News
News List, News Categories, Events
-
Βραβεία βιβλίου Public 2021: Τρία βιβλία των εκδόσεων Ίκαρος στις βραχείες λίστες με τα καλύτερα της χρονιάς!
This post is only available in Greek.Η πρώτη φάση της ψηφοφορίας των Βραβείων Βιβλίου Public 2021 ολοκληρώθηκε την Κυριακή 11 Ιουλίου, με 176.443 ψήφους. Οι αναγνώστες ψήφισαν τα αγαπημένα τους βιβλία και τους συγγραφείς τους ―σε περισσότερες από μία κατηγορίες― στο www.publicbookawards.gr/2021/.Τρία βιβλία των εκδόσεων Ίκαρος περιλαμβάνονται στις βραχείες λίστες των βραβείων. Δείτε τις υποψηφιότητές των βιβλίων μας μαζί με τους συνδέσμους και ψηφίστε τα ως τα κορυφαία βιβλία της χρονιάς μέχρι την Κυριακή 25 Ιουλίου.Ελληνική σύγχρονη ποίησηΜέσα σε ήλιους και φεγγάρια – Κώστας Μπουρναζάκης: https://bit.ly/3wcdyfBΕλληνικό ΜυθιστόρημαΚβάντι – Μίνως Ευσταθιάδης: https://bit.ly/355fc6XΕλληνικό ΔιήγημαΑποδοχή κληρονομιάς – Ανδρέας Νικολακόπουλος: https://bit.ly/2RI1PqkLearn more
-
Interviews
Emily St. John Mandel | Συνέντευξη στο «ΒΗΜΑgazino»
This post is only available in Greek.Η δημοφιλής καναδή συγγραφέας, με αφορμή το νέο της βιβλίο, Το γυάλινο ξενοδοχείο, μιλάει στο ΒΗΜΑgazino και τον Γιώργο Νάστο για τους ψυχολογικούς αμυντικούς μηχανισμούς και για την πανδημία.Οικονομικά εγκλήματα, απληστία, «σχήματα πόντσι», φαντάσματα του παρελθόντος που στοιχειώνουν το παρόν και το μέλλον. Ολα αυτά (και πολλά άλλα) συνθέτουν την ατμόσφαιρα του βιβλίου Το γυάλινο ξενοδοχείο σε μια καθηλωτική ιστορία που αρχίζει στα μέσα των 90s και φτάνει μέχρι το 2018. Συγγραφέας του η Καναδή Εμιλι Σεντ Τζον Μάντελ που έγινε παγκοσμίως γνωστή το 2014 με τον «Σταθμό Εντεκα», ένα πραγματικά συναρπαστικό μυθιστόρημα, στις σελίδες του οποίου η ανθρωπότητα έχει αποδεκατιστεί από μια πανδημία εξαιρετικά θανατηφόρας γρίπης των χοίρων, πλοκή που κατέστησε το περιεχόμενό του εξαιρετικά (και πικρά) επίκαιρο. Το συγκεκριμένο πόνημα θα το δούμε μάλιστα εντός της χρονιάς στην τηλεοπτική του μεταφορά σε παραγωγή του HBO Max.Τι σας γοήτευσε στην οικονομική ύφεση του 2008 και «πρωταγωνιστεί» στο νέο σας βιβλίο;«Ηταν μια παράξενη και σοκαριστική περίοδος. Τα χρόνια που προηγήθηκαν της κατάρρευσης το χρήμα έρρεε άφθονο και επικρατούσε η αντίληψη ότι η οικονομία μας ήταν πολύ στέρεη, όμως μετά συνέβη το κραχ και αποδείχθηκε ότι το οικονομικό σύστημά μας ήταν κάτι σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Προσωπικά, ήμουν πολύ τυχερή – είχα μια σταθερή δουλειά ως διοικητική υπάλληλος σε Πανεπιστήμιο – αλλά κάποιοι φίλοι μου έμειναν άνεργοι για πολύ καιρό».Οι ήρωες του βιβλίου σας μοιάζουν να ξέρουν διάφορα πράγματα χωρίς να έχουν αληθινή επίγνωσή τους. Συμβαίνει συχνά αυτό στους ανθρώπους;«Φυσικά. Σκεφτείτε λίγο τους πιο εγωκεντρικούς φίλους σας. Ολοι έχουμε κάποιον που όποτε τον συναντάμε αρχίζει έναν ατέλειωτο μονόλογο για τη ζωή του. Μπορεί να καταλαβαίνεις ότι κάτι δεν πηγαίνει τελείως καλά με αυτόν τον άνθρωπο, όμως την ίδια στιγμή επιλέγεις να μην το αναλύσεις, να μην το συνειδητοποιείς ουσιαστικά, διότι, για τον οποιονδήποτε λόγο, αυτή η φιλία έχει αξία για εσένα».Υπάρχει άλλωστε και ο μηχανισμός άμυνας, ο οποίος στην ψυχολογία λέγεται διαχωρισμός, compartmentalization, κατά τον οποίο απωθούμε ή αποφεύγουμε να συσχετίσουμε συναισθήματα και σκέψεις – εθελοτυφλούμε τρόπον τινά – προκειμένου να αποφύγουμε τις εντάσεις.«Συμφωνώ, όμως νομίζω ότι δεν λέμε απαραιτήτως ψέματα στον εαυτό μας, θα έλεγα δηλαδή πως δεν θεωρώ τον διαχωρισμό κάτι κατ’ ανάγκη αρνητικό. Είμαστε άλλοι όταν περνάμε χρόνο με την οικογένειά μας και άλλοι όταν βρισκόμαστε με τους συναδέλφους μας, και αυτό δεν σημαίνει πως κάποια από αυτές τις εκδοχές του εαυτού μας είναι κάλπικη».«Υπάρχει κάτι σχεδόν ανιαρό σε μια καταστροφή» λέει κάποια από τις ηρωίδες σας. Το πιστεύετε;«Ναι, το πιστεύω. Στην αρχή υπάρχει ένα σοκ – "Θεέ μου, ζούμε μια πανδημία" -, όμως η φοβερή πραγματικότητα είναι πως μπορούμε να συνηθίσουμε σχεδόν τα πάντα. Είναι δύσκολο να διατηρήσεις μια αίσθηση ξαφνιάσματος για μεγάλο διάστημα. Είτε μιλάμε για μια οικονομική κατάρρευση είτε για μια πανδημία, όσο περνάει ο καιρός αρχίζει να μοιάζει λιγότερο με ένα σοκαριστικό γεγονός και περισσότερο σαν μια μόνιμη συνθήκη στην οποία κάποιος βρίσκει τρόπο να προσαρμόζεται. Μια καταστροφή που ξεδιπλώνεται σε βάθος χρόνου μπορεί να μοιάζει σχεδόν βαρετή».Τι αλήθεια σας έκανε συγγραφέα;«Η ανάγνωση. Είχα την τεράστια τύχη να μεγαλώσω σε οικογένεια που εκτιμούσε πολύ τα βιβλία. Διάβαζα συνεχώς όταν ήμουν παιδί».Ποιοι συγγραφείς επηρέασαν το γράψιμό σας;«Νομίζω πως η συγγραφέας που είχε τη μεγαλύτερη επιρροή στο τωρινό ύφος της πρόζας μου είναι η Ιρέν Νεμιρόφσκι. Πέθανε στο Αουσβιτς, αφήνοντας πίσω της ένα ανολοκλήρωτο μυθιστόρημα που εκδόθηκε τελικά με τον τίτλο "Γαλλική Σουίτα". Πιστεύω ότι πρόκειται για αριστούργημα και διακρίνεται από απλότητα και καθαρότητα, αξίες στις οποίες στοχεύω. Εχω επίσης επηρεαστεί από τον αμερικανό συγγραφέα Νταν Τσάον, ο οποίος κάνει συναρπαστικά πράγματα με τη δομή των βιβλίων του, αλλά και από ένα συγκεκριμένο μυθιστόρημα του Νόρμαν Μέιλερ. Παρότι βρίσκω το συνολικό του έργο άνισο και αντιφατικό, το βιβλίο του "The Executioner’s Song" έχει μια λιτότητα που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο γράφω».Σας ήταν πιο εύκολο να προσαρμοστείτε στην πανδημία επειδή είχατε γράψει το μπεστ σέλερ «Σταθμός Εντεκα»;«Hταν λίγο παράξενο, επειδή διάφοροι υποστήριζαν ότι είχα κάπως προβλέψει την πανδημία του κορωνοϊού. Δεν προέβλεψα τίποτε απολύτως – κάτι που γίνεται γρήγορα αντιληπτό σε όποιον κάνει λίγη έρευνα για τις πανδημίες είναι το ότι πάντα θα εμφανιστεί κάποια ακόμη. Δεν είμαι σίγουρη ότι αυτόν τον τελευταίο χρόνο και κάτι μήνες έζησα στ’ αλήθεια κάτι διαφορετικό σε σχέση με ό,τι βίωσαν όλοι οι υπόλοιποι και μάλιστα εξεπλάγην από το πόσο απροετοίμαστη αποδείχθηκα. Θα περίμενε κανείς ότι το γράψιμο του "Σταθμού Eντεκα" θα με είχε προετοιμάσει λίγο, αλλά αιφνιδιάστηκα όσο όλοι».Κάποιοι ισχυρίζονται πως η καραντίνα μπορεί στο άμεσο μέλλον να πυροδοτήσει μια έκρηξη δημιουργικότητας. Τι λέτε;«Δεν ξέρω. Μία από τις προκλήσεις που ενέχει το να δημιουργήσεις τέχνη εμπνευσμένη από την πανδημία είναι το ότι η εμπειρία της, για τους περισσότερους τουλάχιστον, ήταν απίστευτα βαρετή. Δεν υπάρχει τίποτε εγγενώς ενδιαφέρον στο να μένεις κλεισμένος στο σπίτι σου. Για κάποιους αυτή η συνθήκη δημιούργησε ελεύθερο χρόνο που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με δημιουργικό τρόπο, όμως αυτό σίγουρα δεν συνέβη σε όλους: οι γονείς μικρών παιδιών δυσκολεύτηκαν πολύ να βρουν μια ισορροπία ανάμεσα στη δουλειά και στην τηλεκπαίδευση. Θα περιμένω με αγωνία να δω πώς θα είναι η τέχνη τα επόμενα χρόνια και πώς θα καθρεφτίσει την κοινή εμπειρία που βιώσαμε».Τώρα γράφετε το επόμενο μυθιστόρημά σας;«Το έχω ήδη τελειώσει. Πιστεύω ότι σύντομα θα γίνει και η επίσημη ανακοίνωση για την κυκλοφορία του».Learn more
-
Interviews
Ευτυχία Γιαννάκη: Στην τέχνη ζητούμενο είναι το συναίσθημα | Συνέντευξη στην «Athens Voice»
This post is only available in Greek.Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε η Ευτυχία Γιαννάκη στον Γιώργο Φλωράκη για την Athens Voice, με αφορμή το νέο της αστυνομικό μυθιστόρημα Στη φωλιά του ιππόκαμπου, με πρωταγωνιστή τον Αστυνόμο Χάρη Κόκκινο.Η μία πλευρά της αστυνομικής λογοτεχνίας είναι αυτή που έχουμε μάθει από συγγραφείς όπως η Αγκάθα Κρίστι, η λογοτεχνία που ασχολείται με την εξιχνίαση ενός εγκλήματος και την αποκάλυψη του ενόχου, αυτή που οι Βρετανοί ονομάζουν «whodunnit», «ποιος το 'κανε», δηλαδή. Υπάρχει όμως και μια άλλη αστυνομική λογοτεχνία που επικεντρώνεται στους τόπους όπου συμβαίνουν τα εγκλήματα, στη σχέση των ηρώων με τους τόπους αυτούς, στα κοινωνικά ζητήματα που απασχολούν τους τόπους και τους ανθρώπους. Αν η «whodunnit» πλευρά εστιάζει στη λογική, η οποία είναι μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις τραβηγμένη, η κοινωνιοκεντρική-ανθρωποκεντρική αστυνομική λογοτεχνία, μολονότι ενδιαφέρεται απόλυτα για τη λύση των αινιγμάτων, ανοίγει ένα μεγάλο παράθυρο στη σχέση του ανθρώπου με την περιβάλλουσα πραγματικότητα, στον κόσμο των ιδεών αλλά και στον κόσμο των συναισθημάτων. Η Ευτυχία Γιαννάκη ανήκει ξεκάθαρα σ’ αυτή τη δεύτερη σχολή κι έχει καταφέρει εδώ και τέσσερα βιβλία, να κερδίσει πολυάριθμους αναγνώστες που τώρα περιμένουν με αγωνία το καινούργιο της βιβλίο, αυτό που κυκλοφορεί την ερχόμενη Δευτέρα και λέγεται Στη φωλιά του ιππόκαμπου.Θα ήθελα να ξεκινήσουμε από την πρώτη σου τριλογία, την «τριλογία της Αθήνας». Ποια είναι τα στοιχεία που αγαπάς στην Αθήνα και ποια σε απωθούν;Η Αθήνα είναι η πόλη μου και με έναν τρόπο είναι ένας επιπλέον χαρακτήρας σε κάθε ιστορία μου. Τα στρώματα της ιστορίας της, τα μικρά χωριά, οι γειτονιές και οι μικρόκοσμοί της, η συνύπαρξη των ετερόκλητων στοιχείων που τη συνθέτουν και η αίσθηση ότι κάτι πάλλεται μονίμως, ακόμη και στη σιωπή, τις πιο σκοτεινές ώρες της νύχτας, είναι τα στοιχεία της που με γοητεύουν. Έχει μια μυστική ζωή η πόλη, πέρα από την προφανή και αυτό είναι πάντοτε το επιδιωκόμενο στις ιστορίες μου. Να φωτιστεί με έναν ιδιαίτερο τρόπο το γνώριμο και να έρθει στο φως το άγνωστο. Με απωθεί ώρες-ώρες η σκληρότητά της και η έλλειψη σεβασμού στον κοινό μας τόπο. Με ενοχλεί δηλαδή ότι δεν είναι κοινός τόπος για όλους ο σεβασμός απέναντι στον δημόσιο χώρο. Δεν είναι κοινός τόπος ο τόπος μας.Πώς θα μπορούσες να περιγράψεις με δυο λόγια τον «ντετέκτιβ» σου, τον Χάρη Κόκκινο;Ο Χάρης Κόκκινος είναι ο καθρέφτης της πόλης και ταυτόχρονα ο δικός μου καθρέφτης. Μέσα από το μάτια του ταξιδεύουμε στις ιστορίες της πόλης, της εποχής, των ανθρώπων μέσα μας και γύρω μας. Είναι το όχημα και το αποτύπωμα της ιστορίας μας εδώ και τώρα. Θα έλεγα ότι ο Χάρης Κόκκινος με το βάθος και την πολυπρισματική οπτική του είναι ο φορέας μιας μυστικής ζωής που μας συναρπάζει και με έναν τρόπο είναι η μυστική ζωή όλων μας. Ο Κόκκινος είναι το σκοτάδι και το φως μέσα μου και μέσα μας.Με ποιους άλλους «ντετέκτιβ», Έλληνες ή ξένους, νιώθεις ότι βρίσκεται σε έναν διάλογο;Είναι δύσκολο να πει κανείς που ξεκινάει και καταλήγει αυτό το νήμα. Είμαστε οι ιστορίες που έχουμε διαβάσει, όλοι οι χαρακτήρες με τους οποίους έχουμε ενθουσιαστεί και έχουμε κλάψει. Στα κλασικά έργα συναντά κανείς τους χαρακτήρες μήτρες που με τα αρχετυπικά χαρακτηριστικά τους γεννούν όλους τους υπόλοιπους, στα σύγχρονα συναντά αυτούς που καθρεφτίζουν την εποχή μας και τις κοινωνίες μας. Με έναν τρόπο ο Κόκκινος συνομιλεί με όλους, ξένους και Έλληνες, παλιούς και νέους και κανείς δεν τον αφήνει αδιάφορο. Αλλά δεν θα ταυτιζόταν με κανέναν απόλυτα. Όπως συμβαίνει με τους ανθρώπους γύρω του, ο Κόκκινος δεν δένεται εύκολα και αυτό είναι στοιχείο του δικού του μυστηρίου.Πώς προέκυψε ο χωρισμός του ως τώρα έργου σου σε τριλογίες;Κάθε τριλογία είναι μια ενότητα έργων με συγκεκριμένη στόχευση παρόλο που κάθε βιβλίο διαβάζεται και απολύτως αυτόνομα. Στην «Τριλογία της Αθήνας» ήθελα να μιλήσω για την πόλη σε κρίση και τον άνθρωπο ή την κοινωνία που χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του. Στη νέα «Τριλογία του βυθού» με ενδιαφέρουν βαθύτερα ζητήματα και κυρίως να φωτίσω το πιο μύχιο, το σκοτεινό, το ξένο μέσα μας και γύρω μας. Τον δικό μας βυθό. Όλα όμως είναι ένα κομμάτι παζλ σαν τον κύβο του Ρούμπικ. Μόλις ολοκληρώσεις την κόκκινη πλευρά, έχεις να φτιάξεις την κίτρινη και μετά μια ακόμη για να αντιληφθείς περισσότερα. Η οπτική που αποκτά κανείς με το όλον δεν περιορίζεται στην οπτική των μερών κι αυτό καθιστά τη διαχείριση του παζλ ένα μεγάλο στοίχημα για μένα κάθε φορά, πέρα από τον γρίφο που υπάρχει σε κάθε βιβλίο.Τι θεωρείς πιο σημαντικό σ’ ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, την πλοκή ή τη γραφή του;Η σφιχτή πλοκή είναι το δεδομένο στο αστυνομικό μυθιστόρημα, η βάση από την οποία αρχίζει ίσως κανείς να μιλάει για αστυνομικό μυθιστόρημα. Είναι η γλώσσα όμως και ο ρυθμός της, το βάθος των χαρακτήρων, η ουσία και το ζητούμενο της ιστορίας και κυρίως το συναίσθημα που δονείται μέσα από κάθε λέξη, πρόταση, παράγραφο που θα μας κάνει να πούμε αν ένα βιβλίο μας άγγιξε ή όχι. Και στην τέχνη αυτό είναι το ζητούμενο, το συναίσθημα. Ο γρίφος σε επίπεδο λογικής είναι απλά ένα διασκεδαστικό παιχνίδι, αν ντυθεί και με το συναίσθημα γίνεται ένας συναρπαστικός σύντροφος που σε ταξιδεύει σε άγνωστους τόπους ή σου επιτρέπει να δεις με άλλα μάτια τους οικείους.Στη «Νόσο του Μικρού Θεού» η υπόθεση εξελισσόταν στην Πάρο. Στο νέο σου βιβλίο, στην Ύδρα. Με ποιο κριτήριο διαλέγεις τα νησιά των υποθέσεών σου;Είναι τόποι που αγαπώ συνήθως και μου μεταφέρουν μια συγκεκριμένη αίσθηση. Τόποι που γνωρίζω και δονούνται με έναν τρόπο μέσα τους οι ιστορίες μου. Είναι όμως και σύμβολα, φορείς σχημάτων και ιδεών. Άλλο είναι η Αθήνα, το μεγάλο αστικό κέντρο, άλλο η τουριστική και φωτεινή Πάρος και άλλο η Ύδρα με την βαριά σαν πέτρα ιστορία της. Είναι το θέμα που επιβάλλει τον τόπο κάθε φορά και ο τόπος στη συνέχεια γίνεται φορέας της ατμόσφαιρας και άρα του συναισθήματος, του ψυχικού πεδίου των χαρακτήρων. Γιατί σημασία δεν έχει απλώς ο τόπος, αλλά πως τον βλέπεις, πως φωτίζεται μέσα από τα μάτια σου. Δεν υπάρχει μία Αθήνα, υπάρχει η Αθήνα που έχει ο καθένας μας μέσα του. Όπως δεν υπάρχει ένα βιβλίο, άλλα όσα βιβλία γέννησαν οι αναγνώστες διαβάζοντάς το.Στα βιβλία σου θίγεις παράλληλα με την πλοκή και κοινωνικά ζητήματα. Ποια είναι τα ζητήματα που αφορούν την κοινωνική πραγματικότητα της Ελλάδας και σε απασχολούν αυτή τη στιγμή;Αυτά που αποτυπώνονται μάλλον «Στη φωλιά του ιππόκαμπου». Γράφω πάντοτε αυτό που είναι φλέγον μέσα μου, που γυρεύει απαντήσεις και με απασχολεί. Υπάρχει βέβαια μια θεματολογία που επανέρχεται και αυτή έχει να κάνει με το ανοιχτό τραύμα από το παρελθόν που πάντοτε επανέρχεται, ο ρόλος της οικογένειας ως τέλειο εγκληματολογικό εργαστήριο, η αδυναμία του συστήματος να προστατεύσει τον αδύναμο, η αδιαφορία που ξεκινάει από το μικρό και καταλήγει στο μεγάλο, η έλλειψη της ενσυναίσθησης και του γνήσιου ενδιαφέροντος για τον άλλον, για αυτό που δεν μας είναι οικείο ή μας είναι οικείο ενώ δεν θα έπρεπε να το ανεχόμαστε.Ποιο είναι το κεντρικό ζήτημα που σε απασχολεί στη «Φωλιά του ιππόκαμπου»;Το κύριο ζήτημα που με απασχολεί στο νέο μου αστυνομικό είναι η κακοποίηση των γυναικών και η θέση της στην ελληνική κοινωνία, τώρα και στο παρελθόν. Το παρελθόν, η ανοχή στη βία κάθε μορφής, τα κλειστά στόματα πίσω από τους τοίχους, στην οικογένεια, στη γειτονιά, στη μικρή και τη μεγάλη κλίμακα, το μικρό που γεννάει το μεγάλο και το έγκλημα είναι στον πυρήνα του προβληματισμού μου. Πέρα από αυτό είναι το ζήτημα των ορίων στον έρωτα, στην δημιουργία, στην τέχνη και το ίδιο το όριο μυθοπλασίας και πραγματικότητας που θα συναντήσει κανείς σε αυτή την ιστορία.Πιστεύεις ότι υπάρχει κάποια γραμμή που συνδέει τις γυναίκες-συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας;Πιστεύω ότι υπάρχει ένα εσωτερικό νήμα που μας συνδέει με όλα τα αναγνώσματα, τη μουσική, τους πίνακες, τις ταινίες που αγαπήσαμε. Άνδρες και γυναίκες δημιουργοί αφήνουν το αποτύπωμά τους εξίσου μέσα μας. Οι γυναίκες του αστυνομικού στην Ελλάδα είμαστε λιγότερες από τους άνδρες δημιουργούς και αυτό από μόνο του πρέπει να μας πει κάτι. Προσωπικά βαριέμαι εξαιρετικά πλέον την ανδρική ματιά στη γυναίκα θύμα που μεταξύ μας, συχνά είναι και ηδονοβλεπτική. Το είδαμε, το χορτάσαμε ως αισθητική σε βιβλία, ταινίες και σειρές. Πώς την βίασε, πώς την σκότωσε, αν την έκανε κομματάκια. Φτάνει. Ίσως έχει έρθει η στιγμή αυτό να αλλάξει. Να μιλήσουν οι γυναίκες για την κακοποίηση των γυναικών και τη βία που έχουν υποστεί. Ας μην ξεχνάμε πάντως ότι η βασίλισσα του αστυνομικού είναι γυναίκα και όχι τυχαία.Ποιοι είναι οι πιο αγαπημένοι σου συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας;Κρίστι, Χάισμιθ, Ιζζό, Τάιμπο, Καμιλλέρι, Ιντρίντασον.Και μη αστυνομικής;Καμί, Κάφκα, Μπέρνχαρντ, ΓέλινεκΤι διαβάζεις αυτή την εποχή;Διάβασα την «Ανωμαλία» του Ερβέ Λε Τελιέ και με ενθουσίασε. Ακολουθεί το καλοκαίρι, οπότε η στοίβα με τα αδιάβαστα περιλαμβάνει πολλούς τίτλους της τρέχουσας παραγωγής κυρίως Ελληνίδων και Ελλήνων συγγραφέων.Ο Μικρός Μπλε −ως ήρωας χρωματιστός− μοιάζει να έχει μια κάποια σχέση με τον Χάρη Κόκκινο. Είναι έτσι;Είναι ο ντετέκτιβ που ερευνά το κουκούλι της παιδικής φαντασίας, το χιούμορ, την περιπέτεια και όλα αυτά τα συστατικά που υπάρχουν στην αστυνομική λογοτεχνία των ενηλίκων, αλλά μεταφέρονται στον κόσμο του παιδιού που μαθαίνει να ανακαλύπτει τον κόσμο μέσα από το μυστήριο και να μάχεται τον φόβο του. Λίγο πολύ αυτό που κάνουν και οι ενήλικες, αλλά δοσμένο σε ένα πολύχρωμο σύμπαν όπου η περιπέτεια ξεκλειδώνει τις δεξιότητες και την σκέψη του παιδιού.Τι είναι αυτό που σε απασχολεί στην παιδική σου λογοτεχνία;Να είναι επαρκώς ελκυστική ώστε να γεννήσει μελλοντικούς αναγνώστες και να είναι επαρκώς φροντισμένη ώστε να ανακαλύπτει το παιδί τον συναρπαστικό κόσμο του μυστηρίου ξεκλειδώνοντας μηχανισμούς που θα είναι όπλα στη φαρέτρα του στις μελλοντικές του μάχες.Έχεις αποφασίσει σε ποιο νησί θα εκτυλίσσεται το τρίτο βιβλίο της «τριλογίας του βυθού»;Είναι νωρίς ακόμη γι’ αυτό. Τώρα φυτεύονται σιγά-σιγά οι σπόροι, οι ιδέες μέσα μου. Θα πρέπει να περιμένω για να τις δω να ανθίζουν και να δουλέψω σκληρά για να πάρω τον καρπό που θα δώσει την απάντηση στην ερώτηση τους επόμενους μήνες.Τι να περιμένουμε στο άμεσο μέλλον;Κάποια που γράφει αστυνομικά γνωρίζει ότι το μέλλον επιφυλάσσει εκπλήξεις και ανατροπές. Ακόμη και το άμεσο μέλλον κρατάει καλά κρυμμένα τα μυστικά του τα τελευταία χρόνια. Ας περιμένουμε λοιπόν να έρθει, με την ελπίδα να φέρει νέες ιστορίες, νέα βιβλία, νέες ταινίες και όλα όσα μας υπενθυμίζουν ότι εκεί κάτω στον βυθό, είμαστε τελικά οι ιστορίες μας.Learn more
-
«Ο Άγγελος Σικελιανός έπεσε» | Ένα κείμενο του Γιώργου Σεφέρη για τον Άγγελο Σικελιανό
This post is only available in Greek.Ο Γιώργος Σεφέρης, με αφορμή τον θάνατο του Άγγελου Σικελιανού στις 19 Ιουνίου 1951, έγραψε το παρακάτω κείμενο, αποτυπώνοντας μοναδικά πώς η ποίηση του λυρικού ποιητή θα συνέχιζε από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα να ορθώνει μόνη το ανάστημά της.Το κείμενο περιλαμβάνεται στον δεύτερο τόμο από τις Δοκιμές του Σεφέρη (1948-1971).Ο θάνατος του ποιητή είναι η συντέλεια μιας γέννησης. Ο Άγγελος Σικελιανός έπεσε· το έργο του τώρα, έξω από τον ίσκιο του μεγάλου άντρα, υψώνεται ακέριο, κατορθωμένο μέσα στο απόλυτο φως,Σα μυγδαλιά που είναι ντυμένη μόνο μ’ άνθιαδίχως φύλλο πουθενά,θάμπος λευκό ως τα βάθη των φρενών,ολάνθιστη σιωπή! Καθώς αναμετρούμε το βαθύτατο λάκκο που άνοιξε, πέφτοντας ανάμεσά μας, ο Άγγελος Σικελιανός, αυτή την ολάνθιστη σιωπή μιας γέννησης συλλογίζομαι. Είναι δύσκολο να εξηγήσει κανείς όταν βρίσκεται πολύ κοντά στη συγκίνηση. Κι όμως, καθώς προσπαθώ να συγκρατήσω όσο μπορώ πάνω στη γη μας την ανθρώπινη παρουσία του, συλλογίζομαι ακόμη πως ήταν εκείνος που έβαλε όλη την ορμή της ψυχής του για ν’ αγκαλιάσει τη ζωή και το θάνατο μαζί. Δεν ξέρω να υπάρχει μορφή που να ξυπνά μέσα μας τόσες εικόνες επιταφίων και αναστάσεων· ήμουν έτοιμος να πω πως το έργο του θα μπορούσε να πλαισιωθεί με την υψηλότερη μορφή της άνοιξης που ξέρω: με την ελληνική Μεγάλη Εβδομάδα. Καθώς περνούν τα χρόνια και με τη βοήθεια των ποιητών μας αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε πόσο βαθιά μπορούν να πάνε οι αντίλαλοι της παράδοσής μας, ξεκαθαρίζουμε σιγά-σιγά ποια είναι τα πράγματα που μας ξεχωρίζουν μέσα στον κόσμο που ζούμε. Βλέπουμε κάποτε πως τα αισθήματά μας, όταν είναι πραγματικά, τα σύμβολα της λατρείας μας, όταν πρόκειται για πραγματική λατρεία, τα ορμέμφυτά μας, επειδή ταξίδεψαν τόσο πολύ μέσα στο χρόνο και στις γενεές, επειδή ριζοβόλησαν όχι μόνο ανάμεσό μας, αλλά και σημαντικά μακρύτερά μας, έχουν ένα αρμονικό πλούτο πολύ πλατύ κι έναν τόνο κάποτε εξαιρετικά ιδιόμορφο. Πόσο ιδιόμορφο, μπορεί να το λογαριάσει κανείς όταν συλλογιστεί τους μεγάλους ποιητές που είχαμε τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια. Αν τους φανταστεί κανείς αυτούς τους ανθρώπους σαν τα σημεία που προσδιορίζουν τον ορίζοντα μιας ιδέας, της ελληνικής ιδέας, αν προσπαθήσει να προσέξει πόσο ιδιότροπα διαφορετικοί και συνάμα πόσο σύμφωνοι είναι, ίσως και νιώσει το πλάτος και τη φυσιογνωμία του πνευματικού μας χώρου. Πάντα πιστός στον εαυτό του, θα λέγαμε, κι ωστόσο μυστικός και αντιφατικός σαν όλα τα πράγματα όπου σφύζει η ζωή. Η παράδοσή μας είναι γεμάτη αντιθέσεις. Οι επιφανείς άντρες τις αρμονίζουν. Στην Ελλάδα και ο Διόνυσος είναι Εσταυρωμένος. Αλλά χρειάστηκε η δυνατή πίεση της φωνής του Σικελιανού για να σαρκωθεί σε μιαν ενότητα ο λόγος:Γλυκό μου βρέφος, Διόνυσέ μου και Χριστέ μου… Έτσι συλλογίζομαι και τη μορφή της Μητέρας του Θεού που είναι τόσο κοντά του· συλλογίζομαι όνειρα σταν το ακόλουθο, που πρέπει να έχουν πάρει το χρώμα τους από το παιδικό του εικονοστάσι:είδα τον πατέρα μου απλωμένο δίπλα μου,βγάνοντας ξάφνου απάνωθέ του το σεντόνι,ολόγυμνος να πεταχτεί στα μάτια μου μπροστά,ωραιότερος,μεστότερος, με σάρκα ωσάν τριαντάφυλλοόλο φωςκαι να μου πει: «Γιε μου, ελυτρώθηκα»... Και προσπαθώ να κοιτάξω το θρησκευτικό αίσθημα του Σικελιανού να ξεκινά από τη λευκαδίτικη πατρογονική του χριστιανοσύνη, να προχωρεί και να θρέφεται με όλες τις ανάσες της ελληνικής γης, ν’ απλώνεται και ν’ αφομοιώνει μύθους που τους πιστεύαμε τελειωτικά πεθαμένους, να κινείται ανάμεσα στον Διόνυσο και τον Άδη, που είναι το ίδιο, καθώς το θέλει ο Ηράκλειτος, και να ποθεί ολοένα μιαν ανάσταση, ένα ξαναγέννημα: την «Άνω Ελλάδα». Στα χρόνια που ο Σικελιανός είναι ακόμα έφηβος, ολόκληρος ο πνευματικός μας κόσμος κεντρίζεται από αυτόν τον πόθο:Στο νου των νέων Ελλήνων,οπού λούζεται στο νέορόδινο φως βαθιά,παίζεται κάποια μίμησητης πάλης του άνηβου Θεού,του νέου Απόλλωνα,όταν σκότωσε τον Πύθωνα… Είναι η εποχή του Παλαμά, αλλ’ ανάμεσα στις τόσες μορφές της εποχής εκείνης θα ήθελα ν’ αναφέρω μόνο τον Περικλή Γιαννόπουλο, έτσι καθώς ο ίδιος ο Σικελιανός τον ιστορίζει. Του μοιάζει σαν αδερφός:Κι η αγάπη του όμορφου κορμιού και του ήλιου,της ρυθμισμένης δύναμης που δείχνειτην ομορφιά δίχως κανένα αγώνα,με μόνον ένα σάλεμα, με μόνονένα ήσυχο χαμόγελο, με μόνονένα γοργό κι ένα καθάριο γέλιο,σαν κοράκου κραυγή μες στης αβύσσουτων αττικών ουράνιων τη γλαυκότη,καθάρια κι ασυντρόφευτη αναζούσεστο σάλεμα και στο χαμόγελό του,ω Αττική, – και κανένας τα λεπτά σουτα μύρα δεν ανάσανε με τόσοναρχοντική την αίστηση, κανέναςτ’ ανέλπιστά σου χρώματα δεν πήρενα κλείσει πιο σφιχτά στα βλέφαρά του,και το λιτό σου πνέμα να σαρκώσει· τριγύρα μας δεν ξέραμε κανένανα μοιάζει πιο πολύ με την ελιά σου,με το ξανθό τ’ αστάχυ σου, κι ακόμαμε τα κιτρινισμένα μάρμαρά σου… Αλλά ο Σικελιανός ήταν πολύ πιο ρωμαλέος δημιουργός. Αν είχε μέσα του κι αυτός τη λαχτάρα που έκαιγε τον Γιαννόπουλο και τον οδήγησε καβαλάρη στο θαλασσινό του τάφο, μπόρεσε ωστόσο, με τον Διόνυσο ακέριο μέσα στις φλέβες του, ν’ αναστήσει μια ζωή παρούσα από τα πιο μακρινά άδυτα της παράδοσής μας. Στη φωνή του, ένας ολόκληρος κόσμος ξεχασμένος, ενταφιασμένος, εγείρεται σαν Δεύτερη Παρουσία, ριζωμένη σε μιαν ελληνική φύση που ανασαίνει με όλη τη δρόσο της πρώτης ματιάς, ριζωμένη στις αισθήσεις του ανθρώπου. Ο Σικελιανός είναι χωρίς διάσπαση, χωρίς διάθλαση. Και όπως δεν παραδέχεται να χωρίσει το θάνατο από την πιο θερμή στιγμή της ζωής, όπως δεν παραδέχεται να χωρίσει το σώμα του από το σώμα του τόπου του, έτσι αγωνίζεται να ενώσει τον κόσμο των θεών και τον κόσμο των ανθρώπων Υπάρχει στον Σικελιανό ένας ιερός ελληνικός ενανθρωπισμός.…και λέμε η γη να σμίξει με τ’ αστέριαμπορεί, ως βαθύ χωράφι με χωράφι,στάχυα να θρέψει κι ο ουρανός· πατέρα,τις ώρες που βαραίνει στην καρδιά μαςτης ζωής η πίκρα μ’ όλο της το βάρος… Όμως η πρόθεσή μου δεν ήταν ν’ ανιστορήσω την ποίηση του Σικελιανού. Ήθελα μόνο να κρατηθώ για λίγο ακόμη κοντά στο φίλο που εχάσαμε. Τον συνάντησα αργά στη ζωή. Λέω πως το φταίξιμο πρέπει να ήταν δικό μου. Θαρρώ πως το πραγματικό συναπάντημά μας έγινε όταν πρωτοδιάβασα σε χειρόγραφο την «Ιερά Οδό»:Από τη νέα πληγή που μ’ άνοιξεν η μοίραέμπαιν’ ο ήλιος, θαρρούσα, στην καρδιά μουμε τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπωςαπό ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνειτο κύμα σε καράβι π’ ολοένα βουλιάζει… Θυμούμαι με μεγάλη ευγνωμοσύνη τη δροσερή συγκίνηση που μου είχε δώσει αυτός ο μεστός τόνος, κάπως τραυματισμένος στην ευρωστία του. Έπειτα, όσες φορές έτυχε να τον ιδώ στην ύπαιθρο, ή ν’ ακούσω χωρικούς να μιλούν για το πέρασμά του, πάντα τον συλλογιζόμουνα, με το καλογερίστικο ραβδί του τής Φανερωμένης, να ξεκινά από αυτόν τον δρόμο της Ψυχής, όπως τον λέει, που ήταν και ο τελευταίος δρόμος του Γιαννόπουλου. Μ’ άρεσε να θαυμάζω αυτόν τον άρχοντα της λαλιάς μας μέσα στην ελληνική φύση, που την εζούσε με τόσην οικειότητα, που την άγγιζε –βουνά, μάρμαρα, ακρογιάλια– όπως ένας βοσκός αγγίζει τα γνώριμα αντικείμενα της καλύβας του. Μ’ άρεσε ο τρόπος που τον αγαπούσαν οι απλοί άνθρωποι του βουνού και του κάμπου, που τον έλεγαν Κυρ Άγγελο. Με συγκινούσε αυτή η ζωή που είχε κατορθώσει ένα τόσο σπάνιο πράγμα: να είναι καθαρή από κάθε κακομοιριά και στα μικρά και στα μεγάλα. Έτσι τον ένιωσα ακόμη και τα τελευταία χρόνια, όσες φορές η τύχη μού έδωσε την άδεια να τον ιδώ στο μακρύ χαροπάλεμά του. Γιατί η μοίρα αυτού του ανθρώπου που είπε ξεκινώνταςΗ μόνη μέθοδο είν’ ο θάνατος!θέλησε να ζήσει για ένα μακρύ διάστημα στο κεφαλόσκαλο του κάτω κόσμου. Το έζησε κι αυτό, όπως όλα, με την ίδια μεγαλόκαρδη ευφροσύνη, με τον ίδιο αέρα που ήξερε να διαλέξει και να χαρίσει ένα τριαντάφυλλο. Τον θυμούμα ένα βράδι στο σπίτι του, ύστερ’ από ένα μεγάλο χτύπημα που έμοιαζε να είναι το τελευταίο αυτού του λαβωμένου λιονταριού. «Είδα» μου είπε «το απόλυτο μαύρο. Ήταν ανέκφραστα ωραίο.» Ξεκινούσα για ένα μακρύ ταξίδι· δεν ήξερα αν θα τον ξανάβλεπα. Ένιωσα τα φτερά ενός μεγάλου αγγέλου να τρέμουν μέσα στο δωμάτιο. Ήταν σαν να μας άγγιξε η πνοή πραγμάτων που δεν είδαμε ποτέ μας κι όμως τ’ αγαπούμε πάνω από κάθε άλλο στη ζωή – το ύφος μιας Ελλάδας που γυρεύουμε με τόσο πάθος και που τόσο λίγοι προσεγγίζουν. Βγαίνοντας ψιθύρισα την τελευταία στροφή του «Μεγάλου Νόστου»:Γιατί το ξέρω· πιο βαθιά κι απ’ το πηχτόν αστρόφως,κρυμμένος σαν αετόςμε περιμένει, εκεί που πια ο θείος αρχίζει ζόφος, ο πρώτος μου εαυτός…Κοίταζα την ανάσταση των άστρων. Λονδίνο, Ιούνιος 1951Learn more