Νέα
Λίστα Νέων, Κατηγορίες Νέων, Εκδηλώσεις
-
Συνεντεύξεις
Irene Solà: «Οταν ξεκινάω να γράφω, δεν έχω αποφασίσει τι βιβλίο θα κάνω, πώς θα ξεκινήσει και πώς θα τελειώσει».
Η βραβευμένη συγγραφέας, ποιήτρια και καλλιτέχνις από την Καταλονία επανέρχεται με το βιβλίο Μάτια σου έδωσα κι εσύ κοίταξες το σκοτάδι, ένα ακαταμάχητο, χειμαρρώδες έργο, το οποίο ακροβατεί μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε στη Μαριλένα Αστραπέλλου για το ΒΗΜΑgazino. Ανοίγεις το βιβλίο της και σε αρπάζει σε μια δίνη. Σε ταξιδεύει σε μέρη γοητευτικά, οικεία αλλά και απόκοσμα, σε ένα σκοτεινό σόμπαν φαντασίας με απρόσμενες εκρήξεις φωτός, που στέκεται εκτός χρόνου. Στο βιβλίο της 34χρονης Ιρένε Σολά Μάτια σου έδωσα κι εσύ κοίταξες το σκοτάδι (εκδ. Ικαρος, μτφρ. Ευρυβιάδης Σοφός), το τρίτο της και δεύτερο που κυκλοφορεί στα ελληνικά, η υπογραφή της είναι πλέον διακριτή: στοιχεία αντλημένα από μύθους, δοξασίες, λαϊκά παραμύθια και θρύλους μπλέκονται για να μεταφέρουν στο χαρτί με αναζωογονητική ζωντάνια, φρεσκάδα και λυρισμό την ιστορία μιας γυναικοκρατούμενης οικογένειας που ζει στη σκιά της οροσειράς των Γκιλιερίες στην Καταλωνία - στο δεύτερο βιβλίο της, με τίτλο «Τραγουδώ εγώ και το βουνό χορεύει» (εκδ. Ικαρος), που την έκανε διεθνώς γνωστή, το γεωγραφικό σημείο αναφοράς ήταν (τα καταλανικά) Πυρηναία. «Εγώ επικεντρώνομαι στο να λέω ιστορίες. Οι θρύλοι ή τα λαϊκά παραμύθια μπορούν να διαδραματίζονται οπουδήποτε και μπορούν να γίνουν κατανοητά από όπου και αν προέρχεται ο/η αναγνώστηςάριά τους» θα σχολιάσει στο BHMAgazino υποβαθμίζοντας λίγο τη σημασία των γεωγραφικών αναφορών στη δουλειά της που, όπως και να έχει, συμβάλλουν στη συγκρότηση του πρωτότυπου DNA της. Αλλωστε, οδηγήθηκε στη συγγραφή του βιβλίου μέσα από μια κλασική αφηγηματική ιδέα που αγαπούν τα λαϊκά παραμύθια: τη συμφωνία με τον διάβολο. «Είναι ένα premise που εμφανίζεται σε πολλές διαφορετικές ιστορίες, ειδικά στην καταλανική παράδοση: να θέλεις κάτι και να δίνεις ως αντάλλαγμα την ψυχή σου για να το αποκτήσεις. Ηθελα να αναπτύξω ένα βιβλίο γύρω από αυτή την ιδέα. Μια γυναίκα σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, εν προκειμένω γύρω στον 16ο αιώνα, κάνει μια συμφωνία με τον διάβολο. Ηθελα να αφηγηθώ την ιστορία της, όπως και της οικογένειάς της».Αναμενόμενα, τον λόγο παίρνουν λοιπόν οι γυναίκες που συνδέονται με μια αλυσίδα αίματος αρκετά συγκεχυμένη, όπως και ο χωροχρόνος στον οποίο μπαινοβγαίνει η αφήγηση, από τον 16ο αιώνα στον παρόντα χρόνο, κάτι για το οποίο δεν προβληματίζεσαι, δεδομένου ότι όλο το κείμενο είναι εμποτισμένο με το άρωμα των θρύλων και των λαϊκών παραμυθιών - αν και δεν λείπουν και οι ιστορικές αναφορές. Η Σολά συνθέτει μια πολυφωνική αφήγηση όπου τον λόγο δεν τον έχουν μόνο άνθρωποι αλλά και υβριδικά όντα, διχοτομημένα ανάμεσα στην ανθρώπινη και στη ζωώδη φύση τους. Γυναίκες που είναι ηλικιωμένες, γυναίκες που είναι δύσμορφες, γυναίκες που αφήνουν το σώμα τους να ακολουθήσει τις σαρωτικές ορμές του, γυναίκες που δεν νιώθουν πόνο. «Ενα μυθιστόρημα μπορεί να αντανακλά το ζήτημα της οπτικής της Ιστορίας. Ποιος την έχει γράψει, ποιος έχει αποφασίσει τι μας αφορά και τι όχι, ποιος έχει υπάρξει κομμάτι της και ποιος όχι, ποιος έχει πρωταγωνιστήσει κ.τ.λ. Ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους οι βασικοί χαρακτήρες αυτού του βιβλίου είναι, γενικά μιλώντας, εκείνες που δεν είναι βασικοί ή σημανπκοί χαρακτήρες στην Ιστορία αλλά και στους θρύλους. Τους δίνω φωνή και αυτό μού επιτρέπει να διερευνήσω θεματικές όπως η ελευθερία, η σεξουαλικότητα, το σώμα, η μητρότητα, η κατασκευή της ρομαντικής αγάπης, της βίας, και να στοχαστώ πάνω στην αντιμετώπιση που είχαν αυτές οι γυναίκες τόσο στην Ιστορία όσο και στη λογοτεχνία». Το γράψιμο ως ένας τόπος εξερεύνησηςΑυτό που επαναλαμβάνει με κάθε ευκαιρία η Σολά είναι ότι τα βιβλία της γράφονται με οργανικό τρόπο, και ότι κομβικό ρόλο παίζει στο έργο της η ενδελεχής έρευνα που προηγείται της συγγραφής: «Το πρώτο πράγμα που με απασχολεί όταν ξεκινώ να δουλεύω ένα βιβλίο είναι να αναζητήσω τι είναι εκείνο που με ενδιαφέρει, τι μου εξάπτει το ενδιαφέρον για να το εξερευνήσω: Με ποιες ιδέες, ποια τοπία, ποιες εικόνες θέλω να δουλεύω για τους επόμενους μήνες; Η έρευνά μου περικλείει πολλά: διάβασμα, επίσκεψη σε βιβλιοθήκες, μουσεία και αρχεία, αλλά και σε συγκεκριμένους γεωγραφικούς τόπους, συναντήσεις με ανθρώπους που ξέρουν πράγματα τα οποία εγώ δεν γνωρίζω, είτε είναι ειδικοί είτε κάτοικοι της περιοχής που με ενδιαφέρει. Περιλαμβάνει δηλαδή υλικό και στοιχεία που με έναν λιγότερο ή περισσότερο προφανή τρόπο μπορούν να τροφοδοτήσουν αυτό το αρχικό ενδιαφέρον. Στοιχεία που συγκεντρώνω για να χτίζω μια δεξαμενή πληροφορίας ώστε να πηδήξω μέσα της και να "κολυμπήσω", κοινώς να κατασκευάσω την ιστορία και τους χαρακτήρες. Είναι μια διαδικασία που δεν τελειώνει σχεδόν ποτέ. Ποτέ δεν μαθαίνεις τα πάντα, ποτέ δεν εξαντλούνται όλα τα ερεθίσματα που προκαλεί αυτή η διαδικασία. Για εμένα η συγγραφή σχετίζεται με την περιέργεια, τη διάθεση για εξερεύνηση, για μάθηση, για την αμφισβήτηση παγιωμένων πεποιθήσεών μου και έχει ως αποτέλεσμα μια βαθύτερη γνωριμία με τον εαυτό μου. Αυτός είναι ο τρόπος που δουλεύω. Και θεωρώ εξίσου σημαντικό να περνάω πολύ καλά μέσα από αυτή τη διαδικασία. Οταν ξεκινάω να γράφω, δεν έχω αποφασίσει τι βιβλίο θα κάνω, πώς θα ξεκινήσει και πώς θα τελειώσει. Ακούω τις ανάγκες του ίδιου του πρότζεκτ, ακολουθώ τον ρυθμό του και έχω υπομονή ώστε να μπορώ να το κατανοήσω σε βάθος και να ανπληφθώ τι χρειάζεται, τι γλώσσα ή τι δομή θα έχει και πώς πρέπει να το συνεχίσω». Ολιστικά καλλιτεχνικά πρότζεκτΗ έρευνα της Σολά αποδίδει πολλούς πρωτότυπους καρπούς. Οπως, για παράδειγμα, την εικόνα του ιδιαίτερα επιτυχημένου όσο και παραστατικού εξωφύλλου του βιβλίου της, το οποίο διατηρείται και στην ελληνική έκδοση. Πρόκειται για τρεις χαρακτήρες καθισμένους «καρτερικά» σε ένα τραπέζι κουζίνας μέσα στο ανοιχτό στόμα μιας διαβολικής μορφής, ένα έργο από το The Morgan Library & Museum της Νέας Υόρκης που βρήκε σπς αρχειακές αναζητήσεις της και πρόσθεσε στη «δεξαμενή» της: «Πάντα συγκεντρώνω πολλές εικόνες που με βοηθούν να στοχάζομαι πάνω στο βιβλίο και τις θεματικές του. Είχα λοιπόν εκατοντάδες εικόνες που μου άρεσαν, η συγκεκριμένη όπως μού "μίλησε", γιατί διέκρινα ότι έχει ομοιότητες με όσα έγραφα. Την εκτύπωσα και την είχα δίπλα μου στο γραφείο μου όσο έγραφα. Δεν την αποχωρίστηκα ποτέ, οπότε σκέφτηκα στο τέλος ότι πρέπει να γίνει το εξώφυλλο του βιβλίου».Η Σολά, που έχει σπουδάσει Καλές Τέχνες στο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, ενώ έκανε μεταπτυχιακά πάνω στη Λογοτεχνία, τον Κινηματογράφο και τον οπτικό πολιτισμό στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ στην Αγγλία, αντιλαμβάνεται τα βιβλία της ως ολιστικά καλλιτεχνικά πρότζεκτ που παίρνουν τη μορφή μυθιστορήματος. Δεν είναι τυχαίο ότι έχει αναφέρει ως επιρροές της ετερόκλητους καλλιτέχνες, εικαστικούς, κινηματογραφίστριες ή μουσικούς όπως ο Μαρκ Ντίον, η Λουκρετσία Μαρτέλ ή η Rosalía ως επιρροές της. Βέβαια, όπως θα πει, αυτό που την ελκύει στη δουλειά ενός δημιουργικού ανθρώπου είναι η βαθιά, απενοχοποιημένη αφοσίωσή του σε αυτό που κάνει, ιδίως όταν όλο αυτό συνοδεύεται με μεγάλη ελευθερία: «Θυμάμαι ότι σε κάποια φάση, στη διάρκεια των σπουδών μου, δούλευα με τα εικαστικά μέσα του βίντεο και της εγκατάστασης ακολουθώντας και τότε παρόμοιες ερευνητικές διαδικασίες προκειμένου να οδηγηθώ στη δημιουργία των έργων. Συνειδητοποίησα όμως ότι ήθελα να χρησιμοποιήσω τις λέξεις, το κείμενο, το υλικό δηλαδή που χρησιμοποιούσα για να σκεφτώ, ως τη materia prima της δουλειάς μου».Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Ilja Leonard Pfeijffer: «Η νοσταλγία είναι ο πυρήνας της ευρωπαϊκής ταυτότητας» | Συνέντευξη στην εφημερίδα «Το Βήμα»
Ο βραβευμένος ολλανδός συγγραφέας Ilja Leonard Pfeijffer, με αφορμή την πρόσφατή του επίσκεψή του στην Ελλάδα για το 3ο Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων, μίλησε στον Γρηγόρη Μπέκο και στην εφημερίδα «Το Βήμα» για το μυθιστόρημά του Grand Hotel Europa, το παρελθόν και το παρόν της Γηραιάς Ηπείρου, την Ακροδεξιά, αλλά και για τον μαζικό τουρισμό. Στο ηλεκτρονικό μήνυμα που μου έστειλε (για να κανονίσουμε τη συνομιλία μας μέσω Zoom) υπέγραψε ως «Ηλίας». Βέβαια, σπούδασε κλασική φιλολογία και ως το 2004 εργάστηκε ως δάσκαλος αρχαίων ελληνικών. «Εντάξει, ξέρω να σας καλημερίσω, ξέρω να γράψω και το αλφάβητο, μέχρι εκεί ωστόσο». Ο Ιλια Λέοναρντ Πφέιφερ, εκτός από βραβευμένος συγγραφέας, είναι ένας Ολλανδός (ευπροσήγορος, με σπαρταριστό χιούμορ) που δεν ανταποκρίνεται στα στερεότυπα που ακολουθούν τους Βορειοευρωπαίους. Κάθε άλλο, «νομίζω ότι είμαι πιο πολύ ένας μεσογειακός τύπος», κάτι που επιβεβαιώθηκε και από την πορεία του βίου του, καθώς τα τελευταία 15 χρόνια μένει (και δημιουργεί) στη Γένοβα. «Να, ορίστε, ο καθεδρικός έξω από το παράθυρό μου, δεν είναι πανέμορφος;» είπε και έστρεψε σταθερά την κάμερα ώστε να δούμε τον ναό απέναντι από το σπίτι του. Ο ίδιος έχει επισκεφθεί κάμποσες φορές την Ελλάδα. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ικαρος το μυθιστόρημά του Grand Hotel Europa (2018) που έχει πουλήσει εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα στην πατρίδα του και έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 20 γλώσσες. Πρόκειται για ένα πολύπλευρο και συναρπαστικό βιβλίο. Δύο είναι, πάντως, οι βασικοί του άξονες. Αφενός, ένα ξεπεσμένο ευρωπαϊκό ξενοδοχείο που έχει περάσει στην ιδιοκτησία ενός κινέζου επιχειρηματία. Αφετέρου, η προσπάθεια του κεντρικού αφηγητή (που είναι κι αυτός συγγραφέας) να επουλώσει πληγές μετά τον χωρισμό του από την ιστορικό τέχνης Κλίο, τον μεγάλο έρωτα της ζωής του. Ο Πφέιφερ συνθέτει μια αλληγορία (σοβαρή μα και διασκεδαστική, με την απαραίτητη ειρωνεία) για την πραγματικότητα και τη μοίρα της ευρωπαϊκής ταυτότητας που, μετά τις εφετινές ευρωεκλογές, φαντάζει ακόμα πιο επείγουσα. Το πολιτικό παραμύθι της Ακροδεξιάς «Τώρα αγωνιώ περισσότερο και η ανησυχία μου εντείνεται καθώς οι φόβοι μου φαίνεται να παίρνουν σάρκα και οστά. Στην Ιταλία ήδη κυβερνά η ακροδεξιά Τζόρτζια Μελόνι. Προς τα έξω καμώνεται τη μετριοπαθή και τη λογική, όσοι όμως βρισκόμαστε εδώ καταλαβαίνουμε ότι εφαρμόζει μια ατζέντα που σκοπό έχει την υπονόμευση και την ανατροπή της δημοκρατικής τάξης πραγμάτων. Το κάνει βήμα-βήμα, και αυτό είναι το πλέον επικίνδυνο, διότι είναι εύκολο και να το αγνοήσει και να το συνηθίσει κανείς. Αύξησαν δυνάμεις οι ακροδεξιοί σε όλη την Ευρώπη, αλλά, ευτυχώς, δεν έχουν ακόμα τη δύναμη, προσώρας τουλάχιστον, να ασκήσουν γενική εξουσία» δήλωσε στο «Βήμα» ο ολλανδός συγγραφέας. «Είναι περίπλοκη η κατάσταση. Οι παραδοσιακοί διαχωρισμοί Δεξιάς και Αριστεράς έχουν ατονήσει. Η παγκοσμιοποίηση έχει νικητές και χαμένους. Οι χαμένοι σημαδεύονται συγχρόνως από την κακή εκπαίδευση και την οικονομική ανασφάλεια. Επίσης, αντιδρούν και με ταυτοτικό τρόπο στην παγκοσμιοποίηση που τους απειλεί. Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και τους σημερινούς αποδιοπομπαίους τράγους (που είναι οι πρόσφυγες, τα βολικά θύματα), αντιλαμβάνεστε ότι το κοκτέιλ είναι τρομακτικό. Το κρίσιμο είναι ότι, δυστυχώς, η Αριστερά δεν έχει μια συνεκτική και ενδιαφέρουσα ιστορία να μας πει. Αντιθέτως, η Ακροδεξιά καθιστά το δικό της απλουστευτικό παραμύθι απολύτως πειστικό. Πολιτικό παραμύθι είναι να ισχυρίζεσαι ότι θα λύσεις προβλήματα επικαλούμενος μια παλιά ιδανική εποχή που δεν υπήρξε ποτέ. Το αναφέρω αυτό επειδή η σύγχρονη Ακροδεξιά είναι, συν τοις άλλοις, ένα νοσταλγικό κίνημα, εργαλειοποιεί δηλαδή διάφορα μυθεύματα για να πετύχει τους στόχους της» συμπλήρωσε εμφατικά ο Πφέιφερ. Ενας Ευρωπαίος στον Νότο Τον ρωτήσαμε, ύστερα, αν αποδέχεται και ως καλλιτέχνης τον χαρακτηρισμό «ρομαντικός του 21ου αιώνα», δεδομένης της καθόδου του από τον Βορρά προς τον Νότο. «Τον αποδέχομαι μόνο στον βαθμό που αναγνωρίζω ότι δεν είμαι αυθεντικός ρομαντικός. Δεν έχω καμία σχέση, ας πούμε, με τον Μπάιρον. Αυτή η κάθοδος (και η παρατεταμένη παραμονή εν συνεχεία) δεν ήταν προσχεδιασμένη αλλά μάλλον τυχαία. Κάτι ήθελα ίσως, κάτι άλλο έψαχνα. Εφυγα από το Λάιντεν, την πόλη μου μεταξύ Αμστερνταμ και Χάγης, ταξίδεψα (ενώ δεν φαίνεται από την κοψιά μου) με το ποδήλατό μου και μέσα σε σαράντα μέρες έφτασα μέσω Βελγίου και Γαλλίας στην Ιταλία» εξήγησε. Στη Γένοβα βρέθηκε για πρώτη φορά το 2008. Οι λίγες μέρες ξεκούρασης έγιναν μήνες (σε ενοικιαζόμενο χώρο) και χρόνια (σε δικό του σπίτι πια). Κάπως έτσι αναδιατάχτηκε η έμπνευσή του και προέκυψε αργότερα το μυθιστόρημα La Superba(2014), «όπου βλέπω αυτό το εμβληματικό λιμάνι ως διαχρονικό σημείο άφιξης και αναχώρησης, μιλώντας παράλληλα για το ζήτημα της μετανάστευσης (πολλοί οι Αφρικανοί που κομβικά περνούν από δω) και το αίσθημα της ξενότητας (οι προσδοκίες και τα όνειρα των ανθρώπων μοιάζουν πολύ, ακόμα κι αν τα δούμε ανάποδα). Πάντως, με την μετακίνησή μου στον Νότο άρχισα να νιώθω Ευρωπαίος, πριν δεν συνειδητοποιούσα τι ακριβώς σημαίνει αυτό» τόνισε ο Πφέιφερ. Ο κίνδυνος του «θεματικού πάρκου» Στο μυθιστόρημα Grand Hotel Europa ο ίδιος, ένα προοδευτικό μυαλό, διερευνά με πολιτισμικούς όρους «τη νοσταλγία ως συστατικό κομμάτι, ως πυρήνα της ευρωπαϊκής ταυτότητας». Διότι, τι να γίνει, «αν περικυκλώνουν την καθημερινότητά σου τα επιτεύγματα του παρελθόντος υπάρχει ο κίνδυνος να πιστεύεις, έστω και ασυνείδητα, ότι η ευδαιμονία είναι υπόθεση του παρελθόντος και μόνο. Ακόμα και οι αρχαίοι Ελληνες, την περίοδο που έβαζαν τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού, πίστευαν περισσότερο στο παρελθόν. Τέλος πάντων, η Ευρώπη οφείλει να επινοήσει εκ νέου τον εαυτό της, με συλλογικότητα και αλληλεγγύη, αν είναι να βρει μια ουσιαστική θέση σε αυτόν τον απρόβλεπτο κόσμο και να μη μετατραπεί σε ένα τεράστιο “θεματικό πάρκο” για τους τουρίστες του υπόλοιπου πλανήτη. Σήμερα ο μαζικός τουρισμός, μπορεί να αποφέρει χρήματα, εντάξει, αλλά προκαλεί και κοινωνικές ανισορροπίες, αλλάζει τη δομή πόλεων και χωρών. Οφείλουμε να αποφασίσουμε τι θέλουμε να είμαστε. Δεν χρησιμοποιώ αστόχαστα το παράδειγμα της Βενετίας στο βιβλίο, πρόκειται για μια πόλη που (κυριολεκτικά και συμβολικά) βυθίζεται σιγά-σιγά. Ξέρετε υπάρχει μια κόκκινη γραμμή που, αν την ξεπεράσεις, δεν υπάρχει επιστροφή» εκτίμησε ο Πφέιφερ. Credit: Stephan Vanfleteren Το 2023 εξέδωσε ένα ογκωδέστατο βιβλίο που τιτλοφορείται Alcibiades (2023), ένα πολυσέλιδο ιστορικό μυθιστόρημα. «Η τρέχουσα δημαγωγία, ο λαϊκισμός και η αμφισβήτηση της δημοκρατίας με έπεισαν ότι η αφήγηση της καθηλωτικής (αλλά μάταιης) διαδρομής του Αλκιβιάδη μπορεί να αντηχήσει στο παρόν μας. Στο κείμενό μου αφηγητής είναι ο ίδιος και με όπλο τη ρητορική, ευρισκόμενος στην Περσία, όταν πλησιάζει στο τέρμα, προσπαθεί να πείσει τους Αθηναίους να τον εμπιστευτούν ξανά. Η αμφισημία του Αλκιβιάδη προσφέρεται ως παλέτα για τη δημιουργία ενός εντυπωσιακού μυθιστορηματικού ήρωα». Πλην όμως «τα πάντα ενυπάρχουν ήδη στον Ομηρο, τον οποίο λογαριάζω ως τον σπουδαιότερο δάσκαλό μου» κατέληξε ο Πφέιφερ και έστρεψε πάλι την κάμερα για να μας δείξει περήφανα την προτομή του Ομήρου που κοσμεί μια γωνιά του γραφείου του. «Αν δεν ήταν τυφλός, θα την τοποθετούσα πάνω στον ώμο μου, ξέρετε, για να με προσέχει όποτε γράφω» αστειεύτηκε.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Sebastian Barry: «Στη μυθοπλασία κάνεις λάθη για να φτάσεις σε μια αλήθεια» | Συνέντευξη στην εφημερίδα «Τα Νέα»
Ο σημαντικός ιρλανδός συγγραφέας μιλάει στον Δημήτρη Δουλγερίδη και την εφημερίδα Τα Νέα για το μυθιστόρημά του Τον καιρό του θεού, τη συλλογική μνήμη για τα εγκλήματα της Καθολικής Εκκλησίας, την επιρροή του Αϊνστάιν και τα βιβλία, η ανάγνωση των οποίων δεν σταματά ποτέ. Να κάθεσαι ακίνητος, ευτυχής και άχρηστος». Αυτή είναι η πεμπτουσία της συνταξιοδότησης που επιθυμεί ο χήρος αστυνομικός Τομ Κετλ όταν μετακομίζει σ’ ένα παράσπιτο δίπλα σε ένα βικτωριανό αρχοντικό και απολαμβάνει τη θέα και το αντιμάμαλο της θάλασσας. Δεν θα είναι, όμως, ούτε ακίνητος ούτε άχρηστος χάρη στη συγγραφική έμπνευση του Σεμπάστιαν Μπάρι, που με το μυθιστόρημα «Τον καιρό του Θεού» (μτφ. Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου) παραδίδει μια ακόμη ιστορία για το σκοτεινό ιρλανδικό παρελθόν και τη μνήμη που στοιχειώνει τους ζωντανούς (διόλου τυχαία, χαρακτήρες συμπλέκονται με ονόματα ηρώων από προηγούμενα βιβλία του, όπως οι ΜακΝάλτι). Ο μίτος αρχίζει να ξετυλίγεται όταν χτυπάνε το κουδούνι του δύο νεότεροι συνάδελφοί του ζητώντας του συνδρομή για μια παλιότερη υπόθεση που αφορά τη σεξουαλική βία των καθολικών ιερεών εις βάρος παιδιών τη δεκαετία του 1960, στα περιβόητα άσυλα ανηλίκων. Με τον τρόπο αυτόν τον γυρίζουν πίσω: «στη φρίκη, στο βρώμικο σκοτάδι, στη βία... Στη σιωπή».Η κακοποίηση παιδιών από τα «Πλυντήρια της Ντροπής» της Καθολικής Εκκλησίας είναι ένα τραύμα που επανέρχεται συνεχώς στην ιρλανδική λογοτεχνία, αλλά και στον κινηματογράφο. Είναι μια ιστορία με την οποία η ιρλανδική κοινωνία εξοικειώνεται σταδιακά τα τελευταία χρόνια ή έμενε θαμμένη στη συλλογική μνήμη;Θα έλεγα πως παρέμενε πάντα στη συλλογική μνήμη, αλλά κάποιες φορές ήταν πολύ βαθιά και δεν μπορούσαμε να τη φέρουμε στην επιφάνεια. Έγραψα πρόσφατα μια ιστορία για έναν άντρα που την πέφτει σε ένα αγόρι σε ένα απομονωμένο τένις κλαμπ. Βασίζεται σε αληθινή ανάμνηση και μέχρι σήμερα δεν γνωρίζω τι ήθελε να κάνει εκείνος ο άντρας, επειδή έτρεξα αμέσως. Η σκληρή αλήθεια είναι ότι δεν θα μπορούσα να κρυφτώ και τόσο μακριά αν δεν βρισκόταν το σπίτι μας σε κοντινή απόσταση. Με σοκάρει πλέον όταν σκέφτομαι πόσο διάχυτος και καθημερινός ήταν ο κίνδυνος για ένα παιδί που μεγάλωνε στην Ιρλανδία τη δεκαετία του 1960. Για ορισμένους από τους ιερείς που δίδασκαν στο σχολείο μου είχαμε πολλές υποψίες. Πώς να επικρατήσει η αθωότητα σε ένα τέτοιο περιβάλλον; Κι ύστερα, διαβάζοντας τις μαρτυρίες όσων «επιβίωσαν» από εκείνη τη συνθήκη δεν μπορούσα παρά να τους κατανοήσω, να τους «νιώσω». Όπως τον Πίτερ Τάιρελ, που έγραψε το «Founded on fear» και τελικά αυτοκτόνησε στο Χάμστεντ Χιθ χάνοντας κάθε ελπίδα για κατανόηση και συμπόνια. Με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες περιγράφει όσα του συνέβησαν στο τρομερό μέρος που λεγόταν Λέτερφρακ (σ.σ.: χωριό στη Δυτική Ιρλανδία).Ο Τομ θυμάται στο βιβλίο κορίτσια να δραπετεύουν από τα «Πλυντήρια», αγόρια να φεύγουν από τα ορφανοτροφεία και όλα κάποια στιγμή να επιστρέφουν διά της βίας εκεί. Γιατί υπήρχε τόση αδιαφορία μπροστά σε αυτές τις τακτικές της Εκκλησίας, τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 1990;Μια από τις τρομακτικές ανωμαλίες αφορούσε το γεγονός ότι σε κανένα καταστατικό ή νόμο δεν αναγραφόταν ότι μπορούσε κάποια οικογένεια να στέλνει τα παιδιά της στα εκκλησιαστικά ιδρύματα: αντιθέτως, ήταν μια εθιμική κοινωνική συμφωνία. Κι όμως, τα δικαστήρια έστελναν τα παιδιά στο άσυλο και η ιρλανδική Αστυνομία είχε πρωτεύοντα ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. Εάν κάποιο παιδί κατάφερνε να αποδράσει, οι αστυνομικοί το επέστρεφαν στο άσυλο, πολύ συχνά για να υποφέρει την υπερβολική τιμωρία που, αν τη γνωρίζατε εξ ολοκλήρου, θα σας θύμιζε την τιμωρία των σκλάβων στον αμερικανικό Νότο. Αρκετές φορές φάνηκε ότι χτυπούσαν τα παιδιά μέχρι θανάτου και πολύ εύκολα «κουκούλωναν» τις υποθέσεις, επειδή κανείς φυσικά δεν ενδιαφερόταν για τίποτε. Οι άνθρωποι που κατά τ’ άλλα υποτίθεται πως σε προστάτευαν ως μικρό πολίτη, δηλαδή οι ιερείς, οι μοναχές, οι δικαστές, οι αστυνομικοί, ήταν αντιθέτως οι προδότες σου.Οπότε θα έλεγα ότι υπήρχε απάθεια μεν, αλλά σίγουρα υπήρχε και συνέργεια, συμπαιγνία. Οι ιερείς θεωρούνταν «άγιοι άνθρωποι» και πολλοί πατεράδες ξεφορτώνονταν τα κορίτσια τους που περίμεναν παιδί με τη βοήθεια των παπάδων και των καλογριών. Όταν κοιτάζεις αυτή την άβυσσο της ανθρώπινης συμπεριφοράς, δεν υπάρχει τίποτε χριστιανικό ή καθολικό. Οι Ιρλανδοί της εποχής παραδίδονταν αμαχητί στα πόδια των κληρικών, δεν τους καταλόγιζαν τίποτε αρνητικό. Ο ίδιος μου ο ξάδερφος Τζέιμς Ντιουν, βοηθός επίσκοπος στο Δουβλίνο, υπήρξε το δεξί χέρι του αρχιεπισκόπου Τζον Τσαρλς ΜακΚουέιντ, ο οποίος για τον Τομ Κετλ είναι μια εκδοχή του Διαβόλου. Και το κατάλαβα αυτό όταν διάβασα τις αναφορές για την κακοποίηση εκ μέρους των κληρικών - έβλεπα εκεί το όνομά του, το «αίμα μου», ακριβώς στο επίκεντρο της φρίκης. Κάτι τέτοιο μπορεί να δώσει ασταμάτητη ώθηση σε έναν συγγραφέα να μείνει καθαρός και έντιμος, ακόμη και να «καθαρίσει» τα πράγματα που δεν επιδέχονται κάθαρση.Στο μυθιστόρημα αναγνωρίζουμε τις αναφορές στο Βιβλίο του Ιώβ - ήδη από το επίγραμμα -, αλλά από πού προέρχεται η γκόθικ διάσταση με τη βικτωριανή έπαυλη, τα φαντάσματα και τους μυστηριώδεις γείτονες ΜακΝάλτι; Να φανταστούμε τον Χένρι Τζέιμς σε κάποιο σημείο;Είμαι ένας από τους «συνήθεις υπόπτους» που αγαπάει πραγματικά το «Στρίψιμο της βίδας» του Τζέιμς. Την αποτελεσματική ατμόσφαιρα τρόμου και μυστηρίου σε εκείνο το σπίτι. Αλλά εξίσου σημαντικό θεωρώ και τον άλλο Τζέιμς: τον Μ.Ρ. Τζέιμς (σ.σ.: άγγλο λόγιο, ειδικό στον Μεσαίωνα, συγγραφέα ιστοριών με φαντάσματα) τον οποίο λάτρευε η μητέρα μου. Η μις ΜακΝάλτι είναι προφανώς ένα «μπερδεμένο» και ανακριβές πορτρέτο της μητέρας μου στη δεκαετία του 1960 κι εγώ είμαι εκείνο το μικρό αγόρι στον Πυργίσκο (σ.σ.: εκεί μένει η μητέρα ΜακΝάλτι με τα παιδιά της). Μια άλλη παράδοξη επιρροή θα μπορούσε να είναι η Θεωρία του Χρόνου του Αϊνστάιν - όλα τα πράγματα που συμβαίνουν παντού την ίδια στιγμή και για πάντα. Ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη, επειδή, αν το σκεφτείτε, ο Τομ θέλει να επιστρέψει στη δεκαετία του 1960 - είναι ήδη ένας ηλικιωμένος στη δεκαετία του 1990. Πώς θα μπορούσα να τον στείλω εκεί, στην αγαπημένη του σύζυγο Τζουν, χωρίς τον Αϊνστάιν; Ο Μπερξόν είχε πει ότι η θεωρία του Αϊνστάιν είναι ανεδαφική, χωρίς κανέναν πρακτικό αντίκτυπο, αλλά διαφωνώ ξεκάθαρα!Παρόλο που υπάρχουν αρκετές μικρές «τραγωδίες» μέσα στο μυθιστόρημα, ο τόνος είναι μάλλον τραγικωμικός. Αισθάνεστε περισσότερο σαν στο σπίτι σας όταν υποδεικνύετε το άσπρο και το μαύρο της ζωής;Κοιτάξτε, το χιούμορ είναι το άλας και η ανταμοιβή μας στη ζωή. Ακόμη και ο Άγιος Πέτρος μπορεί να ακούσει ένα αστείο στις περίφημες πύλες. Και, από την άλλη, ένα καλό αστείο μπορεί να σε στείλει στον Παράδεισο. Νομίζω πως δεν υπήρξε ποτέ Ιρλανδός που να έζησε τη ζωή του μόνο τραγικά χωρίς καταφυγή στο χιούμορ. Για παράδειγμα οι στρατιώτες στα χαρακώματα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, που έμειναν στην Ιστορία για τις ακαταμάχητες πνευματώδεις ατάκες τους, παρόλο που μπορεί η λάσπη και τα ποντίκια να τους έφταναν μέχρι τη μέση.«Η ομίχλη τραβήχτηκε απ’ την ακτή της σκέψης του, άνοιξε μπροστά του η θάλασσα σαν σκηνή θεάτρου» γράφετε όταν ο Τομ θυμάται την Τζουν. Και κάπου αλλού ένας ήρωας λέει τα λόγια του «λες κι η ζωή του ήταν θεατρικό έργο και σ’ αυτή τη σελίδα, αυτή τη στιγμή, έλεγε αυτά τα λόγια». Υπάρχει μονίμως ένα θεατρικό εφέ στο μυθιστόρημα...Ενδιαφέρουσα παρατήρηση. Πιστεύω ότι σίγουρα υπάρχει ένας σαιξπηρικός απόηχος που περνά υπογείως στις περιγραφές. Κι εγώ προσωπικά έχω ξοδέψει πολύ χρόνο στο θέατρο ανεβάζοντας διάφορα έργα, ενώ η μις ΜακΝάλτι είναι ηθοποιός μέσα στο βιβλίο. Τα σύγχρονα μυθιστορήματα ακολουθούν συχνά τη δομή των δύο πράξεων, όπως ένα σενάριο ή ένα θεατρικό. Αλλά και η θέα από το δωμάτιο του Τομ, το οποίο αγαπά πολύ, ανοίγεται σε μια μικρή προβλήτα. Σε μια τέτοια η ηρωική αδελφή μου κι εγώ αυτοσχεδιάζαμε σε μικρά «θεατρικά» όταν ήμασταν παιδιά.Δουλεύετε πάντα τις προτάσεις ώστε να ακούγεται μεμονωμένα ένας ρυθμός; Πρέπει να ακούτε τη «μουσική της φράσης»; Γιατί και στην ελληνική μετάφραση υπάρχει ένας τέτοιος απόηχος.Ναι, προσπαθώ πάντοτε να ανακαλύψω το «κελάηδισμα» του βιβλίου, τη μελωδία του. Μπορεί να κρατήσει για πολλά χρόνια, παραδόξως. Αλλά όταν το βρεις, πηγαίνεις μπροστά. Αν μπορείς να βρεις την πρώτη πρόταση με την κατάλληλη εσωτερική «μουσική», το υπόλοιπο βιβλίο στέκεται πίσω από αυτήν. Και την ακολουθεί σε περίπτωση που την πειράξεις ή την αλλάξεις.Σας έχει προκαλέσει ποτέ αγωνία η διαχείριση τραυματικών αναμνήσεων, ώστε να πρέπει να επανέρχεστε συνεχώς σε αυτές;Όχι όσο έγραφα το βιβλίο, επειδή η διαδικασία της συγγραφής είναι συναρπαστική και μυστηριώδης. Όταν γράφεις, τίποτε δεν είναι ούτε αγαθοποιό ούτε απειλητικό - απλώς υπάρχει μπροστά σου. Είχα αποφασίσει ότι θα ήμουν όσο το δυνατόν πιο σαφής, αν όχι για ό,τι αφορούσε τη μνήμη του Τομ, τουλάχιστον για τις λεπτομέρειες της προσωπικής οδύνης του, όπως και την οδύνη της Τζουν - το ίδιο όμως θα ίσχυε και για τη μεγάλη τους ευτυχία. Αργότερα, όμως, και ενώ επισκεπτόμουν τη Βρετανία και την Ιρλανδία συζητώντας για το βιβλίο, ένιωσα ένα είδος μικρής αναστάτωσης. Υπάρχει πάντοτε μια διαφορά ανάμεσα στον συγγραφέα και τον άνθρωπο που εμφανίζεται δημοσίως να μιλήσει για το βιβλίο. Στο Κέιμπριτζ η φίλη μου Αλι Σμιθ μοΰ είχε περάσει κάποτε στο τζάκετ μια καρφίτσα με μια τίγρη σαν φυλαχτό λέγοντας ότι θα με προστατεύει.Η πληθώρα τίτλων από σύγχρονους Ιρλανδούς συγγραφείς σημαίνει ότι υπάρχει αντιστοίχως και μεγάλο αναγνωστικό κοινό στην πατρίδα σας;Πρόκειται για ένα από τα θαύματα της σύγχρονης εποχής. Οι αναγνώστες φαίνονται πάντα πιο έξυπνοι, πιο επιτήδειοι, πιο διεισδυτικοί από τους συγγραφείς, γεγονός που είναι θετικό. Συμμετέχουν ψυχή τε και σώματι στη λογοτεχνία της εποχής μας.Με ποιες φωνές της σύγχρονης ιρλανδικής λογοτεχνίας θέλετε να κρατάτε επαφή και να παρακολουθείτε την πορεία τους;Η Κλερ Λουίζ Μπένετ είναι σχεδόν μια ιδιοφυία. Κι ύστερα υπάρχουν τόσο πολλοί. Ο Κολμ Τομπίν κι εγώ είμαστε συνομήλικοι και φίλοι, οπότε κοιτάζω πάντοτε τη δουλειά του. Μου έρχεται τώρα στο μυαλό και ο Ρόντι Ντόιλ, αλλά για να πω την αλήθεια υπάρχουν δεκάδες ιρλανδοί συγγραφείς παγκόσμιας κλάσης. Μου είναι μάλιστα πολύ χρήσιμο στα 68 μου να μπορώ να «κλέβω» πράγματα απ' αυτούς αθόρυβα όταν μπορώ να τη βγάζω καθαρή. Αυτό με ρωτούσε πάντα ο Σίμους Χίνι όταν είχα πρεμιέρα σε ένα θεατρικό έργο: «Την έβγαλες καθαρή;». Σαν να είναι πάντα ο συγγραφέας μια μορφή Τζέσε Τζέιμς (σ.σ.: ο ληστής-θρύλος του Μιζούρι, ένας σύγχρονος Ρομπέν των Δασών). Πράγμα που πιστεύω ότι είναι.Αισθάνεστε ότι η λογοτεχνία απειλείται όταν διαφορετικοί φορείς απαιτούν να ξαναγραφτούν συγκεκριμένα αποσπάσματα βιβλίων ή να «προσαρμοστούν» κάποιοι τίτλοι στα σημεία των καιρών;Πρόκειται για μεγάλη έλλειψη σεβασμού και τεράστιο λάθος. Οφείλουμε να εμπιστευόμαστε τους συγγραφείς με την έννοια ότι θα επιδείξουν τη δική τους αίσθηση ευθύνης - ακόμη και αν κάνουν λάθος. Η μυθοπλασία είναι η τέχνη όπου κάνεις όλα τα λάθη για να φτάσεις σε μια αλήθεια που σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν απρόσιτη. Ελπίζω να μην ακούγεται πολύ στομφώδες αυτό.Υπάρχουν βιβλία τα οποία συνεχίζετε να «διαβάζετε» ακόμη και όταν γυρνάτε την τελευταία σελίδα; Διάβασα το «Νοστρόμο» του Τζόζεφ Κόνραντ στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Δεν έχω τελειώσει ακόμη με αυτό το βιβλίο και πιθανότατα δεν θα τελειώσω ποτέ.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
«Το τέλος ως νέα αρχή» | Συνέντευξη του Αχιλλέα ΙΙΙ στο ΒΗΜΑgazino
Ο βραβευμένος συγγραφέας επανέρχεται με τη νέα συλλογή ιστοριών του Τέλος πάντων, που φλερτάρει με την επιστημονική φαντασία αλλά και με την πραγματικότητα που ζούμε. Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε στη Μαριλένα Αστραπέλλου και το ΒΗΜΑgazino.Ο Αχιλλέας ΙΙΙ κρατάει ένα μέρος της ταυτότητάς του μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, άλλωστε μοιράζεται άπλετα με τον κόσμο τις καλλιτεχνικές του ιδιότητες. Είναι συγγραφέας, βραβευμένος μάλιστα με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας 2020 για τον Παραχαράκτη του (εκδόσεις Νεφέλη), μια συλλογή φωτογραφηγημάτων, διηγημάτων κάθε ένα από τα οποία συνδέεται με μια παλιά φωτογραφία. Είναι ένας ευφυής λεξιπλάστης, όπως μαρτυρά το βιβλίο-λεξικό Κομπλεξικό (2016, εκδ. Νεφέλη) και πλέον δημιουργός της ομώνυμης σελίδας στο Facebook όπου παραθέτει έξτρα σουρεαλιστικά λήμματα τα οποία περιγράφουν την εξωφρενική πραγματικότητα που ζούμε. Παράλληλα είναι και μουσικός, τραγουδάει και παίζει μπάσο στο συγκρότημα Bog Art, το οποίο τα μέλη του το χαρακτηρίζουν container rock (από το κοντέινερ που είχε παραχωρήσει ο Δήμος Λιοσίων στους σεισμόπληκτους και όπου έκαναν τις πρόβες τους το 2004). Διαθέτει δε το μεγαλύτερο ταλέντο όλων: το χιούμορ που διαπερνά τα κείμενα και φωτίζει ακόμα και τις πιο σκοτεινές, ερεβώδεις ανησυχίες. Οπως τον αφανισμό του κόσμου, τη βασική θεματική που ανατέμνει στο νέο του βιβλίο με τίτλο Τέλος Πάντων μέσα από 24 ευφάνταστες ιστορίες.Aπό πού πηγάζει η ανάγκη σου να εντρυφήσεις δημιουργικά στην καταστροφολογία, το τέλος του κόσμου όπως τον ξέρουμε;«Από το γεγονός ότι είναι απολαυστικό να ξεκινάς την ημέρα σου διαλέγοντας με ποιον τρόπο θα διαλύσεις τον κόσμο, και από τότε που ανακάλυψα αυτό το παιχνίδι ήταν δύσκολο να αντισταθώ στον πειρασμό να το συνεχίσω! Μπορώ να πω ότι η καταστροφή των πάντων μου προσέφερε ικανοποίηση παρόμοια με αυτή που αισθάνεται ένα παιδί το οποίο, αφού αφιερώσει χρόνο για να φτιάξει έναν ψηλό πύργο με όσα τουβλάκια ή άλλα αντικείμενα έχει στη διάθεσή του, ξαφνικά του δίνει μια γελώντας και το βλέπει να σκορπίζει στις τέσσερις γωνίες του δωματίου. Επιπλέον, φυσικά, η δημιουργία σεναρίων καταστροφής των πάντων αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να αντιμετωπίσεις αυτά που φοβάσαι, συμπεριλαμβανομένου και του δικού σου τέλους, να κοιτάξεις με διαφορετικό μάτι όσα αγαπάς και όσα απεχθάνεσαι, και να επαναπροσδιορίσεις τη σχέση σου με ό,τι σε περιβάλλει. Είναι σαν να χαρίζεις στον εαυτό σου μια ατομικής χρήσεως Ημέρα της Κρίσεως».Στο βιβλίο το τέλος τους δεν είναι απαραίτητα απειλητικό αλλά μια ευκαιρία για αναχώρηση προς κάτι καινούργιο, γιατί όχι και καλύτερο. Αυτή η αντιμετώπιση είναι μια διάθεση αμυντικής αισιοδοξίας απέναντι σε όσα ζούμε;«Νομίζω ότι η συντέλεια ως υπέρτατη απειλή έχει ήδη παρουσιαστεί σε βάθος από ιδρυτές διαφόρων θρησκειών και από αρκετούς άλλους παρανοϊκούς συνανθρώπους μας, τους οποίους δεν θα ήθελα να ανταγωνιστώ, παρ' ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε εμφανίζει τόσα προβλήματα και τέτοιες στρεβλώσεις που η επιδιόρθωσή του φαντάζει μάλλον δύσκολη. Δεν είμαι σίγουρος αν η σημερινή κατάσταση εμφανίζει ανησυχητικά πολλές ομοιότητες με την τελευταία περίοδο της εποχής κυριαρχίας των δεινοσαύρων ή αν υπήρχαν τότε κάποια μικρά θηλαστικά που προσεύχονταν στους ουρανούς για το τέλος εκείνου του κόσμου, ωστόσο η ανθρώπινη απληστία έχει κάνει τον κόσμο ανυπόφορο. Αν και το να δηλώνει κανείς αισιόδοξος στην εποχή μας μοιάζει με αστείο, πιστεύω ότι οφείλουμε να προσπαθήσουμε. Για αυτό, ακόμη κι αν δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου τη ρήση του Νίτσε που επέμενε ότι η ελπίδα αποτελεί το χειρότερο κακό, διότι παρατείνει τα βάσανα των ανθρώπων, φρόντισα να αφήσω μια λεπτή χαραμάδα στις περισσότερες από τις ιστορίες του βιβλίου, ώστε να χωράει να τρυπώσει λίγο φως, μένοντας πιστός στην ιδέα ότι κάθε "τέλος" που πλησιάζει μπορεί υπό συνθήκες να οδηγεί σε μια νέα αρχή».Στο λογοτεχνικό σας σύμπαν «δεν ισχύει κανένας κανόνας». Είναι μια αντίσταση ένταξης σε συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος, ή μήπως μια απόπειρα προσδιορισμού και επεξήγησης του συγγραφικού σας drive;«Παραδέχομαι ότι ως δήλωση ακούγεται λίγο πομπώδης, αλλά υποδηλώνει την αγάπη μου για την ανατροπή του συνηθισμένου και την ανάγκη αιφνιδιασμού ακόμη και του ίδιου μου του εαυτού. Η τάση αυτή, εκτός από την έμφυτη, φοβάμαι, αντιδραστικότητα μου, πηγάζει από μια έντονη επιθυμία αμφισβήτησης του προφανούς, εκείνου που έχει για πάντα πάψει να εκπλήσσει, όπως πρότεινε και ο αγαπημένος Ζορζ Περέκ, το βιβλίο του οποίου Ζωή, οδηγίες χρήσης μνημονεύεται σε μια από τις ιστορίες του Τέλος Πάντων. Φυσικά, κάπως έτσι αποφεύγει κανείς και την ένταξη σε συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος ή καταλήγει να κατασκευάσει δικές του ετικέτες. Στο νέο μου βιβλίο, ας πούμε, ασχολούμαι με την καταστροφολογοτεχνία».Πώς βλέπεις να αντανακλάται στις ιστορίες αυτή η απουσία κανόνων;«Νομίζω ότι η απουσία κανόνων και οι βρικόλακες δεν έχουν αντανάκλαση. Παρ’ όλα αυτά, ελπίζω κάθε φορά να πετυχαίνω να φτιάχνω κάτι που δεν είναι προβλέψιμο ή πληκτικό. Κάτι το οποίο απαιτεί από τον αναγνώστη να παραμένει σε εγρήγορση, καθώς τα πάντα μπορούν να συμβούν».Ποιες ήταν οι προκλήσεις της συγγραφής ενός βιβλίου που πλέον δεν έχει ως «άγκυρα» ορισμένες παλιές φωτογραφίες, όπως συνέβη σε δυο προηγούμενα βιβλία σας, τον «Παραχαράκτη» και τον «Δεσμοφύλακα»;«Το δημιουργικό παιχνίδι με τα φωτογραφηγήματα (τις ιστορίες δηλαδή που πλέκονται γύρω από μια φωτογραφία), υπήρξε πηγή μεγάλης ευχαρίστησης για εμένα, ωστόσο δεν ήθελα να καταλήξει μόνιμη συνήθεια. Η χρήση μιας φωτογραφίας σε απαλλάσσει, σε μεγάλο βαθμό, από την "υποχρέωση" να περιγράψεις μια συνθήκη ή τα εξωτερικά χαρακτηριστικά των ηρώων σου. Σε αυτή την περίπτωση ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σε κάτι που είναι ήδη σχηματισμένο, ακόμη και αν τα φαινόμενα, απατούν. Από αυτή την άποψη, η κύρια πρόκληση στο Τέλος Πάντων ήταν η δημιουργία του σκηνικού και η περιγραφή αποκλειστικά με λέξεις όσων διαδραματίζονται στις διάφορες ιστορίες, χωρίς την επιβολή συγκεκριμένης εικόνας μέσω κάποιας φωτογραφίας. Πέρα από αυτό, προσπάθησα να έχει η κάθε ιστορία ενδιαφέρον για τους δικούς της λόγους και αυτοί να καταφέρνουν να επισκιάζουν το τέλος του κόσμου, το οποίο, έτσι κι αλλιώς, είναι εξ αρχής γνωστό και, τελικά, ως γεγονός καταλήγει να μοιάζει ασήμαντο. Η δομή της απόλυτης ελευθερίας στα γραπτά μου (φράση γεμάτη αντιφάσεις) εμφανίζει πολλά κοινά με την απόλυτη ελευθερία που βιώνεται κατά τον σχηματισμό των ονείρων. Άλλωστε, το γράψιμο δεν είναι τίποτε άλλο από ένα κατευθυνόμενο όνειρο, σύμφωνα και με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες.Με ποιους αθέατους τρόπους διασταυρώνεται η μουσική σας παιδεία και πρακτική με τη συγγραφή του βιβλίου σας;«Η μουσική είναι έντονα παρούσα στη ζωή μου πολλά χρόνια τώρα και με διάφορους τρόπους. Όπως και η λογοτεχνία, έχει υπάρξει καταφύγιο, σανίδα σωτηρίας, θεραπεία, καθρέφτης και πολλά άλλα, σε βαθμό που δεν μπορώ να διανοηθώ τη ζωή μου χωρίς αυτή. Ως συγγραφέας που ασχολείται και με τη μουσική, προσπαθώ να αφηγούμαι ιστορίες χωρίς να πλατειάζω, διατηρώντας καλό ρυθμό και ενσωματώνοντας σε αυτές διαφορετικά στοιχεία και επιρροές, με τρόπους που θα αποδώσουν ένα κομμάτι ή ένα κείμενο το οποίο θα αισθάνομαι ότι έχει λόγο ύπαρξης».Ποιο θα ήταν τελικά για σένα το ιδανικό τέλος του κόσμου;«Εκείνο που θα εξασφάλιζε την ιδανική νέα αρχή».Περισσότερα