινόμαστε πιο επιφυλακτικοί στο να κατακρίνουμε και να καταδικάζουμε τους άλλους. Γιατί βλέπουμε σε αυτούς την αντανάκλαση της δική μας ανθρώπινης υπόστασης, και αυτό βαθαίνει την αντίληψη που έχουμε για την ίδια την ανθρωπότητα εν γένει, τη βλέπουμε σαν μια κοινότητα περισσότερο παρά σαν έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων». Σκέφτομαι τώρα ότι πολλοί από τους ήρωές σας - καθημερινοί άνθρωποι που δοκιμάζουν τα όριά τους - θα μπορούσαν να έχουν ψηφίσει τον Ντόναλντ Τραμπ, εάν ήταν αληθινοί. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα ήταν αναγκαστικά όλοι τους κακοί άνθρωποι. Θα το έκαναν όμως... Γιατί;«Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ συνιστά μια καταστροφή για τη χώρα μας. Ακόμα προσπαθώ να το χωνέψω και να το αποδεχθώ. Πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω τι είναι αυτό που θα μπορούσε να ωθήσει κάποιον να ψηφίσει έναν αποδεδειγμένα μισαλλόδοξο τύπο, έναν άνδρα που - κατά δική του ομολογία - κακομεταχειρίζεται τις γυναίκες, κάποιον που κοροϊδεύει τον κόσμο με το "πανεπιστήμιό" του, έναν κοινό κλέφτη όχι μόνο του εργατικού μόχθου των υπαλλήλων του αλλά και αντικειμένων που τους ανήκαν, έναν παθολογικό ψεύτη, έναν λάτρη των πλέον αιμοσταγών τυράννων, έναν αδαή που πιστεύει ότι η κλιματική αλλαγή είναι μια υποκινούμενη εξαπάτηση από την Κίνα, και τόσα άλλα... Ολα αυτά όμως ήταν γνωστά την ημέρα των εκλογών. Θέλω να πω, αυτός είναι ο Ντόναλντ Τραμπ. Και είναι συνεπής με αυτό που είναι - αυτό το αναγνωρίζω, είναι ανέντιμος και αηδιαστικός με συνέπεια. Εχει καταφέρει να εκτραχύνει απολύτως την καθημερινότητά μας στις Ηνωμένες Πολιτείες και μας έχει μετατρέψει στον περίγελο του υπόλοιπου πλανήτη. Νιώθω βαθύτατα αμήχανος και ντροπιασμένος για αυτό».Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Συνέντευξη του Δημήτρη Νόλλα με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του «Ο κήπος στις φλόγες».
Ο Δημήτρης Νόλλας, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Ο κήπος στις φλόγες (τρίτο μέρος της Τριλογίας του Δύσκολοι Καιροί), συνομίλησε με τον Διονύση Μαρίνο, στην εφημερίδα Ελευθερία του Τύπου.Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε τη Δευτέρα 19 Ιουνίου και μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω:Αν n Ελλάδα ήταν ένας ερασιτεχνικός θίασος. Κι αν το τέλος του έργου το οποίο ανέβαζε κατέληγε με ένα «δάσος» από φλόγες που δεν θα άφηνε τίποτα ανέπαφο πίσω του. Μήπως μια καταστροφή εμπεριέχει και τον σπόρο της δημιουργίας; Ο Δημήτρης Νόλλας, με την ολοκλήρωση της τριλογίας «Δύσκολοι καιροί», μιλάει στην «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ του Τύπου» για το τελευταίο του μυθιστόρημα «Ο κήπος στις φλόγες» και όχι μόνο. Κύριε Νόλλα, ολοκληρώνοντας την τριλογία «Δύσκολοι καιροί» μπορούμε να καταλήξουμε στο «τι είναι η πατρίδα μας;»; Το ερώτημά σας, νομίζω, αφορά περισσότερο τον αναγνώστη του βιβλίου. Για μένα, πάντως, πατρίδα μου είναι όλα όσα εξακολουθώ ακόμη να βιώνω σε αυτόν εδώ τον ευλογημένο τόπο και να ευφραίνομαι με εκείνα τα πνευματικά έργα που δημιούργησαν σε γλώσσα ελληνική οι παλαιότεροι μάστορες, οι σύγχρονοι, αλλά και οι μέλλοντες. Μέσα σας έχετε αποφασίσει αν μας έτυχαν φουρτούνες που δεν μπορούσαμε να αντέξουμε ή εμείς τις προκαλέσαμε; Μόνον οι νεκροί δεν μπορούν να αντέξουν τις φουρτούνες που τυχαίνουν. Όλες τις φουρτούνες ο άνθρωπος μπορεί να τις ξεπεράσει. Βεβαίως, όποιος τις προκαλεί πάει γυρεύοντας. Δεν νομίζετε πως εκείνος που προκαλεί φουρτούνες θα έπρεπε να είναι προετοιμασμένος να πληρώσει τον λογαριασμό; Γράψετε πως ακόμη και αριστεροί, μπρος στην εξουσία, δεν δίστασαν να κάνουν το κομμάτι τους.Νομίζετε πως οι αριστεροί έχουν ανοσία στη λατρεία της εξουσίας; Πως είναι άγγελοι που βρίσκονται εκτός του κόσμου τούτου; Οι ήρωες σας μετέχουν σε έναν ερασιτεχνικό θίασο. Θα έλεγε κανείς πως δεν είναι τυχαία η επιλογή. Σαν αυτός ο θίασος να συμβολίζει την Ελλάδα. Όχι, δεν είναι τυχαία επιλογή. Σε μια μυθιστορηματική κατασκευή το τυχαίο ελέγχεται. Ακόμη και το τελετουργικό κάψιμο στο τέλος του βιβλίου δείχνει πως μόνο μια καταστροφή μπορεί να οδηγήσει σε μια νέα αρχή. Το πιστεύετε αυτό; Πιστεύω αυτά που γράφω και αναλαμβάνω πάντα την ευθύνη τους. Πιστεύω, λοιπόν, πως όταν ξεφεύγουμε από το μέτρο, είναι πάντα η καταστροφή που έρχεται. Έτσι συμβαίνει στην κοινωνία, όπως και στη φύση. Ένα νέο ξεκίνημα έρχεται πάντα να θεραπεύσει το κακό μιας καταστροφής. Δεν είναι και το τέλος του κόσμου μια καταστροφή, πιστεύω. Αρκεί να θυμάται κανείς, για να μείνουμε στη σύγχρονη Ιστορία μας, το 1897, το 1922, αλλά και ολόκληρη τη δεκαετία του '40. Προσωπική ευθύνη για το πώς φτάσαμε εδώ υπάρχει; Για πολλά χρόνια το «μαζί τα φάγαμε» αποτέλεσε αιχμή έντονης διαμάχης. Χωρίς προσωπική ευθύνη δεν έχουμε άνθρωπο, έχουμε μάζα απρόσωπη. Αυτό που έκανε εξωφρενικό τον εν λόγω αφορισμό ήταν πως εκστομίστηκε από πολιτικό άρχοντα, ο οποίος δεν είχε το σθένος, την ίδια στιγμή που το 'λεγε, να βάλει μετάνοια και να ζητήσει συγγνώμη από όλα εκείνα τα πρόβατα που τον ακολουθούσαν και τον ψήφιζαν, επωφελούμενοι των παροχών που τους επιδαψίλευε (με δανεικά χρήματα, να μην το ξεχνάμε). Γι' αυτό και «αποτέλεσε αιχμή έντονης διαμάχης», όπως λέτε, επειδή ο αφορισμός εκείνος πόνεσε, καθώς έβαζε τον καθέναν μας μπροστά στην προσωπική του ευθύνη. Μία επιπλέον απόδειξη πως ο λόγος αυτός ανταποκρινόταν σε μια πραγματικότητα. Τέτοια λόγια όμως απαιτούν αντρειοσύνη, που δεν την είχε ο συγκεκριμένος. Και έκανε καλά όταν λίγο μετά αποσύρθηκε από την πολιτική. Ας του το αναγνωρίσουμε. Η κυβερνώσα Αριστερά αποδείχθηκε λίγη ή καθόλου Αριστερά; Ή, τελικά, τα καταφέρνει; Τι πιστεύετε; Αριστερά ξε-αριστερά, πολλή ή λίγη, είναι υποχρεωμένη να διαχειριστεί τα κοινόχρηστα της πολυκατοικίας. Το σημαντικότερο πάντως είναι πως, για την ώρα τουλάχιστον, δεν ψαχουλεύει τις ψυχές μας, αλλά το πορτοφόλι μας. Οι δύσκολοι καιροί δίνουν καλά έργα Τέχνης; Η λογοτεχνία χρειάζεται «κρίσεις» για να ανθήσει; Νομίζω πως, ούτως ή άλλως, τα έργα Τέχνης είναι καρποί πνευματικής κρίσης. Το κίνημα του παρτακισμού (έξοχος νεολογισμός) εξακολουθεί να υφίσταται και στις μέρες της κρίσης; Σε συνθήκες ακραίες, όπως είναι μια κρίση σαν αυτή που βιώνουμε, ο εγωισμός («φιλοτομαρισμός» είναι ένας δόκιμος όρος) μετεξελίσσεται στο κίνημα του «παρτακισμού». Γενικεύεται δηλαδή το πρωτόγονο αίσθημα πως είμαι το κέντρο του κόσμου και άρα μόνον η προσωπική μου επιβίωση θα κάνει τον κόσμο να συνεχίσει να υπάρχει. Από τη δική μου σωτηρία και μόνον θα εξαρτηθεί και αυτή του Σύμπαντος. Οι άλλοι δεν υπάρχουν. Δεν τους βλέπω, δεν τους καταλαβαίνω, ούτε τους συναισθάνομαι σαν συγγενικά μου πλάσματα του θεού. Καταλαβαίνετε πως τότε έχουμε ήδη εισέλθει στον προθάλαμο της προϊστορικής ζούγκλας. Κι αν αυτό σας ακούγεται υπερβολικό, άντε, στον προθάλαμο του τρελοκομείου. Είμαστε ένας οργισμένος λαός, κύριε Νόλλα; Δεν ξέρω. Το ανησυχητικό, πάντως, είναι πως ελάχιστοι από μας οργίζονται με τα έργα τα δικά τους, με τις ίδιες τις επιλογές του. Αυτό που ξέρω είναι πως, έτσι κι αλλιώς, ο οργισμένος δύσκολα βρίσκει «λύση στο δράμα του».Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Ιουλίτα Ηλιοπούλου: «Ο Ελύτης δεν έχανε ποτέ το ανθρώπινο μέτρο».
Η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, με αφορμή την έκδοση της πεντάγλωσσης ανθολογίας “Ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!” του Οδυσσέα Ελύτη με τη μουσική του Γιώργου Κουρουπού, αλλά και τη συμπλήρωση 21 ετών από τον θάνατο του κορυφαίου Έλληνα νομπελίστα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, συνομίλησε με τον δημοσιογράφο Γιάννη Χατζηγεωργίου στο πολιτιστικό ένθετο Φιλgood της εφημερίδας Φιλελεύθερος στην Κύπρο.Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε την Κυριακή 12 Μαρτίου και μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω:21 χρόνια μετά το θάνατο του κορυφαίου Έλληνα νομπελίστα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, που απεβίωσε στις 18 Μαρτίου 1996, η σύντροφος και συνοδοιπόρος του στη ζωή, ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου, φωτίζει όσα αθέατα ταυτίστηκαν όλα αυτά τα χρόνια με την ύπαρξη και την τέχνη του.Πού βρίσκεται σήμερα η ποίηση, κυρία Ηλιοπούλου; Εκεί που βρισκόμαστε εμείς, θα σας πω, μ’ ό,τι αυτό σημαίνει. Είναι, άλλωστε, μία πολύ εσωτερική λειτουργία μέσα μας, που ενώ μοιάζει να ακολουθεί τις ανησυχίες μας, συχνά τις υπαγορεύει, ενώ μοιάζει να αποτυπώνει στη γλώσσα τις σκέψεις μας, συχνά τις προκαλεί. Είναι ενέργεια, δύναμη, για τον γράφοντα ίσως, για τον αποδέκτη σίγουρα –και είναι εκεί, αθέατη ή ορατή, μαζί του.Ποια είναι η διαφορά τού να γράφει κανείς ποιήματα απ’ το να ζει ποιητικά –ή ακόμη και να εντάσσει τον εαυτό του στην ποιητική λειτουργία; Για μένα ποίηση, ποιητική λειτουργία και τέχνη είναι σχεδόν ταυτόσημα. Αλλάζει κάθε φορά ο κώδικας έκφρασης: γλώσσα όταν γίνεται ποίηση, ήχος όταν γίνεται μουσική κ.λπ. Το να ζεις ωστόσο ποιητικά, όπως λέτε, εάν δεν ταυτιστεί με την έννοια που έδωσε ο Χαίλντερλιν όταν έγραφε «όλο μόχθους και όμως ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος πάνω στη γη ετούτη» και ερμηνευτεί με την τρέχουσα παραφθαρμένη σημασία, δεν ξέρω εάν έχει κάποια σχέση με το βαθύτερο νόημα της ποιητικής λειτουργίας. Αυτής που απαιτεί εγρήγορση, μετασχηματισμό, τόλμη, αυθαιρεσία ενίοτε, αφοσίωση, αγώνα, επιμονή. Το να ζει κανείς μέσα σ’ αυτή τη συνεχή αναμόχλευση του νου και της ψυχής του, στη συνεχή εγρήγορση, ναι, θα μπορούσε αυτό να είναι αληθινά ποιητικό!Ποιο είναι το λίγο και ουσιώδες της ζωής, σύμφωνα με τον Οδυσσέα Ελύτη, «του ολίγου και ακριβούς»; Μα, η ίδια η ζωή στη στοιχειακή της αλήθεια, στην καθαρότητα των πηγών της, στη διαύγεια των αισθημάτων, στο μεγαλείο της σκέψης, στη δύναμη της ψυχής, στην ανάγνωση των μυστικών της σημάτων.Ο ίδιος πώς ζούσε στην καθημερινότητά του; Και με ποιο τρόπο μετουσίωνε απλά, καθημερινά πράγματα, σε ποίηση; Όπως η ποίηση είναι υπέρβαση, άρση των αντιθέσεων, ελεύθερη, συνδυαστική φαντασία, αλλά και τάξη και οριοθέτηση, έτσι και ο ποιητής μπορεί να γίνεται παραγωγός θαυμάτων, αλλά συνάμα είναι και ένας επίμονος καλλιεργητής, με «λογισμό και μ’ όνειρο» οπλισμένος. Ο Ελύτης ζούσε με τάξη και πρόγραμμα, με αφοσίωση στη δουλειά του, πάντα πολύ απλά. Δεχόταν τα ερεθίσματα αναμφίβολα, αλλά ο θεματικός πυρήνας των ποιημάτων του δεν ήταν ανιχνεύσιμος –τις περισσότερες φορές και σε πρώτο επίπεδο– μέσα στην τρέχουσα πραγματικότητα. Μία ιδιαίτερα εσωτερική διαδικασία νοηματοδοτούσε τα θέματά του και τα μετουσίωνε γλωσσικά. Φωτογραφία: Αλεξάνδρα Αργύρη«Μόνος κυβέρνησα τη θλίψη μου… Μόνος απέλπισα το θάνατο…». Συνηθίζεται εμείς, οι αναγνώστες των ποιητών, να τους φανταζόμαστε –έξω από κάθε κοινωνικότητα– μέσα στη μοναξιά τους, να δημιουργούν, να μελαγχολούν, να πέφτουν μόνοι και να ορθώνουν έπειτα ξανά το ανάστημά τους, αντλώντας θάρρος από μία μυστική δύναμη που πηγάζει απ’ το μέσα τους. Έτσι λειτουργούσε και ο Ελύτης; Είναι άλλο η πνευματικότητα και άλλο η αντικοινωνικότητα, άλλο η εσωτερικότητα και άλλο η μελαγχολία. Ο Ελύτης δεν είχε καλή σχέση με τη μελαγχολία, ούτε με την απομόνωση. Είχε αγάπες, φίλους και συνεργάτες σε όλο τον βίο του και πάντοτε έπαιρνε μία στάση θετική απέναντι στη ζωή, με όλα τα προβλήματα και τις δυσκολίες της. Η στόχευσή του στο ουσιώδες, η βαθιά του πίστη στη δύναμη της ποιητικής τέχνης, η διαρκής αναζήτηση του καίριου, αποτελούσαν τρόπο ζωής, δράσης και αντίδρασης στις δυσχέρειες.Πώς εργαζόταν ο ποιητής; Πόσες ώρες αφιέρωνε καθημερινά στην ποίησή του; Ο ρυθμός της καθημερινότητας και της εργασίας, έτσι κι αλλιώς, αλλάζει ανάλογα με τις διαφορετικές φάσεις ζωής μας. Ο Ελύτης δούλευε πάντα στα γραφτά του, είτε ήταν ποίηση είτε πεζά. Όταν αφοσιωνόταν σε ένα έργο δούλευε συστηματικά από το πρωί, με μικρές διακοπές για τη διευθέτηση πρακτικών θεμάτων. Οι ώρες της νύχτας ήταν πάντα οι πιο αποδοτικές.Προτιμούσε ο ίδιος τη μέρα και το φως απ’ το σκοτάδι, αν και συνηθίζεται οι ποιητές να εμπνέονται απ’ αυτό; Ο Ελύτης δόμησε ολόκληρο το έργο του με άξονα το φως, διαμόρφωσε μία «ηλιακή μεταφυσική» –δεν μιλούμε απλώς για μία φυσική προτίμηση, αλλά για μία πολυσήμαντη έννοια. Απαιτούσε απόλυτη σιωπή όταν έγραφε; Απομονωνόταν; Αγαπούσε την ησυχία τις ώρες δουλειάς, αλλά τίποτε απόλυτο ή εξεζητημένο. Η απομόνωση άλλωστε δεν ήταν στον χώρο, αλλά στην εσωτερική διαδικασία του στοχασμού.Ακόμη και όταν δεν έγραφε, αισθανόσασταν ότι ήδη έγραφε στο μυαλό του τα επόμενά του έργα; Πάντα οι σκέψεις, οι λέξεις, οι ιδέες κυκλοφορούν. Βέβαια, δεν γράφει κανείς μόνο την ώρα που πιάνει την πένα. Πολλές φορές τον απασχολούσε ένας στίχος, μια λέξη που έλειπε, και που μπορούσε να τη βρει σε ανύποπτο χρόνο εκτός της διαδικασίας γραφής.Υπήρχαν έργα που αγαπούσε ιδιαίτερα, δικά του ή άλλων; Ο ίδιος αγαπούσε να προχωρά στο επόμενο. Να αλλάζει φόρμα παραμένοντας ο ίδιος. Δεν αναφερόταν επιλεκτικά σε έργα του. Αντιθέτως, αναφερόταν συχνά στον Διονύσιο Σολωμό ή τον Χαίλντερλιν.Ποιος μπορούσε να ονομαστεί ποιητής κατά τη γνώμη του; Νομίζω ότι το έργο, και ο χρόνος εντέλει, η ιστορία, απονέμουν τίτλους και ονόματα. Οι επιλογές του Ελύτη στα πεζά κείμενά του δίνουν το μέτρο, δίνουν με απόλυτη σαφήνεια το εύρος αλλά και την ειδοποιό διαφορά της σημασίας «ποίηση» και κατ’ επέκταση «ποιητής».Η ανθρώπινη ευαισθησία και η πνευματικότητα του Οδυσσέα Ελύτη πώς συνδυαζόταν με τη διανοητική δύναμη της σκέψης του, με τη ρωμαλέα αλλά ταυτόχρονα λυρική γραφή του; Δεν βλέπω τίποτε το αντιφατικό σε όσα αναφέρετε. Πνευματικότητα και διανοητική δύναμη, λυρισμός και ευαισθησία, είναι ζεύγη συμπληρωματικά και αμφίδρομα, καλοί αγωγοί της ενέργειάς τους.Ο κόσμος, γιατί ενώ είναι μικρός είναι ταυτόχρονα και μέγας, όπως είναι και ο τίτλος της εξαιρετικής έκδοσης του Ίκαρου που κυκλοφόρησε πρόσφατα σε επιμέλεια δική σας; Αυτός ήταν και ο κόσμος του Οδυσσέα Ελύτη; Τα μικρά, ταπεινά στοιχεία του κόσμου τούτου είναι αυτά που έχουν τη μέγιστη σημασία, αξία και διάρκεια. Είτε πρόκειται για ένα φύλλο μέντας, για μια ακρογιαλιά, μία λέξη ή μία αγκαλιά. Ο κόσμος των μικρών μονάδων που παρουσιάζεται στο «Δοξαστικόν», για παράδειγμα, αποτυπώνει ταυτόχρονα το μεγαλείο του μυστηρίου της ύπαρξης και το ουσιώδες της δικής του ελληνικής ταυτότητας.Μιλήστε μας γι’ αυτή την καινούρια έκδοση: «“Ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!” του Οδυσσέα Ελύτη με τη μουσική του Γιώργου Κουρουπού», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ίκαρος… Πρόκειται για πορτρέτο του ποιητή, για μια σύντομη και ουσιαστική περιπλάνηση στον αυτοβιογραφικό και δοκιμιακό λόγο του Ελύτη, μαζί με μία ανθολόγηση χαρακτηριστικών ποιητικών μονάδων που ιχνογραφούν στα μάτια του μυημένου ή και κυρίως του αμύητου αναγνώστη, τις ποιητικές του αρχές, το αξιακό του σύστημα. Εικαστικά έργα του ποιητή, τέμπερες και συνεικόνες, φωτογραφικό υλικό, κοσμούν την έκδοση, που περιλαμβάνει όχι μόνο την εικόνα, αλλά και τον ήχο της ποίησης. Απαγγελίες, μουσικές συνοδείες παράλληλα με τον λόγο, αλλά κυρίως μελοποιημένη ποίηση του Ελύτη από τον Γιώργο Κουρουπό, αποτυπώνονται στα δύο cds που περιλαμβάνει. Πρόκειται για μια σπουδαία μελοποίηση, που επιτυγχάνει να προσφέρει όλη την απόλαυση του ευφρόσυνου λυρικού ακούσματος μέσα από γοητευτικά τραγούδια, αλλά και να δείξει τη βαθιά σχέση λέξης και μουσικής φράσης, κι έτσι να οδηγήσει τον ακροατή βαθύτερα στη μαγεία του ποιητικού κόσμου. Παράλληλα, όλο αυτό το υλικό ποιητικού και πεζού λόγου μεταφέρεται σε τέσσερις άλλες γλώσσες. Μεταφράσεις σε αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά περιλαμβάνονται σ’ αυτή την πεντάγλωσση ανθολογία.Τη μαγεία αυτή του Οδυσσέα Ελύτη πώς την ανακαλύψατε εσείς; Ποιο ήταν δηλαδή το σημείο εκείνο που ο Οδυσσέας Ελύτης έγινε ο σημαντικότερος όλων για σας προσωπικά, για την καθημερινότητά σας, για την παρουσία του –ακόμη και εν τη απουσία του σήμερα; Η πρώτη ουσιαστική συνάντησή μου μαζί του, με το έργο του εννοώ, έγινε όταν ήμουν μαθήτρια και διάβασα τα «Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας». Από μία συλλογή ιδιότυπη, μπορεί να πει κανείς, ποιημάτων θεωρίας, προσέγγισα μετά και τον λυρισμό και τον φιλοσοφικό στοχασμό και τη μαγεία της γλώσσας του. Η συνάντηση αυτή συνεχίζεται –η επαφή και μελέτη του έργου του εννοώ.Ποιες ήταν ωστόσο οι δυσκολίες τού να συμβιώνετε με μία από τις σημαντικότερες μορφές πνευματικότητας της Ελλάδας; Ο Ελύτης δεν έχανε ποτέ το ανθρώπινο μέτρο. Ζούσε απλά, εφαρμόζοντας στη ζωή του αρχές του έργου του, ζούσε τιμώντας το λίγο και ακριβές, το ουσιαστικό, το ταπεινό που μπορεί να είναι ανεκτίμητο. Είχε μεγάλη ενέργεια, θετική στάση απέναντι στη ζωή, σεβασμό για τον άλλο. Έδινε χώρο σε όσους αγαπούσε, ενδιαφερόταν να βρει ο άλλος τον δικό του δρόμο. Αυτά όλα είναι πολύτιμα σε μία συνύπαρξη.Σε ποιες στιγμές βρίσκεται παρών στη ζωή σας σήμερα;Μα, οι άνθρωποι που αγαπούμε ζουν μέσα μας έτσι κι αλλιώς. Ο Ελύτης μάλιστα είναι διαρκώς παρών. Μην ξεχνάτε ότι ένα μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς μου –εκτός της προσωπικής μου γραφής– έχει σχέση με το έργο του. Μελετώ το έργο του, συνεργάζομαι με μεταφραστές και μελετητές γι’ αυτό, απαγγέλλω ποίησή του.Ο Ελύτης ήταν επίσης ο ποιητής που ύμνησε όσο λίγοι με την τέχνη του την Ελλάδα, τις ομορφιές της, τα νησιά… Ποια ήταν η δική του σχέση με τη θάλασσα, τα ταξίδια, ποια νησιά αγαπούσε;Ο νησιωτισμός στην ποίησή του είναι ένα ιδιαίτερο θέμα, που υπάρχει και εξελίσσεται σε όλο το έργο του. Πρόκειται απλά, θα έλεγα, για την ταυτότητα του Έλληνα, πρόκειται για το δακτυλικό αποτύπωμά του, αποτύπωμα που δημιούργησε η τέχνη, η ιστορία, η φυσική διαμόρφωση. Ο Ελύτης ταξίδευε αρκετά στα ελληνικά νησιά. Οι Σπέτσες, ως τόπος καλοκαιρινής διαμονής των παιδικών του χρόνων, διαμόρφωσαν, θα έλεγα, τη νησιωτική του συνείδηση. Αργότερα οι Κυκλάδες βέβαια ήταν προορισμός εξερεύνησης, μια και πρόλαβε αυτά τα νησιά σε παρθένα κατάσταση.Ξεχώριζε την Κύπρο απ’ την Ελλάδα;Αγαπούσε την Κύπρο –πέρα από το γεγονός ότι υπήρξε το καταφύγιό του για κάποιους μήνες στην περίοδο της δικτατορίας στην Ελλάδα– τιμούσε την ιστορία της, θαύμαζε την εργατικότητα πολλών Κυπρίων, αγωνιούσε για την τύχη της. Πώς να ξεχωρίσει την Κύπρο απ’ την Ελλάδα, που με ρωτάτε, αφού, όπως έγραψε, «όπου γλώσσα πατρίς»;Εκείνος αντιλαμβανόταν το μέγεθος της σπουδαιότητάς του;Δεν είχε οίηση, εάν αναφέρεστε σε κάτι τέτοιο.Ούτε όταν του απονεμήθηκε το Νόμπελ πίστεψε πως ήταν πράγματι σημαντικός και αξιομνημόνευτος; Το Νόμπελ δεν άλλαξε κάτι στη ζωή του. Του απέσπασε ίσως δύο χρόνια δουλειάς, γιατί ήταν αναγκασμένος να ανταποκριθεί σε κάποιες προτάσεις, να διαχειριστεί μια τεράστια αλληλογραφία, να πραγματοποιήσει ταξίδια. Με την ίδια όμως αφοσίωση με πριν, μόλις κόπασε ο μεγάλος θόρυβος του Νόμπελ, επέστρεψε στο ίδιο, μικρό του γραφείο, στα γραφτά του, πολεμώντας αυτό «το Δεν και το Αδύνατον του κόσμου ετούτου».«Μ’ ένα τίποτα έζησα / μονάχα οι λέξεις δε μου αρκούσαν…». Σε ποιες περιπτώσεις του αρκούσαν μοναχά οι λέξεις –και μόνο αυτές; Οι λέξεις δεν αρκούν ποτέ, γιατί συνεχίζουμε και γράφουμε και αναζητούμε μία νέα διατύπωση, μία διαφορετική αποτύπωση μιας καινούριας σκέψης.Είχε φίλους; Του άρεσαν οι συναναστροφές;Ή και σ’ αυτό ήταν ιδιαίτερα –και πολύ– επιλεκτικός; Και βέβαια είχε φίλους. Στενοί του φίλοι υπήρξαν αίφνης ο Εμπειρίκος, ο Μόραλης, ο Γκάτσος και πολλοί άλλοι. Ο Ευάγγελος Λουίζος, για παράδειγμα, ο εκδότης ο Νίκος Καρύδης, ο Τάκης Χορν. Διατηρούσε φιλίες μάλιστα και από την εποχή του Πανεπιστημίου, φιλίες που κράτησε ως το τέλος της ζωής του.Σημαντικό κομμάτι της ποίησής του είναι και ο έρωτας. Πώς τον αντιλαμβανόταν; Ως έναν ακόμη θεό; Ως κάτι αθώο; Ως κάτι που όταν συμβαίνει σιωπούν όλα τα άλλα της ύπαρξης;Ο έρωτας είναι ένα πρωταρχικό στοιχείο στο έργο του, που διαχέεται στη γραφή του, που υπάρχει είτε ως ερωτική σύλληψη του κόσμου, είτε ως αισθήσεις επεξεργασμένες πνευματικά, είτε ως φυσική προσέγγιση. Είναι ό έρωτας μες «στην αγκαλιά ο ένας του άλλου», αλλά και η πίστη «ότι ο έρωτας δεν είναι αυτό που ξέρουμε μήτε αυτό που οι μάγοι διατείνονται. Αλλά ζωή δεύτερη ατραυμάτιστη στον αιώνα».Υπήρξατε, κυρία Ηλιοπούλου, το λεπτοκαμωμένο εκείνο κορίτσι με τα μακριά μαύρα μαλλιά, πάντα δίπλα στον ποιητή και στις λογοτεχνικές παρέες. Τι κρατάτε σήμερα στη μνήμη σας από όλες αυτές τις εικόνες; Αυτό που κρατώ δεν είναι μνήμη, αλλά είναι η επιθυμία να υπάρχω με την ίδια καθαρότητα, σεβασμό και αγάπη απέναντι στα δημιουργήματα του νου και της τέχνης –απέναντι στη ζωή.Εσείς πότε συναντηθήκατε με την ποίηση; Εάν εννοείτε πότε άρχισα να γράφω, αρκετά μικρή, στο δημοτικό σχολείο.Πόσο άλλαξε η οπτική σας απέναντί της αφότου «γνωρίσατε» τον Ελύτη; Τον Ελύτη τον γνώρισα νωρίς στη ζωή μου. Για μένα τότε και τώρα αποτελούσε και αποτελεί την πραγμάτωση της θαυμαστής πληρότητας περιεχομένου και έκφρασης –σας το λέω όπως το εξέφραζα τότε, μαθήτρια.Από όσα σας έλεγε κατά καιρούς, ποιο είναι εκείνο που θα κρατούσατε για τη σημερινή εποχή; Απ’ όσα μας έλεγε, σε όλους, και μας λέει καθημερινά μέσα απ’ το έργο του, ας κλείσουμε με την προτροπή να αναζητήσουμε μες στην πραγματικότητά μας «το βαθύτερο νόημα ενός ταπεινού παραδείσου, που είναι ο αληθινός μας εαυτός, το δίκιο μας, η ελευθερία μας, ο δεύτερος και πραγματικός ηθικός μας ήλιος».Μάθετε περισσότερα για την πεντάγλωσση ανθολογίας “Ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!” του Οδυσσέα Ελύτη με τη μουσική του Γιώργου Κουρουπού.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Χρήστος Γιανναράς: «Είμαστε σκλάβοι των “εφφέ”, των συναισθημάτων, των ηχηρών πρωτοσέλιδων, της προπαγάνδας των τηλεοπτικών “ειδήσεων”».
Ο Χρήστος Γιανναράς, με αφορμή την έκδοση των δυο πιο πρόσφατων βιβλίων του Οντολογία του προσώπου (Προσωποκεντρική οντολογία), και Ενθάδε-Επέκεινα (Απόπειρες οντολογικής ερμηνευτικής), συνομίλησε με τον δημοσιογράφο Γιάννη Χατζηγεωργίου στο περιοδικό Φιλgood της εφημερίδας Φιλελεύθερος στην Κύπρο.Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε την Κυριακή 12 Φεβρουαρίου και μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω:Ο φιλόσοφος, πανεπιστημιακός, στοχαστής και ―κυρίως― ένας από τους ελάχιστους εναπομείναντες πνευματικούς ανθρώπους της Ελλάδας συνεχίζει, σε μία από τις σπάνιες του συνεντεύξεις, να παραμένει αιχμηρός, τολμηρός, ενίοτε και «αιρετικός», θέτοντας με παρρησία νέα ερωτήματα για σκέψη σε κάθε του απάντηση.Το σαλόνι του συγγραφέα και ενός από τους σημαντικότερους για το δημόσιό του λόγο και τα συγγράμματά του σύγχρονου Έλληνα στοχαστή, φιλόσοφου και καθηγητή φιλοσοφίας (στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, αλλά έχοντας διδάξει φιλοσοφική ορολογία και μέθοδο, πολιτική φιλοσοφία και πολιτιστική διπλωματία σε πανεπιστήμια του Παρισιού -είναι, άλλωστε, διδάκτωρ φιλοσοφίας της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Σορβόνης-, της Γενεύης, της Λωζάνης, της Νέας Υόρκης, της Βοστώνης, του Βελιγραδίου κλπ) δεν είναι γεμάτο από βιβλία, μελέτες -πόσω μάλλον από την πλούσια, δική του, βιβλιογραφία- αλλά, αντίθετα, από κορνιζαρισμένες φωτογραφίες αγαπημένων του προσώπων, αναμνήσεις από κάποια ταξίδια του, από μικρά, αλλά, σίγουρα, πολύτιμα, για εκείνον, αντικείμενα. Είχε πολύ κρύο εκείνο το βράδυ Παρασκευής που συναντηθήκαμε, στο μικρό δρομάκι που ζει και εργάζεται, απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους, στη Νέα Σμύρνη. «Είχαν δίκιο οι παλιοί που έφτιαχναν τα σπίτια με μικρά παράθυρα και όχι τζαμαρίες», μου ανέφερε κάποια στιγμή χαμογελώντας. Με κέρασε ούζο μαστίχα, έβαλε κι εκείνος ένα ποτήρι – «είναι ό,τι πρέπει γι’ αυτές τις θερμοκρασίες», είπε και κάθισε στην πολυθρόνα, πλάι στο τζάκι. Με ρώτησε κάποια πράγματα για την Κύπρο, μου ανέφερε συγκεκριμένα ονόματα πολιτικών επιχειρηματολογώντας για την καλή ή κακή γνώμη που είχε για ορισμένους, καταλήγοντας πως «το άδειο μας το πρόσωπο η Κύπρος το πληρώνει» και μένοντας για λίγο σιωπηλός. «Ο Σαββόπουλος ήταν καίριος με αυτό του το στίχο», κατέληξε.Γράψατε πριν από λίγες μέρες σε ένα κείμενό σας: «Στην ελλαδική κοινωνία τίποτε δεν καινουργείται με το πέρασμα του χρόνου. H απροκατάληπτη, στοιχειωδώς ρεαλιστική σκέψη αποκλείει και την ελπίδα. Ξέρουμε την ανθρώπινη ποιότητα των διαχειριστών της ζωής μας, την αποτελεσματικότητα των θεσμών και λειτουργιών του δημόσιου βίου, τους νόμους της ζούγκλας που κυριαρχούν στο πολυ-υμνημένο πολιτισμικό μας “παράδειγμα”. Όλα αποκλείουν την ελπίδα». Επομένως να περιμένουμε την απόλυτη καταστροφή στο μέλλον; Και μέχρι ποιου σημείου;Αυτό που προσωπικά συμπεραίνω, κύριε Χατζηγεωργίου, από την Ιστορία και την ανθρώπινη εμπειρία, είναι ότι μόνο η ρεαλιστική επίγνωση της πραγματικότητας μπορεί να γεννήσει την έκπληξη μιας ανάκαμψης. Οι ελπίδες των Ελλήνων το 1821 ήταν μηδενικές: η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε συντριπτική υπεροπλία και η εξουσιαστική ισχύς της «Ιεράς Συμμαχίας» στον ευρωπαϊκό χώρο απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο εξέγερσης ενάντια στις κατεστημένες ισορροπίες. Ανάλογη συντριπτική ανισότητα υπήρχε και στην αναμέτρηση των Ελλήνων με τις «Δυνάμεις του Άξονα» το 1940. Και στις δύο περιπτώσεις η έκπληξη γεννήθηκε από τον συνεπή και ολοκληρωτικό απελπισμό των Ελλήνων: ήξεραν τι κινδύνευαν να χάσουν και τους ήταν αδιανόητο να το χάσουν. Σήμερα γαντζωνόμαστε στην «αισιοδοξία» –δεν τολμάμε να απελπιστούμε, γιατί δεν έχουμε τίποτα πολύτιμο να υπερασπίσουμε. Το πιο πολύτιμο σήμερα για μας είναι τα «ατομικά δικαιώματά» μας και η μεγιστοποίηση της καταναλωτικής μας ευχέρειας. Όμως αυτά μπορούμε λίγο-πολύ, να τα διατηρήσουμε και υπόδουλοι –στους Τούρκους ή στις «Αγορές».«Mοιάζει η “κρίση” αυτή τη φορά να μην είναι περιπτωτική και περιστασιακή, πολλά, πάμπολλα σημάδια μαρτυρούν μάλλον μιαν ακατάσχετη δυναμική ιστορικού τέλους του Eλληνισμού». Ακούγεται τρομακτικό αυτό που γράφετε –η αναφορά σας σε «τέλος». Σα να έχει χαθεί κάθε ίχνος ελπίδας, αισιοδοξίας για το μέλλον…Σας φαίνεται ίσως υπερβολή η αναφορά σε ιστορικό τέλος. Σκεφθείτε όμως: υπάρχει σήμερα κάποιο στοιχείο, κάποιο προσόν, που χαρίζει η ελληνικότητα στον Έλληνα (τον Ελλαδίτη ή τον Κύπριο ή τον απόδημο) και που είναι τόσο πολύτιμο, ώστε χωρίς αυτό η ζωή του να μην έχει πια νόημα; Άρα, ένα στοιχείο για το οποίο είναι έτοιμος να πεθάνει, για να μην το χάσει; Όταν οι Κύπριοι πολιτικοί σήμερα παζαρεύουν τους όρους που θα καταστήσουν την τουρκική μειονότητα και τους εισβολείς ρυθμιστές της ζωής των Ελλήνων, ή όταν οι ελλαδίτες πολιτικοί παραδίδουν τη χώρα τους σε ταπεινωτική επιτροπεία, δηλαδή σε ολοσχερή απεμπόληση της εθνικής ανεξαρτησίας, κυριαρχίας, αυτοδιάθεσης, σας σκανδαλίζει να μιλάμε για «ιστορικό τέλος» του Ελληνισμού;Μιλώντας για «τους Κύπριους πολιτικούς που παζαρεύουν τους όρους που θα καταστήσουν την τουρκική μειονότητα και τους εισβολείς ρυθμιστές της ζωής των Ελλήνων», αναφέρεστε και στο «τέλος του κυπριακού ελληνισμού» στο οποίο ορισμένοι υπερθεματίζουν από την αρχή σχεδόν των τελευταίων -κρίσιμων- συνομιλιών για το κυπριακό;Δεν αναφέρομαι σε πρόσωπα, αναφέρομαι στο γεγονός των «διαπραγματεύσεων». Στον αδιανόητο παραλογισμό ένα ανεξάρτητο, υποτίθεται, κράτος, μέλος της Ε.Ε, με δημοκρατική εκλεγμένη ηγεσία, να παζαρεύει τον αυτοχειριασμό του, την υποταγή του στις εξωφρενικές απαιτήσεις μιας εγχώριας μειοψηφίας και στους εκβιασμούς από τους καταδικασμένους από όλους τους Διεθνείς Οργανισμούς βάναυσους κατακτητές. Ο Ελληνισμός έχει όλα τα δίκια με το μέρος του και, δυστυχώς, εκλέγει ηγέτες με σπιθαμιαίο ανάστημα για να υπερασπίσουν αυτά τα δίκια.Τι πρέπει να γίνει, επομένως, γενικότερα, για να αλλάξει η υπάρχουσα κατάσταση –αν αλλάζει; Πρέπει να συμβούν σαρωτικές αλλαγές, δομικές; Εκτός του κράτους και των πολιτών;Με δεδομένη σήμερα τη θανατερή παρακμή του Ελληνισμού, είναι ουτοπικό να συζητάμε το τι «πρέπει» να γίνει. Έστω και αν συμφωνήσουμε σε κάποια «πρέπει» (που μοιάζει αδύνατο), ποιος θα τα επιβάλει στη συνέχεια; Τα κωμικά ανθρωπάρια που μας κυβερνούν; Τα δικαστήρια; Η αστυνομία;Οι πολίτες, ωστόσο, δεν φέρουν την κύρια ευθύνη για ό,τι συμβαίνει σήμερα, κύριε Γιανναρά; «Το εφιαλτικότερο από όλα τα δεινά είναι η τέλεια νέκρωση των αντανακλαστικών της ελληνικής κοινωνίας», γράφετε…Για ποιους πολίτες μιλάμε που φέρουν την ευθύνη της ατίμωσης και καταστροφής; Τα τελευταία 43 χρόνια -από το 1974- η εκπαιδευτική πολιτική, σε Ελλάδα και Κύπρο, μεθοδεύει συστηματικά την αγλωσσία και ακρισία των μαζών (πασίγνωστο ότι άνθρωποι χωρίς γλώσσα είναι άνθρωποι χωρίς σκέψη), την τέλεια διαστροφή της ιστορικής τους συνείδησης. Και η ραδιοτηλεοπτική λοιμική συμπληρώνει και ολοκληρώνει την εξαθλίωσή τους. Διότι μόνο ψηφοφόροι με χαμένη τη λογική τους, την κρίση τους και την αξιοπρέπειά τους, είναι δυνατό να συντηρούν ένα τόσο ευτελισμένο πολιτικό προσωπικό όσο αυτό που εκπροσωπεί τον Ελληνισμό, ελλαδικό και κυπριακό, τις τελευταίες δεκαετίες –με αλησμόνητη εξαίρεση πανελληνίως τον Τάσο Παπαδόπουλο. Αν έχει ευθύνη ο ελληνικός λαός για την καταστροφή και τη ντροπή όπου είναι σήμερα βυθισμένος, η ευθύνη του εντοπίζεται μόνο στο ότι δεν επαναστάτησε. Αλλά ακόμα και το ενδεχόμενο της εξέγερσης το ατίμασε και το γελοιοποίησε ο μηδενισμός και αμοραλισμός των τάχα «αριστερών προοδευτικών και εκσυγχρονιστικών δυνάμεων».Τι εννοείτε όταν αναφέρεστε σε «επανάσταση» και «εξέγερση»;Ένοπλες επαναστάσεις, όπως καταλαβαίνετε, είναι πια αδύνατον να συμβούν. Εννοώ, να αντιδράσουν οι βασικοί θεσμοί λειτουργίας της συλλογικότητας: οι δικαστικές αρχές, οι πανεπιστημιακές Πρυτανείες, οι δικηγορικοί σύλλογοι, οι εκπαιδευτικοί κάθε σχολείου, τα ιδρύματα και σωματεία πολιτισμού, να βγουν οι πολίτες στους δρόμους και να διαδηλώσουν την πίστη τους στην ελευθερία και στην αξιοπρέπεια. Δεν είναι δυνατόν να διακυβεύεται η ανθρωπιά των ανθρώπων και να τη διαπραγματεύονται πολιτικοί στους οποίους ποτέ κανείς δεν θα ανέθετε ούτε τη διαχείριση ενός περιπτέρου.Μήπως οι Έλληνες «πάσχουν» από ανωριμότητα, παρελθοντολογία, επιπολαιότητα στο χειρισμό δύσκολων καταστάσεων και «κακομαθησιά», σε σχέση με άλλους λαούς, όπως τους «κατηγορούν»; Μήπως το «ένδοξο παρελθόν» έκανε εν τέλει κακό στους σημερινούς κατοίκους της Ελλάδας;Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι οι σημερινοί Ελληνώνυμοι πάσχουμε μόνο ή κυρίως από ξιπασιά, ακριβώς όπως όλοι οι τριτοκοσμικοί απελεύθεροι, που τους γυαλίζουν οι χάντρες και τα καθρεφτάκια. Την πρόταση πολιτισμού που κόμισε και κομίζει ο Ελληνισμός στην ανθρωπότητα ούτε την καταλαβαίνουμε ούτε μας ενδιαφέρει –μας ενδιαφέρει μόνο το πρόστυχο κιτς που παράγει το Ελλαδέξ (ελλαδικό και κυπριακό) για τους τουρίστες. Ρωτήστε έναν βουλευτή του ΑΚΕΛ ή της «Νέας Δημοκρατίας» να σας απαντήσει: γιατί ο Παρθενώνας είναι μνημείο σημαντικότερο από τον Πύργο του Άιφελ ή από το Εμπάιαρ Στέιτ Μπίλντινγκ; Όταν από τη γενιά του Ευαγόρα Παλληκαρίδη, των Καραολή και Δημητρίου, του Γρηγόρη Αυξεντίου ή από τη γενιά του Σεφέρη, του Ελύτη, του Τσαρούχη, του Μάνου Χατζηδάκι, μας χωρίζουν ελάχιστες δεκαετίες, σε ποιους παράγοντες μπορούμε να αποδώσουμε τη ραγδαία κατρακύλα του Ελληνισμού στον σημερινό εφιάλτη; Είναι περισσότερο από φανερό ότι σε μία χρονική περίοδο όπου η εξέλιξη της τεχνολογίας δημιούργησε πρωτοφανείς δυνατότητες εξουσιασμού των μαζών, τις δυνατότητες αυτές τις εκμεταλλεύτηκαν, σε κυρίως Ελλάδα και Κύπρο, άνθρωποι με ποιότητα τραγικά χαμηλή.Τι σχέση έχουν, πιστεύετε, οι Έλληνες της Ελλάδας με τους Έλληνες της Κύπρου; Πολλοί είναι εκείνοι που διαπιστώνουν διαφορετική νοοτροπία, λογικές και άλλου είδους αντιμετώπιση ιστορικών αντιξοοτήτων, άλλες αναφορές και τρόπο σκέψης…Θέτει ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα η ερώτησή σας: από την προσωπική μου πείρα, τις εντυπώσεις μου και τα διαβάσματά μου, έχω σχηματίσει τη γνώμη (χωρίς να μπορώ να ισχυριστώ ότι είναι η σωστή) για μια καίρια διαφορά που υπήρχε, ως τα μέσα του 20ου αιώνα, του ελλαδικού Ελληνισμού από τον Ελληνισμό «της περιφέρειας», όπως έλεγαν τότε –τον αιγυπτιώτη, μικρασιατικό, ποντιακό, της Κριμαίας, των παραδουνάβιων περιοχών Ελληνισμό. Ο εκτός του ελλαδικού χώρου Ελληνισμός διέσωζε μάλλον μιαν αίσθηση υπεροχής της ελληνικότητας και καθόλου μειονεξίας έναντι των Ευρωπαίων της Δύσης. Αυτή η αίσθηση επέτρεπε στους Έλληνες να προσλάβουν τα επιτεύγματα της δυτικής Νεωτερικότητας για να υπηρετήσουν δικές τους ανάγκες, όχι για να μην υστερήσουν σε εκσυγχρονισμό από τους Ευρωπαίους. Έτσι η πρόσληψη δυτικών στοιχείων λειτουργούσε αφομοιωτικά και όχι μιμητικά, δεν μείωνε στο παραμικρό την ελληνικότητα των Ελλήνων η κριτική πρόσληψη δυτικών εθισμών και θεσμών –επέλεγαν, δεν πιθήκιζαν. Στην κυρίως Ελλάδα, δυστυχώς, εξαιτίας της Βαυαροκρατίας, μετά τον Καποδίστρια, και της μειονεξίας (μαζί και ξιπασιάς) που καλλιέργησαν οι κουΐσλινγκς της εποχής, οπαδοί του Κοραή, επικράτησε μια δουλική μειονεξία και νεκροφόρα μίμηση της Δύσης συνοδευόμενη με βαθιά περιφρόνηση για οτιδήποτε ελληνικό… Επειδή το θέμα είναι καίριο, θα μου επιτρέψετε να παραπέμψω σε ένα βιβλίο σχετικό που έχω γράψει, και έχει τον τίτλο: «Η Ευρώπη γεννήθηκε από το Σχίσμα», εκδόσεις «Ίκαρος».Ο κυπριακός Ελληνισμός, νομίζω, ότι ενσάρκωσε την ίδια συνείδηση υπεροχής έναντι της Δύσης, μέχρι την ανακήρυξη του νησιού σε ανεξάρτητο (;) κράτος. Η ενεργός ελληνική αυτοσυνειδησία των Κυπρίων γέννησε την τελευταία μεγάλη ανάσα του Ελληνισμού: τον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ. Δεν ξεχνώ, παιδί τότε, την εμβληματική μορφή του Πολύκαρπου Ιωαννίδη, που φορούσε, μια ζωή, φορεσιές από κυπριακό «αλαντζά» σαμποτάροντας το αγγλικό «κασμίρι».Αυτή η συνειδητή ελληνικότητα μοιάζει να χάθηκε οριστικά με την «ανεξαρτησία» της Κύπρου. Η κυπριακή κοινωνία μεταβλήθηκε ραγδαία και αδυσώπητα σε μια θλιβερή απομίμηση της ελλαδικής παρακμής και ντροπής.Γιατί βάζετε σε ερωτηματικό την ανεξαρτησία της Κύπρου; Και, επίσης, πού αναφέρεστε όταν λέτε πως «η κυπριακή κοινωνία μεταβλήθηκε ραγδαία και αδυσώπητα σε μια θλιβερή απομίμηση της ελλαδικής παρακμής και ντροπής»;Σε μία συνέντευξη δεν είναι δυνατόν να παραθέσω τεκμηριωμένη και γι’ αυτό πειστική καταγραφή μιας κοινωνικής πραγματικότητας. Νύξεις τολμώ, που παραπέμπουν σε πιστοποιήσεις της κοινής εμπειρίας. Είναι φανερό, σε κάθε νοήμονα, ότι ο Ελληνισμός της Κύπρου έφτιαξε κράτος αλλά ανεξάρτητο το κράτος του δεν είναι, είναι δέσμιο της ισχύος ενός διεθνούς τρομοκράτη, της Τουρκίας, που αρνείται προκλητικά τα στοιχειώδη της λογικής και του Διεθνούς δικαίου, επιβραβευόμενος από τα «πεφωτισμένα και λελαμπρυσμένα της Εσπερίας Έθνη», τα δικά μας, των ξιπασμένων ινδάλματα. Όσο για τη θλιβερή κυπριακή απομίμηση της ελλαδικής παρακμής και ντροπής, είναι στο χέρι καθενός να πιστοποιήσει την παραλληλία. Τουλάχιστον στο επίπεδο νοημοσύνης και αξιοπρέπειας.Σε πολλά από τα κείμενά σας μιλάτε για «ελλαδίτες» και όχι για «έλληνες». Γιατί;Ναι, διότι η πλειονότητα του πληθυσμού, απλώς και συμπτωματικά, κατοικεί την ελληνίδα γη, με νοοτροπία και συμπεριφορές διεθνοποιημένου καταναλωτή. Ένας Ελλαδίτης σήμερα κάτω των 50 ετών, δεν καταλαβαίνει τον Παπαδιαμάντη ή τον Ροΐδη, δεν ξέρει τι σημαίνει «τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια». Όταν ακούει κανείς τα «ελληνικά» του Γιώργου Παπανδρέου, του Κώστα Σημίτη ή του Δημήτρη Χριστόφια και του Νίκου Αναστασιάδη πείθεται ότι μια ιστορία τρεισήμισι χιλιάδων χρόνων Ελληνισμού τελειώνει μέσα στην ντροπή.Δεν είναι πολύ σκληρό -ενδεχομένως και άδικο- αυτό που λέτε για τους συγκεκριμένους πολιτικούς;Αυτό, αγαπητέ κύριε Χατζηγεωργίου, ας αφήσουμε να το αποτιμήσει ο αναγνώστης μας. Το «ελληνικά» των πολιτικών μας τα κρίνω ως δάσκαλος, όχι ως οπαδός ή αντίπαλος.Ο ρεαλισμός ήταν πάντοτε η πυξίδα της σκέψης, της γραφής, της διδαχής σας; Ποτέ δεν ανατρέξατε στη… «μαγεία»;Νομίζω ότι εθιστήκαμε πια να λειτουργούμε καταναλωτικά και η καταναλωτική μας ευήθεια τρέφεται κυρίως με «εντυπώσεις». Και το πιο ασήμαντο ή άθλιο προϊόν μπορεί να διεκδικήσει τίτλους ποιότητας χάρις σε «περιτύλιγμα» που κερδίζει τις εντυπώσεις. Ακόμα και ένας εξόφθαλμα παρανοϊκός ή φαυλεπίφαυλος μπορεί να εκλεγεί πρωθυπουργός ή πρόεδρος Δημοκρατίας, αν ξοδέψει πακτωλούς για τη διαφήμισή του και πετύχει την «πλύση εγκεφάλου» των μαζών. Με αυτή τη «λογική» βαφτίζουμε «αισιοδοξία» ή «απαισιοδοξία», «ρεαλισμό» ή «ουτοπία», ό,τι θα ήθελαν να μας υποβάλλουν οι καλοστημένοι μηχανισμοί δημιουργίας των εντυπώσεων. Είμαστε σκλάβοι των «εφφέ», των συναισθημάτων, των ηχηρών πρωτοσέλιδων, της προπαγάνδας των τηλεοπτικών «ειδήσεων».Αναρωτιέμαι: όλα αυτά τα χρόνια υπήρξατε ποτέ «ασυνεπής» σε απόψεις σας, με το δικαίωμα του ανθρώπου που μπορεί να αναθεωρεί όσα παλαιότερα πίστευε εφόσον το γύρω περιβάλλον και οι συνθήκες αλλάζουν;Θα μου επιτρέψετε να παρατηρήσω ότι οι «απόψεις» ενός ανθρώπου, κάθε ανθρώπου, οι «γνώμες» του, οι «πεποιθήσεις» του είναι, κατά κανόνα, ατομικές επιλογές, προτιμήσεις, αρέσκειες με, κατά βάση, αυθαίρετο χαρακτήρα. Στο σημερινό πολιτισμικό «παράδειγμα» αυτή η αυθαιρεσία κατασφαλίζεται ως ατομικό «δικαίωμα» –οι συμβάσεις που κατοχυρώνουν τα ατομικά δικαιώματα έχουν την εξουσιαστική ισχύ νόμων «εξαναγκαστών κατά πάντων». Βάση, δηλαδή, του «πολιτισμού» μας είναι η κατασφάλιση της «ελευθερίας» ως ατομικού δικαιώματος επιλογών, νομική θωράκιση της ασυδοσίας των ενορμήσεων, ορέξεων, συμφερόντων. Γι’ αυτό και η προστασία των δικαιωμάτων, όταν θεμελιώνει τους όρους της συλλογικότητας, ταυτίζει τον πολιτισμό με τη βαρβαρότητα του ατομοκεντρισμού, όχι με το άθλημα ελευθερίας που είναι η κοινωνία των σχέσεων. Επομένως, ό,τι είναι ατομική επιλογή (απόψεις, γνώμες, πεποιθήσεις) το αλλάζουμε εύκολα. Ό,τι όμως είναι καρπός του αθλήματος αυθυπέρβασης, δηλαδή ελευθερίας από το «εγώ» προκειμένου να κατακτηθεί η κοινωνούμενη αλήθεια της σχέσης (της πίστης-εμπιστοσύνης, της αγάπης-αυτοπροσφοράς) δεν αλλάζει. Μπορεί να ωριμάζει η εκφραστική του σήμανση, αλλά ο σημαινόμενος στόχος δεν μεταβάλλεται.Σας χαρακτηρίζουν «φιλόσοφο» –πολλοί και «αιρετικό». Σίγουρα έναν από τους ελάχιστους της Ελλάδας που συνεχίζουν να αρθρώνουν λόγο. Τι σημαίνουν για σας τέτοιου είδους χαρακτηρισμοί;Στην ελληνική παράδοση αποδίδουμε χαρακτηρισμούς που έχουν μετριοπάθεια, σεμνότητα. «Φιλόσοφος» δεν είναι ο σοφός, αυτός που κατέχει τη σοφία, είναι ο «φίλος» της σοφίας, ο εραστής της γνώσης, αυτός που αγαπάει την αλήθεια και την αναζητάει. Ο χαρακτηρισμός, επομένως, του «φιλοσόφου» είναι τιμή και έπαινος. Το νόημα της λέξης «αιρετικός» έχει σήμερα πολύ απομακρυνθεί από το αρχικό περιεχόμενο που οι Έλληνες απέδιδαν σε αυτή τη λέξη. Σήμερα η «αίρεση» παραπέμπει στην εκδοχή της αλήθειας ως ιδεολογίας, δηλαδή ως ατομικής επιλογής οριστικά (ή και αλάθητα) διατυπωμένων «πεποιθήσεων». Ο «αιρετικός» αμφισβητεί ή και αρνείται τους κώδικες βεβαιότητας της ιδεολογίας, έχει επιλέξει ατομικές «πεποιθήσεις» που δεν συντονίζονται με τις υποχρεωτικές για τους «πιστούς» οπαδούς της ιδεολογίας «αρχές» και βεβαιότητες. Έτσι η λέξη «αιρετικός» προσλαμβάνει σήμερα μάλλον θετικό περιεχόμενο: σημαίνει τον άνθρωπο που αμφισβητεί τα «αλάθητα» δόγματα των ιδεολογιών, τις κονσερβαρισμένες υποχρεωτικές «πεποιθήσεις». Σημαίνει τον άνθρωπο που ψάχνει για εμπειρική πρόσβαση στην αλήθεια. Αυτά, λοιπόν, περίπου, σημαίνουν για μένα οι χαρακτηρισμοί «φιλόσοφος» και «αιρετικός».Σε σχέση με τη θρησκεία έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά για τις απόψεις σας. Με απλά λόγια: τι σημαίνει για σας σήμερα ορθοδοξία; Ορθοδοξία καθιερώθηκε να ονομάζουμε την ελληνική εκδοχή της χριστιανικής Εκκλησίας, την ελληνική εμπειρία και μαρτυρία του εκκλησιαστικού γεγονότος. Η Εκκλησία δεν είναι μια επιπλέον, έστω «καλύτερη» από τις άλλες, θρησκεία. Είναι ένα γεγονός, ένας τρόπος, ένα πώς φανερώνει την αλήθεια –και «αλήθεια» είναι η ύπαρξη ελεύθερη από τον χρόνο, τον χώρο, τη φθορά, τον θάνατο. Οι Έλληνες είχαν ονομάσει «εκκλησία του δήμου», όχι απλώς μια γενική συνέλευση των πολιτών, αλλά την πράξη, το έργο του ποιείν τα πολιτικά: να πραγματώνουν οι πολίτες και να φανερώνουν την «πόλιν», δηλαδή έναν άλλο τρόπο ύπαρξης και συνύπαρξης που αποβλέπει όχι πια απλώς στην ανάγκη (στην κοινωνίαν της χρείας) αλλά στην αλήθεια (στην κοινωνίαν του αληθούς, στην κατά λόγον-αρμονίαν, κοσμιότητα). Με την ίδια αυτή ελληνική σημασία προσέλαβαν τη λέξη εκκλησία και οι Χριστιανοί: μια σύναξη που πραγματώνει και φανερώνει τον κατ’ αλήθειαν «τρόπο» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, την ελευθερία από τις αναγκαιότητες των ατομοκεντρικών ενορμήσεων –ελευθερία της ερωτικής αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς.Για το τέλος, μια ερώτηση -προσωπική μου απορία- σε έναν άνθρωπο σαν κι εσάς: ποιο είναι το νόημα της ζωής, κύριε Γιανναρά;Το νόημα της ζωής δεν μπορεί, ευτυχώς, να εντοπιστεί σε μια συνταγή, σε ένα δέον. Μπορούμε ποτέ να ζήσουμε τον έρωτα ακολουθώντας συνταγές, συμβουλές ή παραινέσεις; Το νόημα της ζωής, όπως ακριβώς και ο έρωτας, χαρίζεται σαν αντίδοτο στην άσκηση για την πραγμάτωση της ελευθερίας από το «εγώ». Γι’ αυτό και μέσα σε ένα πολιτισμικό «παράδειγμα» θεμελιωμένο στην απόλυτη προτεραιότητα θωράκισης του «εγώ», τόσο το «νόημα» της ζωής όσο και ο έρωτας είναι κατακτήσεις μόνο για λίγους πεισματάρηδες.Φωτογραφία: Πηνελόπη ΜασούρηΠερισσότερα