Νέα
Λίστα Νέων, Κατηγορίες Νέων, Εκδηλώσεις
-
Συνεντεύξεις
Συνέντευξη του Juan Gabriel Vásquez στο Κ της Καθημερινής.
Διαβάστε παρακάτω την αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε ο Juan Gabriel Vásquez στον Άθω Δημουλά για το περιοδικό Κ της Καθημερινής, με αφορμή την κυκλοφορία του πιο πρόσφατου του βιβλίου Η μορφή των λειψάνων (μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης).Είναι 7.30 το πρωί στην Μπογκοτά και ο Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες κάθεται στο γραφείο του. Έτσι ξεκινά το καθημερινό του πρόγραμμα. Γράφει μέχρι το μεσημέρι. Το απόγευμα διαβάζει, αρθρογραφεί και περνάει χρόνο με την οικογένειά του. Ο 45χρονος συγγραφέας έχει επιστρέψει εδώ και λίγα χρόνια στην πρωτεύουσα της Κολομβίας και γενέτειρά του, έπειτα από μία δεκαπενταετία στην Ευρώπη. Η Μπογκοτά που είχε τότε αφήσει πίσω του, η Μπογκοτά των παιδικών και νεανικών του χρόνων, ήταν μια πόλη ρημαγμένη από τον ανελέητο πόλεμο με τα καρτέλ των ναρκωτικών. Ένας τόπος τρομακτικός και επικίνδυνος, γεμάτος εκρήξεις, πυροβολισμούς και απελπισία. Υπάρχει το αίσθημα της ασφάλειας σήμερα; τον ρωτάω. Έχουν φύγει τα φαντάσματα του παρελθόντος; «Ω, τα φαντάσματα δεν φεύγουν ποτέ», απαντά. Η δική του γενιά, πιστεύει, θα κουβαλάει τα τραύματα εκείνης της περιόδου για πάντα και κανείς δεν θα νιώσει ποτέ πραγματικά ασφαλής.Ο Βάσκες κέρδισε την παγκόσμια προσοχή πριν από λίγα χρόνια με το πολυβραβευμένο μπεστ σέλερ Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν (εκδ. Ίκαρος), μεταφέροντάς μας στην εποχή της παντοδυναμίας του Πάμπλο Εσκομπάρ, ο οποίος είχε μετατρέψει τη χώρα σε πεδίο μάχης. Σήμερα επιστρέφει με τη Μορφή των λειψάνων (εκδ. Ίκαρος, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης), ένα ογκώδες και φιλόδοξο μυθιστόρημα, πυκνό και χορταστικό, στο οποίο εξετάζει τη φύση των θεωριών συνωμοσίας και το πώς αυτές ορίζουν τη σχέση μας με την αλήθεια. Ο αφηγητής (ταυτίζεται με τον ίδιο τον συγγραφέα) γνωρίζει έναν πολύ ιδιαίτερο άνθρωπο, ο οποίος πιστεύει ότι «κάτι μας κρύβουν» σχετικά με τη δολοφονία του λαοφιλούς πολιτικού Χόρχε Ελιέσερ Γκαϊτάν το 1948. Τι γεννά τις θεωρίες συνωμοσίας; «Η ανθρώπινη φύση», απαντά ο Βάσκες. «Αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο και τους εαυτούς μας μέσα από ιστορίες· χωρίς ιστορίες να ερμηνεύουν τις εμπειρίες μας είμαστε ορφανοί, ζούμε σε ένα κενό. Έτσι, κάθε φορά που η επίσημη ιστορία αποτυγχάνει να μας δώσει μια πειστική εκδοχή των σημαντικών γεγονότων, γεμίζουμε τα κενά με τις δικές μας επινοημένες ιστορίες. Φυσικά, αυτό συμβαίνει και όταν οι διαθέσιμες εκδοχές, αν και αληθείς, απλώς δεν μας ικανοποιούν».Μέσα από το βιβλίο του, όπως συνέβη και με τα προηγούμενά του, ο Βάσκες ανατρέχει στην ιστορία της πατρίδας του – του αναφέρω ότι όσα γνωρίζω για την Κολομβία τα έχω μάθει από τα βιβλία του Μάρκες, από τις ταινίες για τον Εσκομπάρ και από τα δικά του μυθιστορήματα. Έχει ευθύνη ο μυθιστοριογράφος στη μεταφορά της αλήθειας; Ή έστω μιας αλήθειας; «Μιας αλήθειας, πιο σωστά. Δεν θα έγραφα μυθιστορήματα για να πω ακριβώς αυτό που κανείς μπορεί να βρει σε βιβλία ιστορίας ή στη Wikipedia. Η λογοτεχνία εξερευνά μια άλλου είδους αλήθεια: στα μυθιστορήματά μου προσπαθώ να πω (για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Κούντερα) αυτό που μόνο τα μυθιστορήματα μπορούν να πουν. Έχοντας αυτό στο μυαλό, ναι, θέλω να βοηθήσω τους αναγνώστες μου να κατανοήσουν την ιστορία της χώρας μου, της ηπείρου και της σύγχρονης ζωής». Κάποια στιγμή στο βιβλίο, ο αφηγητής/συγγραφέας διαβάζει τα σχόλια που ακολουθούν ένα άρθρο του στην ψηφιακή έκδοση της εφημερίδας Espectador (πράγματι ο Βάσκες αρθρογραφεί στη συγκεκριμένη εφημερίδα), στα οποία, γράφει, «προβαλλόταν ό,τι μάστιζε την καημένη τη χώρα μου: η διανοητική ανέχεια, η αυτάρεσκη μετριότητα, η ατιμώρητη δυσφήμηση, αλλά και, κυρίως, η λεκτική τρομοκρατία, το νταηλίκι της σχολικής αυλής, στο οποίο οι συμμετέχοντες επιδίδονταν με αδιανόητο ενθουσιασμό, η θρασυδειλία όσων κακολογούσαν με ψευδώνυμο και δεν θα επαναλάμβαναν ποτέ τις ύβρεις τους μεγαλόφωνα». Τον ρωτάω αν έχει την ίδια άποψη και για τα κοινωνικά δίκτυα: «Όχι, όχι, τα κοινωνικά δίκτυα είναι ακόμα χειρότερα. Δεν έχω κανενός είδους τέτοιο προφίλ και πιστεύω ότι αυτή είναι η καλύτερη απόφαση που πήρα ποτέ. Εδώ και μία δεκαετία λέω ότι το Facebook και το Twitter καταστρέφουν τον πολιτικό διάλογο, εμποδίζουν τη δημοκρατική μας έκφραση και πλήττουν τις ελευθερίες μας αντί να τις ενισχύουν». Σήμερα ο Βάσκες είναι ένα από τα βαριά ονόματα αυτής της πολύ ενδιαφέρουσας νέας γενιάς των λατινοαμερικανικών γραμμάτων, στην οποία ανήκουν (αναφέρω ενδεικτικά ορισμένους που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά) ο Χιλιανός Αλεχάντρο Σάμπρα, ο Περουβιανός Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, ο Αργεντινός Αντρές Νέουμαν, ο Μεξικανός Χόρχε Βόλπι και βεβαίως αρκετοί ακόμα. Ο Βάσκες πιστεύει ότι η λατινοαμερικανική λογοτεχνία ζει μια νέα μεγάλη ακμή, αλλά λέει ότι δεν υπάρχει κάτι που να ενώνει τον ίδιο με τους συνομηλίκους του Λατινοαμερικανούς συγγραφείς, όπως ένωσε τους προπάτορές τους η κοινή πολιτική στάση γύρω από την κρίση της Κούβας. Δεν τους ενώνει ούτε ο τρόπος γραφής τους, αν και ως κοινό θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε το γεγονός ότι έχουν ξεπεράσει την επιρροή του μαγικού ρεαλισμού που (κάπως απλουστευτικά) ταυτίστηκε με την παράδοση της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας. Συγκεκριμένα ο Βάσκες έχει πολλάκις σχολιάσει ότι η αύρα του φανταστικού στοιχείου δημιούργησε μια λανθασμένη αντίληψη για την ήπειρό του, στη σύγχρονη ιστορία της οποίας δεν υπάρχει τίποτα «μαγικό», αλλά, αντιθέτως, υπάρχει μια σειρά τραγικών γεγονότων που η λογοτεχνία οφείλει να αντιμετωπίζει με ρεαλισμό. Πάντα, όμως, φροντίζει να ξεκαθαρίσει ότι, αν δεν είχε διαβάσει στην εφηβεία του τον Μάρκες, δεν θα είχε γίνει ποτέ συγγραφέας. «Το να βρεις την προσωπική σου συγγραφική φωνή, ειδικά όταν προέρχεσαι από μια ισχυρή λογοτεχνική παράδοση, δεν είναι καθόλου εύκολο, αλλά προσωπικά δεν θέλησα ποτέ να ξεφύγω από αυτή την παράδοση», λέει. «Θα ήταν ανόητο να θέλεις να τρέξεις μακριά από μια γλώσσα που γέννησε τις ιστορίες του Μπόρχες, το “Εκατό χρόνια μοναξιά” (σ.σ. του Μάρκες) και το “Ο πόλεμος της συντέλειας του κόσμου” (σ.σ. του Λιόσα)». Συγγραφικά παιχνίδιαΈνα μικρό συγγραφικό τρικ, αν θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω έτσι, μια ρουτίνα, αλλιώς, που αποκαλύπτει ο Βάσκες μέσα από την κουβέντα μας είναι το εξής: επιλέγει ένα βιβλίο και το διαβάζει παράλληλα με το εκάστοτε μυθιστόρημα που γράφει. Τριάντα λεπτά ανάγνωσης πριν αρχίσει το γράψιμο. Λειτουργεί, μου λέει, όπως το κουρδιστήρι που χρησιμοποιούν οι μουσικοί για τα όργανά τους. Τον συντονίζει. Ακόμα κι αν το βιβλίο που γράφει και αυτό που διαβάζει δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Για τη Μορφή των λειψάνων χρησιμοποίησε ως «κουρδιστήρι» το «Έγκλημα και τιμωρία». Ένα άλλο «παιχνίδι» που κάνει είναι και το ήδη αναφερθέν: η πλήρης ταύτιση του αφηγητή με τον εαυτό του. Ο πρωταγωνιστής του ονομάζεται Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες, είναι ένας συγγραφέας που έζησε στην Ευρώπη, έγραψε ένα βιβλίο που λεγόταν Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν, επέστρεψε στην Κολομβία, και πάει λέγοντας. Όπως μου εξήγησε, επέλεξε αυτή τη λύση επειδή πολλά από τα γεγονότα που περιγράφει όντως συνέβησαν στον ίδιο και ένιωσε ότι θα μείωνε την έντασή τους αν αναλωνόταν στο χτίσιμο ενός φανταστικού χαρακτήρα. Δηλαδή όντως συνάντησε (για όσους έχουν διαβάσει το βιβλίο) έναν γιατρό που είχε κληρονομήσει τα λείψανα κάποιου δολοφονημένου πολιτικού, την περίοδο ακριβώς που γεννιούνταν οι δίδυμες κόρες του. Αυτή η συνθήκη της ταύτισής του με τον αφηγητή τού επέτρεψε να εκφραστεί σε ορισμένα σημεία πιο ελεύθερα ως προς τον συγγραφικό του ρόλο. Σε ένα σημείο γράφει ότι «ο συγγραφέας προσπαθεί να μειώσει την απόσταση ανάμεσα σ’ αυτό που αγνοεί και σ’ αυτό που μπορεί να μάθει» και μετά περιγράφει πώς κάποια βιβλία αποτελούν μια «μάχη» του συγγραφέα με τον κόσμο και τον εαυτό του και τότε αναφέρει: «Γράφει κανείς ένα βιβλίο σαν αυτό που γράφω εγώ τώρα κι έχει τυφλή εμπιστοσύνη ότι το βιβλίο μπορεί να έχει σημασία και για κάποιον άλλο». Τον ρωτάω αν πράγματι η συγγραφή της Μορφής των λειψάνων ήταν μια μάχη για τον ίδιο. «Ήταν η μεγαλύτερη και η δυσκολότερη μάχη που έδωσα ποτέ ως συγγραφέας. Ήταν ένα μυθιστόρημα υπερβολικά δύσκολο να γραφτεί και είμαι πολύ περήφανος για το αποτέλεσμα». Και πολύ καλά κάνει. Η Μορφή των λειψάνων είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά και πιο καλογραμμένα μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων. ■Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Αλεξία Βερνίκου: «Το πιο σημαντικό είναι να δημιουργήσουμε παιδιά ανθεκτικά».
Σε ποια ηλικία αρχίζει να απασχολεί το θέμα του θανάτου τα παιδιά; Πότε εμφανίζουν τις πρώτες απορίες τους;Ένα βιβλίο μπορεί να επηρεάσει τη στάση και την αντιμετώπιση των παιδιών απέναντι σε τόσο σημαντικά ζητήματα; Και αν ναι, με ποιο τρόπο;Δύο ερωτήσεις από την εξαιρετική συνέντευξη που παραχώρησε η Αλεξία Βερνίκου στο elniplex.com και στην Ανέζα Κολόμβου με αφορμή την έκδοση του παραμυθιού Μέχρι τον ουρανό και πίσω (εικονογράφηση: Σοφία Τουλιάτου).Μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω: Τι είναι αυτό που σε έστρεψε στη συγγραφή; Πώς ήταν σαν εμπειρία; Από μικρή μου άρεσε να γράφω τις σκέψεις μου, τόσο τις πραγματικές όσο και τις φανταστικές, οπότε το βιβλίο αυτό ήρθε σα μια φυσική συνέχεια. Σαν εμπειρία ήταν ευχάριστη, ανώδυνη, θεραπευτική και πολύ δημιουργική.Αγαπημένο σου βιβλίο, συγγραφέας;Εάν έπρεπε να ξεχωρίσω ένα βιβλίο θα ήταν το Tuesdays with Morrie του Mitch Albom το οποίο έχω διαβάσει ξανά και ξανά σε διάφορες φάσεις της ζωής μου. Μόλις τελείωσα όμως το A Little Life της Hanya Yanagihara το οποίο με ενθουσίασε. Δε μπορούσα να το αφήσω και παρά το μέγεθός του δεν ήθελα να τελειώσει. Στο πρώτο σου βιβλίο καταπιάνεσαι με ένα ευαίσθητο και ιδιαίτερο θέμα, το θάνατο. Πώς και επιλέξες ένα τέτοιο θέμα; Ο θάνατος και η απώλεια είναι ένα θέμα που με ακουμπάει τόσο προσωπικά όσο και επαγγελματικά. Προσωπικά γιατί είναι τόσο δύσκολο και επίπονο, επαγγελματικά διότι οι ερωτήσεις που μου κάνουν οι γονείς πάνω στο θέμα αυτό είναι σχεδόν καθημερινές. Ερωτήσεις που τους κάνουν τα παιδιά τους και στις οποίες δυσκολεύονται να απαντήσουν. Σε αυτή την τρυφερή ηλικία των 4-5 ετών, είναι θεμιτό να φέρνουμε τα παιδιά αντιμέτωπα με τις πιο δυσάρεστες πτυχές της ζωής; Τα παιδιά έχουν ήδη γνωρίσει το θάνατο μέσα από τα παραμύθια και τα παιχνίδια τους και οι ερωτήσεις γύρω από αυτόν έχουν συνήθως ήδη ξεκινήσει . Η Χιονάτη και η Σταχτοπούτα, τα παιχνίδια με όπλα, μάχες και σκοτωμούς ξεκινάνε πολύ νωρίς και είναι μέρος της ζωής τους. Η διαφορά με τα παιδιά σε αυτές τις ηλικίες είναι ότι δε γνωρίζουν την οριστικότητα του θανάτου ούτε τον πόνο που ακολουθεί. Άρα αντέχουν το θέμα και δεν είναι τόσο επίπονο γι αυτούς όσο είναι για εμάς τους μεγάλους.Σε ποια ηλικία αρχίζει να απασχολεί το θέμα του θανάτου τα παιδιά; Πότε εμφανίζουν τις πρώτες απορίες τους; Από τα τρία τους κιόλας χρόνια πολλά παιδιά ξεκινούν τις ερωτήσεις γύρω από το θάνατο. Πότε πεθαίνουμε; Γιατί πεθαίνουμε; Θα πεθάνεις και εσύ μαμά; Θα πεθάνω και εγώ; Που πήγε ο παππούς που πέθανε; Εάν τρώω όλο μου το ψάρι θα ζήσω για πάντα; Αυτές είναι λίγες από τις απορίες που έχουν και τις ερωτήσεις που κάνουν. Ερωτήσεις άμεσες και αληθινές που θέλουν εξίσου άμεσες και αληθινές απαντήσεις. Ένα βιβλίο μπορεί να επηρεάσει τη στάση και την αντιμετώπιση των παιδιών απέναντι σε τόσο σημαντικά ζητήματα; Και αν ναι, με ποιο τρόπο; Σαφέστατα και μπορεί διότι τα παιδιά σε αυτές τις ηλικίες μαθαίνουν μέσα από τα βιβλία. Ταυτίζονται με τους ήρωες και τους χρησιμοποιούν ως παραδείγματα και σημεία αναφοράς στη ζωή τους. Στο βιβλίο αυτό στόχος είναι τα παιδιά να νιώσουν ότι ο θάνατος συμβαίνει στους μεγάλους μετά από πολλά χρόνια, και αφού γεράσουν και σταματήσει να λειτουργεί η καρδιά τους. Και όταν κάποιος πεθαίνει δε μπορούμε να τον αγκαλιάσουμε πια, μπορούμε όμως να τον κρατήσουμε για πάντα μέσα στις σκέψεις μας και τη καρδιά μας σα τον πιο πολύτιμο θησαυρό.Στα παραμύθια συχνά ο θάνατος βρίσκει τους κακούς… ενώ οι καλοί τον γλιτώνουν ή ανασταίνονται… Μακάρι να ήταν έτσι και στη ζωή…Η έκφραση «… έγινε αστέρι στον ουρανό και μας προσέχει από εκεί ψηλά» είναι πλέον διαδεδομένη, προκειμένου να αποφύγουμε ένα τραύμα στην ψυχή του παιδιού. Έχει επιπτώσεις μετέπειτα; Μιλώντας στα παιδιά για το θάνατο είναι σημαντικό να εστιάσουμε στη διακοπή της σωματικής λειτουργίας, άρα πεθαίνουμε διότι σταματάει να λειτουργεί η καρδιά. Αυτό όσον αφορά τα σώμα. Όσον αφορά τη ψυχή και τις μεταφυσικές εξηγήσεις που θέλουμε να δώσουμε «το αστεράκι στον ουρανό» μπορεί να χρησιμοποιηθεί ανακουφιστικά εφόσον ο γονιός το πιστεύει και εφόσον εξηγήσει στο παιδί τη διαφορά σώματος και ψυχής. Δε μπορούμε να μείνουμε όμως μόνο σε αυτό διότι τα ερωτηματικά θα είναι πολλά και δε θα τα γλιτώσουμε… Από την εμπειρία σου, οι Έλληνες γονείς επισκέπτονται κάποιον ειδικό ψυχολόγο σε περίπτωση απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου ή για άλλα τυχόν προβλήματα που παρατηρούν στα παιδιά τους ή το αποφεύγουν; Όπως σε όλα τα θέματα που αντιμετωπίζουν με τα παιδιά τους, κάποιοι γονείς επιλέγουν να ζητήσουν την άποψη ενός ψυχολόγου ενώ άλλοι πάλι αρνούνται. Στο συγκεκριμένο θέμα θα ήταν καλό να το κάνουν, διότι τα παιδιά αντιλαμβάνονται το θάνατο διαφορετικά από εμάς, θρηνούν με το δικό τους τρόπο και επαναδιαπραγματεύονται την απώλεια τους σε διάφορα στάδια της ζωής τους δίνοντας νέα νοηματοδότηση.Τον τελευταίο καιρό οι εκπαιδευτικοί αντιμετωπίζουν έναν ολοένα και αυξανόμενο αριθμό παιδιών με προβλήματα λόγου και συμπεριφοράς. Ή «έχουν βάλει τα παιδιά στο μικροσκόπιο», όπως συχνά ακούγεται; Εσύ τι παρατηρείς; Συμφωνείς με αυτή τη θέση; Και αν ναι, πού κατά τη γνώμη σου οφείλεται αυτή η αύξηση; Δυστυχώς είναι κάτι που παρατηρώ και εγώ όταν συγκρίνω τα παιδιά που συναντούσα στη δουλειά μου πριν 10 χρόνια, και τα παιδιά που συναντώ σήμερα. Θεωρώ ότι οφείλετε τόσο σε βιολογικούς παραμέτρους όσο και σε περιβαλλοντολογικούς. Το περιβάλλον και η οικογένεια δουλεύεται, βελτιώνεται και εξελίσσεται εάν υπάρχει διάθεση. Τότε βλέπουμε εντυπωσιακές αλλαγές και στη συμπεριφορά του παιδιού. Σαφέστατα το άγχος, η ανασφάλεια που έρχεται με την οικονομική κρίση, ο θυμός, ο ανταγωνισμός που επικρατεί, τα όρια που δε μπαίνουν και οι επιρροές από το διαδίκτυο έχουν παίξει σίγουρα το ρόλο τους. Παράλληλα υπάρχει και το «μικροσκόπιο», και εδώ θέλει προσοχή όσον αφορά σε ποιους απευθυνόμαστε και γιατί. Τι κάνουμε με το παιδικό άγχος; Πότε σταματάει να είναι δημιουργικό; Δε θα ήθελα να χαρακτηρίσω το παιδικό άγχος ως δημιουργικό. Σαφέστατα, όπως όλα τα συναισθήματα είναι επιτρεπτό, δεν είναι όμως ευχάριστό και συχνά γίνεται εμπόδιο στην καθημερινότητα και τη λειτουργικότητα των παιδιών μας. Στην εποχή της γρήγορης και πολλαπλής πληροφόρησης και εξέλιξης όλοι τρέχουν να καλύψουν διαδρομές και κενά. Σήμερα, ποια είναι τα βασικά στην ανατροφή των παιδιών που πρέπει να καλύπτουμε, ώστε να δημιουργήσουμε υγιείς, ολοκληρωμένες και υπεύθυνες προσωπικότητες; Θα έλεγα ότι το πιο σημαντικό είναι να δημιουργήσουμε παιδιά ανθεκτικά. Παιδιά που αντέχουν και ανταποκρίνονται σε αυτούς τους γρήγορους και απαιτητικούς ρυθμούς και στην πολλαπλή πληροφόρηση. Για να το πετύχουμε αυτό και να δημιουργήσουμε υγιείς προσωπικότητες, πρέπει να περάσουμε χρόνο με τα παιδιά μας, να ακούμε αυτό που μας λένε, να βάζουμε όρια, να τα τηρούμε και να τους λέμε την αλήθεια.Τι θα πρότεινες στους γονείς ως δημιουργική διέξοδο στην ενασχόληση των παιδιών. Θα πρότεινα ο κάθε γονιός να βρει κάτι που τον διασκεδάζει να κάνει με τα παιδιά του και να το κάνει. Ότι και αν είναι αυτό… ζωγραφική, μαγειρική, περίπατος, βιβλία, ποδήλατο. Μόνο εφόσον περνάει καλά θα το απολαύσει και το παιδί του και θα καταφέρουν να το κάνουν μέρος της σχέσης και της ρουτίνας τους.Η συγγραφή βιβλίων είναι στους επόμενους στόχους σου; Φυσικά! Οι ιδέες είναι πολλές τόσο για παιδικά βιβλία, όσο και για ένα βιβλίο για γονείς με θέμα πάντα το παιδί!Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Θάνος Σταθόπουλος: «Η λογοτεχνία είναι ένας χώρος όπου τα πάντα αποκτούν νόημα στη μεταφορά τους».
O Θάνος Σταθόπουλος συνομιλεί με τη Λίνα Ρόκου στην Popaganda με αφορμή την Ώρα, το πιο πρόσφατο βιβλίο του. Μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη παρακάτω: «Η Ώρα» ως τίτλος. Γιατί; Και τι ρόλο παίζει ο χρόνος στη γραφή σου; Οι τίτλοι των βιβλίων διαφεύγουν πάντα. Θα έλεγα, όμως: Η ώρα στο κέντρο των πραγμάτων. Η ώρα κατά την οποία συμβαίνουν τα πράγματα. Είναι η στιγμή ή η διάρκεια. Η κάθε ώρα. Η ροή του χρόνου. Το παρόν και το παρελθόν. Τώρα ή τότε. (Πότε;) Είναι ό,τι ξηλώνουμε και μας ξηλώνει. Είναι η συγχώνευση. Η ώρα και το ψυχικό κέντρο – ένα βαθύ, συμπυκνωμένο αίσθημα. Κάθε γραφή έχει σχέση με το χρόνο. Στη δική μου γραφή, μάλλον περισσεύει η τυραννία του χρόνου.Ποια είναι η πρώτη ανάμνηση της ζωής σου; Να κάθομαι σ’ ένα καρεκλάκι μ’ ένα παιγνίδι. Ίσως το 1965, δεν ξέρω. Ανάμνηση εαυτού, δηλαδή. Σαν φωτογραφία. Αυτό με συνδέει με κάτι που υπάρχει στο βιβλίο: «Και τότε επανέρχεται το ερώτημα: τι είναι τέχνη; Και τέχνη είναι αυτό που κάνει ένας καλλιτέχνης: να κάθεται σε μια καρέκλα στο εργαστήριο του». Ποιο είναι το εργαστήριο του καλλιτέχνη; Η ζωή; Η μνήμη; Η φαντασία; Τίποτε από αυτά; Μ’ αιφνιδιάζει η σύνδεση. Αναφέρεσαι σ’ ένα απόσπασμα από ένα κείμενο του Μπρους Νάουμαν, το οποίο παραθέτω στο βιβλίο. Το εργαστήριο του καλλιτέχνη είναι ένα ανοιχτό πεδίο δράσης: τα περιέχει όλα. Θα ‘λεγα ότι η ύπαρξή του είναι πρωταρχικής σημασίας. Εκεί συμβαίνουν τα πάντα. Ως εργαστήριο φυσικά θα πρέπει να εννοήσουμε μια διευρυμένη κατάσταση. Ένα χώρο που εκτείνεται. Μια πνευματική κατάσταση, οπωσδήποτε. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο βασικός άξονας του βιβλίου: ο χώρος ως εργαστήριο. Όχι μόνο του καλλιτέχνη, όλων. Η ποιητική του χώρου και η ανθρώπινη έκφραση. Τα πάντα μπορούν ν’ αποτελέσουν υλικό προς επεξεργασία. Όλα όσα αναφέρεις είναι η πρώτη ύλη, δεν αποτελούν όμως το εργαστήριο του καλλιτέχνη. Το εργαστήριο είναι ο προσωπικός χώρος τον οποίο κατασκευάζει ο καλλιτέχνης και η πνευματική ατμόσφαιρα την οποία έχει ανάγκη για να υπάρξει. Και πέρα από τον πνευματικό χώρο; Τι συμβαίνει με τον χώρο στη ρεαλιστική του διάσταση; Πού προτιμάς να γράφεις; Πού φαντασιώνεσαι να γράψεις; Ποιο είναι το πιο παράδοξο μέρος που έχεις γράψει ή χώθηκε στο γραπτό σου; Γράφω πάντοτε στο στούντιό μου – στο χώρο όπου ζω και εργάζομαι. Ελάχιστα έχω γράψει κάπου αλλού. Πολλές φορές κρατάω σημειώσεις στα καφέ, τις οποίες κατόπιν μεταφέρω αμέσως στον υπολογιστή προς επεξεργασία. Δεν έχω φαντασιωθεί ποτέ να γράψω κάπου. Υπό συνθήκες, βεβαίως, θα μπορούσα να γράψω οπουδήποτε. Η διαδικασία της συγγραφής περιέχει πολλή δουλειά, αγωνία και ένταση. Θέλεις να γράψεις. Ξυπνάς το πρωί και γράφεις ή προσπαθείς να γράψεις. Άλλες φορές τα καταφέρνεις, άλλες φορές όχι. Μάλλον, τις περισσότερες όχι. Αλλά πρέπει να επιμείνεις. Δεν μπορώ να θυμηθώ κάποιο παράδοξο μέρος που να έχω γράψει· προφανώς δεν υπάρχει. Το μόνο παράδοξο έγκειται στον χαρακτήρα όσων γράφω.Τι είναι παράδοξο για σένα; Οτιδήποτε συγκρούεται με την κοινή λογική.«Η Ώρα» είναι ένα παζλ χρόνου, συμβάντων, ονείρων, επιθυμιών, σκέψεων, απωθημένων, επιρροών; Τι είναι «Η Ώρα»; Εάν εξαιρέσουμε τα απωθημένα, είναι όλα όσα αναφέρεις. Και άλλα. Είναι ένα παζλ. Ίχνη, θραύσματα, αναγνώσεις, επισημάνσεις, παραθέματα. Μπορεί να διαβαστεί ως ένα αποσπασματικό κείμενο, να εκληφθεί σαν όνειρο ή σαν ένα αίσθημα. Αιωρήσεις στο χώρο και το χρόνο. Υπάρχουν τα άλλα κείμενα, δηλαδή τα δάνεια κείμενα, τα οποία παραθέτω είτε αυτόνομα είτε σχολιάζοντάς τα, στα οποία μετέχω. Είναι τα γεγονότα και οι λεπτομέρειες από τις ζωές των άλλων. Είναι η μνήμη, φυσικά. Ένα προσωπικό αρχείο συμβάντων για την ποιητική του χώρου και το ψυχικό κέντρο, με μια νύξη γι’ αυτό που ονομάζουμε «αρχιτεκτονικό ή αρχιτεκτονημένο χώρο», όπου τον κύριο λόγο έχουν το σώμα, τα ενεργήματα και η ανθρώπινη έκφραση. Είναι ο προσωπικός χώρος που κατασκευάζουμε και ο τρόπος να υπάρχουμε σ’ αυτόν. ‘Ο,τι ανέφερα δηλαδή προηγουμένως για την έννοια του εργαστηρίου.Ο τρόπος της γραφής σου πώς και πόσο μοιάζει ή διαφέρει από τον τρόπο της ζωής σου; Ο τρόπος που γράφω περιέχει τον τρόπο με τον οποίο ζω στον ίδιο βαθμό που διαφεύγει. Δεν ξέρω εάν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Δεν αναφέρομαι μόνο στον αποσπασματικό και θραυσματικό χαρακτήρα όσων γράφω. Τα αυτοβιογραφικά στοιχεία στα κείμενά μου συχνά υποβάλλουν το ύφος: εμφατικό, δηλωτικό, αποκαλυπτικό. Κάποιος που με γνωρίζει μπορεί να με αναγνωρίσει διαβάζοντάς με. Η λογοτεχνία όμως είναι ένας χώρος όπου τα πάντα αποκτούν νόημα στη μεταφορά τους. Η δήλωση λειτουργεί συγχρόνως ως μεταφορά. Οι αναγνώσεις, οι αναφορές και τα παραθέματα είναι έμμεσα βιώματα. Ο τρόπος της ζωής μου κάποιες φορές μπορεί να διοχετεύεται στις αναφορές μου σε καλλιτέχνες και συγγραφείς των οποίων παραθέτω αποσπάσματα είτε από το έργο τους είτε από τον βίο τους: μια διαμεσολαβημένη βιογραφία, θα λέγαμε. Είμαστε πάντα και οι άλλοι.Ένα απόσπασμα αγαπημένου συγγραφέα, καλλιτέχνη που εκφράζει όσο κανένα άλλο το πώς αισθάνεσαι για τη γραφή; «Τη ρώτησα εάν θα υπήρχε τρόπος, να τρώω από καιρό σε καιρό ένα άγριο καρότο. Ένα άγριο καρότο! κραύγασε, σα να είχα εκφράσει την επιθυμία να γευτώ εβραίικο μωρό. Της είπα ότι η εποχή των άγριων καρότων είναι στο τέλος της και ότι, εάν μέχρι τότε μπορούσε να μου δίνει να τρώω μόνον άγρια καρότα, θα της ήμουν ευγνώμων. Μόνον άγρια καρότα!, κραύγασε. Τα άγρια καρότα έχουν μια γεύση βιολέτας, για μένα. Μ’ αρέσουν τ’ άγρια καρότα γιατί έχουν μια γεύση βιολέτας και οι βιολέτες γιατί έχουν το άρωμα των άγριων καρότων. Εάν δεν υπήρχαν άγρια καρότα στη γη, δε θα αγαπούσα τις βιολέτες και εάν δεν υπήρχαν βιολέτες, τα άγρια καρότα θα μου ήταν το ίδιο αδιάφορα, όπως τα γογγύλια ή τα ρεπάνια. Αλλά ακόμη και στην τωρινή κατάσταση της χλωρίδας τους, θέλω να πω μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο όπου άγρια καρότα και βιολέτες βρίσκουν τρόπο να συνυπάρχουν, πολύ εύκολα θα έκανα και χωρίς αυτά». Σάμιουελ Μπέκετ, Πρώτος Έρωτας, μτφρ. Αχιλλέας Αλεξάνδρου. Σε έχει ερωτευθεί ποτέ γυναίκα για κάτι που έγραψες; Τι ήταν αυτό; Απ’ όσο γνωρίζω, όχι. Ένα απόσπασμα αγαπημένου συγγραφέα, καλλιτέχνη που εκφράζει όσο κανένα άλλο το πώς αισθάνεσαι για τον έρωτα; Ω, τι να σου πω…Είναι πολλά. Καθένα εκφράζει μια αλήθεια. Θα μπορούσα όμως ν’ αναφέρω το κείμενο του Μποντλέρ Αποφθέγματα παρηγοριάς για τον έρωτα. Μεταξύ πολλών άλλων αποφθεγμάτων: «Πρέπει λοιπόν να διαλέξει κανείς τους έρωτές του. – Φυλαχθείτε από τη σελήνη και τ’ αστέρια, φυλαχθείτε από την Αφροδίτη της Μήλου, από τις λίμνες, τις κιθάρες, τις σκοινένιες σκάλες και από όλα τα μυθιστορήματα. – Αλλά να αγαπάτε πολύ, σθεναρά, τολμηρά, άγρια αυτήν που αγαπάτε· ο έρωτάς σας, έχοντας κατανοήσει την έννοια της αρμονίας, να μην βασανίζει τον έρωτα ενός άλλου. – Επειδή κάθε γυναίκα είναι ένα κομμάτι από την ουσιαστική γυναίκα, επειδή ο έρωτας είναι το μόνο πράγμα για το οποίο αξίζει να συνθέσεις ένα σονέτο και να βάλεις εκλεκτά εσώρουχα». Δεν ξέρω εάν εκφράζει όσο κανένα άλλο το πώς αισθάνομαι για τον έρωτα, αλλά είναι ένα κείμενο που έχω αγαπήσει πολύ. Τι αγαπάς στην καθημερινότητα και τι δεν αντέχεις σε αυτήν; Μου αρέσει να κάνω μεγάλες βόλτες στην πόλη: να περπατάω, να παρατηρώ τους ανθρώπους και τα σημεία της πόλης. Μου αρέσουν πολύ τα καφέ – συχνάζω στα καφέ πάνω από τριάντα χρόνια. Είναι σαν τελετουργία. Μου αρέσει να συναντώ εκεί κάποιους φίλους ή να κάθομαι μόνος μου. Μου αρέσουν οι ήσυχες ώρες του απογεύματος στο στούντιό μου. Είναι οι ώρες που συγκεντρώνομαι απολύτως. Διαβάζω πάντα κάθε απόγευμα. Μου αρέσει να πίνω μερικά ποτά το βράδυ. Πολλές φορές δεν αντέχω την καθημερινότητά μου – συμβαίνει πάντα όταν δεν ειμαι καλά. Δεν αντέχω οτιδήποτε είναι καταναγκαστικό. Δεν αντέχω, τρόπος του λέγειν δηλαδή, εφόσον είμαι υποχρεωμένος να υποστώ τους καταναγκασμούς της μέρας.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Γιάννης Ψυχοπαίδης: «Ζούμε σε μια εγκαταλελειμμένη και διαλυμένη Αθήνα».
Ο Αθηναίος εικαστικός αφηγείται τη ζωή του στη LIFO και στον Γιάννη Πανταζόπουλο με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Στον βυθό των ονείρων-Εικόνες από την Οκτάνα του Ανδρέα Εμπειρίκου, αλλά και την έκθεση των έργων του στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη (διαθέσιμη μέχρι το Σάββατο 31/3). Μπορείτε να διαβάσετε ένα απόσπασμα παρακάτω: Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFOΓεννήθηκα στην Αθήνα το 1945. Το πατρικό μας σπίτι βρισκόταν στον αριθμό 23 της οδού Υψηλάντου στο Κολωνάκι. Αυτή η μεγάλη κατοικία, που σήμερα πια έχει κατεδαφιστεί, ήταν ο παράδεισος της παιδικής περιπέτειας και των εξερευνήσεων, όλο σκοτεινές γωνιές, κρυφούς χώρους και μια μεγάλη, γυριστή, ξύλινη σκάλα που συνέδεε τους ορόφους. Ήταν μια σκάλα σε κάθε στροφή της οποίας παραμόνευαν περίεργοι ήχοι, ψίθυροι, αγωνίες και φόβοι των παιδικών μας φαντασιώσεων.Μεγάλωσα με γονείς μου αγαπούσαν πολύ την ποίηση και τη λογοτεχνία. Είχαν μια φυσική σχέση με τη λογιοσύνη και όλος αυτός ο πλούτος μεταδόθηκε και σ' εμάς, χωρίς ποτέ να μας επιβάλλεται ως υποχρέωση. Η μητέρα μου ήταν δασκάλα και ο πατέρας μου δικηγόρος. Έτσι, το σπίτι μας ήταν ένας χώρος ιδεών και το διάβασμα η αυτονόητη πραγματικότητα.Από τα πρώτα μου γυμνασιακά χρόνια είχα ξεκαθαρίσει τι θα κάνω στη ζωή μου και με τι θα ασχοληθώ. Ίσως ένα ανερμήνευτο ένστικτο είναι αυτό που σε οδηγεί στο «κάτι». Σπούδασα χαρακτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και στη συνέχεια ζωγραφική με υποτροφία του γερμανικού κράτους στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου. Όμως θεωρώ ότι το ταλέντο υπάρχει μόνο με τη σκληρή εργασία. Μπορεί κάποιος να κατέχει την πρωτογενή δύναμη που τον κατευθύνει στη μεγάλη εικόνα, αλλά προκειμένου να μετατραπεί αυτή σε συνείδηση, χρειάζεται ένα πλαίσιο, ένα περιβάλλον και μια καλλιέργεια. Στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια ταξίδεψα πολύ στη Γερμανία. Αναμνήσεις από πολλά παιδικά καλοκαίρια αφορούν αυτήν τη χώρα. Έζησα εμπειρίες που με συνέδεσαν με έναν πολιτισμό και μια κουλτούρα που συνέβαλαν στη δημιουργία της ταυτότητάς μου. Μετέπειτα, από το 1977 έως το 1986, έζησα στο Βερολίνο, ενώ έως το 1992 ζούσα και εργαζόμουν στις Βρυξέλλες.Η οδός Υψηλάντου, στην προέκτασή της, συνέδεε το «πολιτισμένο» Κολωνάκι με τον μαγικό και παραμυθένιο κόσμο του πάρκου του Ευαγγελισμού, όπου ανάμεσα στα πράσινα παρτέρια και στα αγάλματα δέσποζε με την υπαίθρια μηχανή του ο Βασίλης, ο φωτογράφος. Ένας αγαπημένος φύλακας της μαυρόασπρης μνήμης, τριγυρισμένος από φωτογραφίες, αρνητικά και στημένες πόζες σε ζωγραφισμένα πανό ή σε λουλουδιασμένο φόντο για τα κρυφά ειδύλλια των αδειούχων φαντάρων με τις υπηρέτριες των γύρω σπιτιών.Τα μπαλκόνια του σπιτιού μας βλέπανε αντίκρυ στην Αγγλική Πρεσβεία και στους κήπους της. Τα καλοκαίρια παρακολουθούσαμε από ψηλά τις υπαίθριες δεξιώσεις, τις αφίξεις των επισήμων με τις τουαλέτες και τα φράκα ανάμεσα στους φοίνικες, σαν εικόνες από τις μυθικές σκηνές των πρώτων έγχρωμων ταινιών. Για χρόνια πιστεύαμε πως ο Άγγλος πρέσβης δεν ήταν άλλος από το πλουμιστό άνθρωπο με τη χρυσή στολή. Πολύ αργότερα μας αποκαλύφθηκε πως, παρ' όλο τον στόμφο του, ήταν ένας απλός οδηγός και ο πραγματικός πρέσβης το φαινομενικά ασήμαντο, γκρίζο ανθρωπάκι που τον συνόδευε. Ήταν μια αναντιστοιχία που είχε τη σημασία της για την κατοπινή συνειδητοποίηση του κόσμου. Και αυτό φάνηκε πιο πολύ στα σχολικά χρόνια, όταν είχα εμπλακεί από τρυφερή ηλικία σε σχέσεις ερωτικού ενδιαφέροντος με τη μικρή κόρη του οδηγού της πρεσβείας, που κατοικούσε κι εκείνη στην πτέρυγα του υπηρετικού προσωπικού.Η αποκάλυψη των πραγματικών ρόλων και της ταυτότητας των προσώπων μάς προσγείωσε δραματικά σε μια πραγματικότητα, όπου, μέσα από τη σκληρότητα της ερωτικής απαξίωσης, διδαχτήκαμε σχετικά νωρίς την περίπλοκη σχέση μεταξύ του είναι και του φαίνεσθαι, της φανερής και της συσκοτισμένης αλήθειας του κόσμου, της προφανούς και της συγκαλυμμένης κοινωνικής εξουσίας.Στην γωνιά του σπιτιού μας, Υψηλάντου και Λουκιανού, στο τετράγωνο της Αγγλικής Πρεσβείας ξύπνησε πρώτη φορά η πολιτική μας συνείδησης, όταν μέσα σε μια νύχτα το κάτω κομμάτι της οδού Λουκιανού άλλαξε ξαφνικά όνομα και μετονομάστηκε σε Καραολή - Δημητρίου. Πιο πάνω, δίπλα στο μικρό γαλατάδικο της Λυκόβρυσης, στην πάνω πλευρά της πλατείας Κολωνακίου, βρισκόταν η μυστηριώδης μορφή ενός ηλικιωμένου που καθόταν χειμώνα-καλοκαίρι πάνω σ' ένα μικρό ξύλινο κιβώτιο. Πουλούσε πολύτιμους θησαυρούς του παιδικού αναγνωστικού μας κόσμου, όπως μεταχειρισμένα τεύχη των «Μικρών Ηρώων». Ο μυθικός αυτός άνθρωπος μού έφερνε στον νου ένα έργο του Μαγκρίτ: Μια καθιστή αντρική φιγούρα με καπέλο, μέσα από την ανοιχτή μπέρτα της οποίας βλέπεις στη θέση του σώματος ένα κλουβί μ' ένα πουλί.Διαβάστε τη συνέχεια εδώ.Περισσότερα