News
News List, News Categories, Events
-
Interviews
Colm Tóibín: «Αν ο Μαν έγραφε τον “θάνατο στη Βενετία” σήμερα, θα ενοχλούσε»
This post is only available in Greek.Ο σημαντικός ιρλανδός συγγραφέας μιλά στον Δημήτρη Δουλγερίδη και την εφημερίδα «Τα Νέα» για το νεότερο μυθιστόρημά του Ο μάγος, με έμπνευση από τη ζωή του Τόμας Μαν. Διαβάστε όσα συζήτησαν.Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Κολμ Τομπίν, από τους σημαντικότερους συγγραφείς στη σύγχρονη ιρλανδική λογοτεχνία, εισέρχεται στην ολισθηρή περιοχή όπου το μυθιστόρημα αντλεί υλικά από τη βιογραφία. Το 2004 ο λογοτεχνικός «ήρωάς» του ήταν ο Χένρι Τζέιμς στο «Master» (που πέρασε στα ελληνικά ως «Δάσκαλος» από τις εκδ. Ωκεανίδα το 2007). «Μερικές φορές τις νύχτες έβλεπε όνειρα με νεκρούς - οικεία πρόσωπα και άλλα μισοξεχασμένα, που εμφανίζονταν φευγαλέα». Με τη φράση αυτή ξεκινούσε εκείνο το βιβλίο, όπου ο Τομπίν κάλυπτε σε έντεκα κεφάλαια μια πενταετία από τη ζωή του Τζέιμς (1895-1899), κατά την οποία γινόταν αυτό που ήταν: ένας δάσκαλος της μυθιστορηματικής γραφής. «Η μητέρα του περίμενε στον επάνω όροφο ενόσω οι καλεσμένοι παρέδιδαν παλτά, κασκόλ και καπέλα στους υπηρέτες». Στο γερμανικό Λίμπεκ του 1891 ξεκινάει ο «Μάγος», το νεότερο μυθιστόρημα του Τομπίν για τον Τόμας Μαν, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδ. Ικαρος, στη βαρύνουσα και ταυτόχρονα ρέουσα μετάφραση της Αθηνάς Δημητριάδου. Εδώ ο γερμανός κορυφαίος συγγραφέας είναι ένας άνθρωπος με πολλές ιδιότητες: σύζυγος, εραστής, ηδονοθήρας και ηδονοβλεψίας, πατέρας, πατριώτης και δημοκράτης. Η σεξουαλικότητα και η ιδιωτικότητα δίνουν μάχη με τη γονεϊκότητα και τη δημόσια εικόνα. Πάνω απ’ όλα, ωστόσο, κυριαρχεί η αγωνία της γραφής ενός «μάγου».Σε μυθιστορηματικές βιογραφίες όπως ο «Μάγος» υπάρχει πάντα η αναζήτηση των αναγνωστών για το τι είναι αλήθεια. Πώς το αντιμετωπίσατε κατά τη διάρκεια της συγγραφής;Σε κάθε περίπτωση τα γεγονότα είναι ο σκελετός και είναι πάντα απαραίτητα. Οταν γράφω στο μυθιστόρημα ότι ο Τόμας Μαν βρισκόταν στο Μόναχο τον τάδε μήνα ή τον τάδε χρόνο, προφανώς πρέπει να ισχύει. Εάν γράψω ότι είχε έξι παιδιά, προφανώς τόσα πρέπει να είχε. Αλλά οτιδήποτε άλλο ανάμεσα στα γεγονότα είναι μυθοπλασία και ψευδαίσθηση. Τα χρειάζομαι, λοιπόν, για να λειτουργήσει η ψευδαίσθηση. Θα μπορούσα να έχω επινοήσει ένα καινούργιο όνομα για τον κεντρικό χαρακτήρα, αλλά από τη στιγμή που τον αποκαλώ Τόμας Μαν, έχω την υποχρέωση να μείνω πιστός στα βασικά γεγονότα. Στο μεγαλύτερο κομμάτι του, πάντως, το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται στην ιδιωτική σφαίρα των ηρώων και χρέος μου είναι να «βυθίσω» σε αυτήν τον αναγνώστη με τρόπο αποτελεσματικό, ώστε να πάψει να αναρωτιέται τι είναι αληθινό και τι όχι.Ποιες είναι οι ομοιότητες και οι διαφορές ανάμεσα στον «Μάγο» και τον «Δάσκαλο», το παλιότερο μυθιστόρημά σας για τον Χένρι Τζέιμς;Ο Χένρι Τζέιμς έζησε μια άνετη ζωή, την οποία διέκοψε ο πόλεμος (σ.σ.: εννοεί τον Λ’ Παγκόσμιο, με το ξέσπασμα του οποίου ο συγγραφέας σταμάτησε τα ταξίδια μεταξύ Αγγλίας - ΗΠΑ παραμένοντας στην πρώτη). Και η ζωή του Τόμας Μαν άλλαξε ολοκληρωτικά μετά τον Α’ Παγκόσμιο και την άνοδο του Χίτλερ. Στην περίπτωση του Τζέιμς, εξάλλου, μπορούσα να χρησιμοποιήσω τη λειτουργία της μνήμης και τη μέθοδο του φλασμπάκ για μια μικρότερη χρονική περίοδο. Η ιστορία του αφορούσε λίγο-πολύ την προσωπική του ζωή. Στην περίπτωση του Μαν έπρεπε να επεκταθώ σε ένα μεγαλύτερο διάστημα -ουσιαστικά το διάνυσμα της ζωής του. Ετσι τα σημαντικά δημόσια γεγονότα φαίνεται να συμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο. Ενώ ο Τζέιμς έζησε «εκτός Ιστορίας», ο Μαν έκανε το αντίθετο.Μία από τις σημαντικές πηγές στο μυθιστόρημα είναι τα ημερολόγια του Μαν. Τι είδους άνθρωπο αποκαλύπτουν; Γιατί αποφάσισε να αποσφραγιστούν 20 χρόνια μετά τον θάνατό του;Ο Τόμας Μαν ήθελε να γίνει διάσημος. Γι’ αυτό και ξεκίνησε το γράψιμο. Από την άλλη, ήθελε ή είχε ανάγκη να αποκρύπτει πράγματα. Η μυθοπλασία δεν είναι ποτέ ευθύβολη ούτε διακρίνεται για την «ειλικρίνειά» της. Το ίδιο ισχύει και για τα ημερολόγια. Ο άνθρωπος που αναδύεται εκεί είναι ομοερωτικός και περισσότερο ανήσυχος από το δημόσιο πρόσωπο της πραγματικότητας. Τα ημερολόγια, ωστόσο, είναι ημιτελή και αποσπασματικά. Νομίζω ότι γνωρίζουμε περισσότερα για τον Μαν σε ορισμένες από τις ιστορίες που έγραψε, στους «Μπούντενμπροκ» και πιθανότατα το «Δρ Φάουστους».Ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο του Τόμας Μαν που διαβάσατε και ποια εντύπωση κρατάτε;Ηταν το «Μαγικό βουνό» στις διακοπές των Χριστουγέννων του 1973, όταν ήμουν 18 ετών. Είχα ενθουσιαστεί από τους διαλόγους και τις θέσεις που έπαιρνε και αγάπησα όλη αυτή την υπόγεια ερωτική ατμόσφαιρα, όπως και τον τρόπο με τον οποίο περιγραφόταν η κοινότητα στο σανατόριο. Ειδικά, όμως, τη σκηνή με το γραμμόφωνο και τις ακτίνες X (σ.σ.: ο Μαν ενσωματώνει μια ακτινογραφία στην πλοκή επειδή αντιλαμβάνεται ότι θα είναι ο πρώτος συγγραφέας που το κάνει και επειδή εντυπωσιάζεται από τη μεταφορική εικόνα της ως «φαντάσματος της ψυχής μας»). Στη συνέχεια ήταν η σειρά των «Μπούντενμπροκ» και του «Δρ Φάουστους» για να με καθηλώσουν.Ποια πιστεύετε ότι θα ήταν η υποδοχή του «θάνατος στη Βενετία» εάν κυκλοφορούσε στην εποχή μας, με δεδομένη την ευαισθησία για την παρενόχληση προς ανηλίκους;Οταν ο Μαν έγραψε τη νουβέλα, η ομορφιά και η αίγλη του αγοριού θεωρήθηκε συμβολική. Δεν θα γινόταν αυτό σήμερα. Αυτό που έχει πολύ ενδιαφέρον είναι ότι ο Μαν έγραψε το βιβλίο αμέσως μετά τη δική του επίσκεψη στη Βενετία με τη σύζυγό του Κάτια και τον αδερφό του το 1911. Βρέθηκε εκεί όταν πέθαινε ο Γκούσταφ Μάλερ, κάτι που εξηγεί γιατί ο Ασενμπαχ στην ιστορία προσομοιάζει ακριβώς στον Μάλερ. Η Κάτια Μαν έγραψε αργότερα ότι είχαν δει ένα αγόρι στην παραλία του Λίντο, πολύ όμορφο, το οποίο ο Μαν δεν σταματούσε να κοιτάζει. Ως συγγραφέας, λοιπόν, ήθελε να δραματοποιήσει εκείνη την εμπειρία. Οταν εξέδωσε την ιστορία, κανείς δεν έδειξε να ενοχλείται. Αλλά οι συνθήκες έχουν αλλάξει στην εποχή μας. Σήμερα θα ενοχλούνταν.Φυσικά εσείς δεν κρίνετε τον Τόμας Μανν με σημερινά κριτήρια, κάτι τέτοιο θα ήταν ολισθηρό για έναν μυθιστοριογράφο. Πώς αντιμετωπίζετε τα αιτήματα να «διορθωθούν», για παράδειγμα, τα βιβλία της Αγκαθα Κρίστι ή του Ρόλαντ Νταλ;Νομίζω ότι αυτό που χρειαζόμαστε είναι νέες μεταφράσεις για τα βιβλία του Τόμας Μαν σε κάθε γενιά. Αλλά δεν χρειάζεται να τα ξαναγράψουμε.Σας αρέσει ως θεατή η «ανάγνωση» του Λουκίνο Βισκόντι στον δικό του «θάνατο στη Βενετία»; Αρκετοί κριτικοί επιμένουν ότι το βιβλίο αποτυπώνει καλύτερα τις αποχρώσεις και τις αντιφάσεις σε σχέση με την εστίαση του σκηνοθέτη στο βλέμμα του Ασενμπαχ πάνω στον Τάτζιο.Η ταινία ήταν ένα σοκ εκείνη την εποχή! Θεωρώ ότι σήμερα σχεδόν δεν βλέπεται εξαιτίας της αργής, δυσκίνητης και δυσοίωνης αφήγησης. Πρέπει να πω επίσης ότι έχω αναπτύξει ένα είδος αλλεργίας στο αντάτζιο από την Πέμπτη Συμφωνία του Μάλερ εξαιτίας της ταινίας. Τελικά, μ’ αρέσουν οι παλιότερες ταινίες του Βισκόντι, όπως «Ο Ρόκο και τ' αδέρφια του».Ως χαρακτήρας στο μυθιστόρημά σας ο Τόμας Μαν σπανίως αλλάζει. Αλλάζουν σίγουρα οι ιδέες του για τη γερμανική μοναδικότητα και υπάρχει αυτό το «ηθικό σύννεφο» γύρω του με όλες τις αντιφάσεις της προσωπικότητας. Είναι πάντα καλύτεροι οι περίπλοκοι ήρωες;Οι πολιτικές ιδέες του άλλαξαν ανάμεσα στο 1917 και το 1921. Από φιλομοναρχικός έγινε δημοκράτης. Από εκείνο το σημείο κι έπειτα η στήριξή του στη δημοκρατία έγινε πιο ενεργή. Η πολιτική του αντίληψη, λοιπόν, δεν ήταν όντως σταθερή. Αλλά η καθημερινότητά του ήταν. Εγραφε και δούλευε κάθε πρωί. Ενδιαφερόταν περισσότερο για την προσωπική παρά για την κοινωνική του ζωή. Σε κάποιες πτυχές του ήταν πολύπλοκος. Σε άλλες εντελώς απλός.Του αρέσει επίσης να παρατηρεί. Σχεδόν δεν μιλάει και όταν μπαίνει σε κλειστούς χώρους κοπάζει τους πάντες. Επιδιώξατε μια τέτοια εικόνα: να είναι και να μην είναι ο κεντρικός ήρωας;Λοιπόν, όλοι οι άλλοι ήρωες και ηρωίδες στο μυθιστόρημα μιλούν όντως πολύ - η μητέρα, η σύζυγος, ο αδερφός, τα παιδιά του. Εκείνος παρατηρεί. Δεν είναι θορυβώδης χαρακτήρας. Και, ναι, όπως το λέτε: γίνεται ένα φάντασμα μέσα στο ίδιο του το σπίτι, ακόμη και στη ζωή του. Με ενδιέφερε να δω πόση ενέργεια μπορούσε να δώσει κάτι τέτοιο στο μυθιστόρημα - ένας πρωταγωνιστής που, παραδόξως, είναι παρών και απών ταυτόχρονα.Υπάρχουν πολλές σκηνές με πς ερωτικές σχέσεις του, αλλά καμία σεξουαλική περιγραφή. Εχετε μια δική σας θεωρία όταν γράφετε για σεξ;Ναι! Καμία μεταφορά, καμία παρομοίωση, τίποτε εξεζητημένο. Και πολλές φορές τίποτε αποκαλυπτικό ή «όμορφο». Η σεξουαλική ζωή του Μαν, εν προκειμένω, ξεδιπλωνόταν αρκετά συχνά στα όνειρά του ή ενεργοποιούνταν με το βλέμμα του.Η Κάτια Μαν είναι ένας χαρακτήρας που φαίνεται ότι αγαπάτε ιδιαίτερα. Υποστηρίζει τον άντρα και τα παιδιά της ακόμη και στις σεξουαλικές τους περιπέτειες. Κοντά στο τέλος υπάρχει το επεισόδιο όπου οργανώνει ένα μεγάλο γεύμα με σερβπόρο εκείνον που λαχταρά ο Τόμας...Η Κάτια προερχόταν από μια πολύ μποέμικη οικογένεια στο Μόναχο. Η γιαγιά της υπήρξε μία από τις γνωστότερες φεμινίστριες της εποχής. Ο δίδυμος αδερφός της ήταν ομοφυλόφιλος. Και η ίδια μία από τις πρώτες γυναίκες που σπούδασαν σε πανεπιστήμιο σε ένα επιστημονικό πεδίο. Ηταν ιδιαίτερα ευφυές πρόσωπο, γεμάτη ανεκτικότητα. Οι περιπέτειες της σεξουαλικότητας δεν ήταν κάτι που θα της προκαλούσε κατάπληξη. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, δεν πρόκειται για μια απλή ιστορία: οι Μαν είχαν έξι παιδιά. Και ο ίδιος δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για κάποια άλλη γυναίκα.Οταν ο νεαρός Τόμας πήγαινε στη θάλασσα «πλησίαζε στο νερό, προχωρούσε άκρη άκρη, μια που στην αρχή τον φόβιζε το κρύο, αναπηδώντας στο κάθε κυματάκι, και τελικά αφηνόταν να τον αγκαλιάσει», όπως γράφετε. θα μπορούσε να είναι και ένα μοτίβο για τη στάση του απέναντι στη ζωή;Κι όμως, πρόκειται για μια μικρή αυτοβιογραφική σκηνή! Κάθε καλοκαίρι - εν πάση περιπτώσει, ό,τι μπορεί να είναι καλοκαίρι στην Ιρλανδία - περνούσαμε πολύ χρόνο στην παραλία. Η θάλασσα ήταν πάντα κρύα, αλλά κάθε μέρα εμείς θέλαμε να πάμε για κολύμπι. Το να αφήνομαι στο κρύο νερό ήταν κομμάτι της ζωής μου εκείνη την περίοδο, όπως και των ανθρώπων γύρω μου. Είναι σαν να «χάρισα» εκείνη την εμπειρία στον Τόμας Μαν.Μέχρι ποιο σημείο κατανοείτε έναν συγγραφέα που επεδείκνυε αδιαπραγμάτευτη εμμονή στη γλώσσα και την εξέλιξη του ύφους, ενώ ο κόσμος του κατέρρεε μέσω του πολέμου;Δεν μπορούσε να κάνει κάτι διαφορετικό. Υπήρξε από τους μυθιστοριογράφους που πάντα είχαν να γράψουν ένα βιβλίο, μια ιστορία ή ένα δοκίμιο. Ανεξάρτητα, λοιπόν, από το τι συνέβαινε γύρω του, έπρεπε να δουλέψει. Μπορεί κάτι τέτοιο να φαίνεται παράδοξο ή «ψυχρό», αλλά για εκείνον ήταν φυσιολογικό.Προς το τέλος παραμονεύει ο θάνατος και η επιδίωξη της ομορφιάς. Τα βασικά συστατικά του κεντροευρωπαϊκού μυθιστορήματος, όπως έδειξαν ο ίδιος ο Τ. Μαν και οι σύγχρονοί του μοντερνιστές. Ηταν και μια δική σας τελική χειρονομία προς τους αναγνώστες;Α, ναι, ο θάνατος και το κυνήγι της ομορφιάς. Τι άλλο υπάρχει στο μυθιστόρημα;Learn more
-
Translation Workshop
Μαρία Παπαδήμα | Μεταφράζοντας τις «Άδειες Ντουλάπες» της Maria Judite de Carvalho
This post is only available in Greek.Η Μαρία Παπαδήμα φιλοξενείται στο blog του Ίκαρου, στη στήλη «Το εργαστήρι της μετάφρασης», και μας μιλάει για το μυθιστόρημα της Maria Judite de Carvalho Άδειες Ντουλάπες, ένα από τα σημαντικότερα φεμινιστικά μυθιστορήματα της σύγχρονης πορτογαλικής λογοτεχνίας.Όταν μου προτάθηκε από τις εκδόσεις Ίκαρος να μεταφράσω τις Άδειες ντουλάπες ήταν σαν ένα παλιό όνειρο να έπαιρνε σάρκα και οστά, μια γνώριμη φωνή να με καλούσε από το παρελθόν. Φοιτήτρια στο πανεπιστήμιο της Λισαβόνας, πολλά χρόνια πριν, είχα ανακαλύψει και αγαπήσει την Maria Judite de Carvalho, η οποία είχε ήδη μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, αλλά ήταν εντελώς άγνωστη στο ελληνικό κοινό. Ήταν για μένα μεγάλη τιμή να μεταφέρω τη γραφή της στη γλώσσα μας.Η Maria Judite de Carvalho (1921-1998), από τις πρωτοπόρες συγγραφείς της Πορτογαλίας, μεσουράνησε στο πορτογαλικό λογοτεχνικό στερέωμα στις δεκαετίες του 1960 και 1970, και παρέμεινε ενεργή μέχρι το τέλος της ζωής της, χωρίς πότε η φωνή της να χάσει τη μοναδική γοητεία της. Έγραψε διηγήματα, μυθιστόρημα, ποίηση, θέατρο και διακρίθηκε επίσης ως χρονικογράφος. Ίσως αυτή η τελευταία της ιδιότητα διαχέεται σε όλο της το έργο, μέσα από την παρατήρηση της καθημερινότητας, της μοναξιάς της ύπαρξης, της ζωής των ανθρώπων της διπλανής πόρτας, της συμπύκνωσης, της ακρίβειας της περιγραφής, των αριστοτεχνικών μονολόγων, αυτής της γραφής που συνιστά «μια συνείδηση εν κινήσει», όπως την χαρακτήρισε η κριτική.Κάτω από την ήσυχη, αποστασιοποιημένη και φαινομενικά απλή γραφή της Carvalho κρύβονται δράματα, πρωτίστως γυναικεία, παλιά αλλά και πιο πρόσφατα μυστικά. Μια φράση, κάποιες λέξεις, μερικές αδρές πινελιές -δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπήρξε επίσης ζωγράφος- φανερώνουν στον αναγνώστη τα κομβικά σημεία της ιστορίας, τις εντάσεις, τις αποσιωπήσεις, την υποφώσκουσα έκρηξη, τη λύση του δράματος, τη μοιραία έξοδο.Η ιστορία είναι σαφώς αγκιστρωμένη στον χρόνο και τον χώρο που μπορεί ωστόσο να διασταλεί και να διευρυνθεί: Δεκαετία του ’60, ευρωπαϊκός νότος, πατριαρχική κοινωνία και οικογενειακή καταπίεση, μικρομεσαία αστική τάξη, εργαζόμενες γυναίκες σε επαγγέλματα ήσσονος σημασίας, όνειρα και ελευθερίες που συνθλίβονται κάτω από την ανδρική εξουσία η οποία ασκείται εναλλακτικά από τον σύζυγο, τον εραστή, τον πατέρα ή τον αδελφό.Μεταφράζοντας τις Άδειες ντουλάπες είχα διαρκώς την αίσθηση ότι βρισκόμουν στη μέση μιας λίμνης. Νερά ήρεμα που δεν έπρεπε να ταράξω, αλλά να αποδώσω όσο πιο πιστά το στιγμιαίο τους ρυτίδιασμα, δεν έπρεπε να θολώσω περισσότερο ούτε και να προσπαθήσω να τα κάνω διάφανα, αλλά να κρατήσω ακριβώς αυτή την πυκνότητα που κρύβει από το βλέμμα τον βυθό, αφήνοντάς σε να υποψιάζεσαι την υδρόβια πανίδα και χλωρίδα, την υπόγεια ζωή τους, τις μυστικές παγίδες. Κυρίως δεν έπρεπε να αναζητήσω το στέρεο έδαφος, αλλά να λικνιστώ στον κυματισμό της σχεδόν ακύμαντης γραφής της Maria Judite de Carvalho.Learn more
-
Translation Workshop
Αθηνά Δημητριάδου | Μεταφράζοντας τον «Μάγο» του Colm Tóibín
This post is only available in Greek.Η Αθηνά Δημητριάδου φιλοξενείται στο blog του Ίκαρου, στη στήλη «Το εργαστήρι της μετάφρασης», και μας μιλάει για το νέο βιβλίο του Colm Tóibín, Ο Μάγος, τη μυθιστορηματική βιογραφία του Τόμας Μαν.Βιογραφίες του Τόμας Μαν κυκλοφορούν πολλές. Το γεγονός ότι ο Κολμ Τομπίν επιλέγει το είδος της μυθιστορηματικής βιογραφίας συνδυάζοντας αριστοτεχνικά τα αμιγώς ιστορικά και βιογραφικά στοιχεία με μια μυθοπλασία γλαφυρή και πειστική, είναι μια αλλαγή καλόδεχτη για τους αναγνώστες του Τόμας Μαν, ειδικά για όσους θέλησαν να τον διαβάσουν, αφότου είχαν παρακολουθήσει την εντυπωσιακή μεταφορά του «Θάνατος στη Βενετία» στη μεγάλη οθόνη.Ο Τομπίν, θαυμαστής του Τόμας Μαν από τα νεανικά του χρόνια, έχοντας κατά πάσα πιθανότητα υπόψη του και την προτροπή του συγγραφέα προς τους αναγνώστες του να μη μένουν μόνο σε μία αλλά να αφιερώνουν δύο τουλάχιστον αναγνώσεις στο κάθε έργο του - προτροπή σοφή και διόλου αλαζονική για ένα τόσο πυκνό έργο- αποδύθηκε στην εργώδη προσπάθεια να σκιαγραφήσει τόσο τον ίδιο τον Μαν όσο και την εποχή του με τρόπο προσιτό για τον μέσο αναγνώστη. Αξιοποιώντας μεταξύ άλλων τα ημερολόγια του Μαν και τις αναμνήσεις μελών της οικογένειάς του τον παρουσιάζει όχι μόνον ως συγγραφέα αλλά και ως γιο, αδελφό, εραστή, σύζυγο, πατέρα, ηδονοθήρα και πολιτικό ον με ισχυρές απόψεις, την δε άκρως ενδιαφέρουσα εποχή του, όχι απλώς με τις συνεχείς ανατροπές και ανακατατάξεις της, έτσι όπως οριοθετείται από δύο παγκοσμίους πολέμους, αλλά και με τα ανεξίτηλα αποτυπώματά της στις τέχνες και τα γράμματα.Τον αναγνώστη ίσως αρχικά τον ξενίσει η πιστή μίμηση του ύφους του Μαν, που όμως βαθμηδόν θα τον εξοικειώσει με τον τρόπο γραφής του Γερμανού συγγραφέα. Είναι μια τεχνική που ο Τομπίν έχει χρησιμοποιήσει και στην μυθιστορηματική βιογραφία του Χένρι Τζέημς, (Ο δάσκαλος) μέχρι και στην «αυτοβιογραφία» της Παρθένου Μαρίας (Η διαθήκη της Μαρίας). Είναι από τα στοιχεία που θα του επιτρέψουν να «βυθίσει», κατά την έκφρασή του, τον αναγνώστη στην ιδιωτική σφαίρα των ιστορικών προσώπων, τα οποία αναδημιουργεί με βάση τις λογοτεχνικές του αρχές.Τα όρια της λογοτεχνικής έμπνευσης και της ιστορικής πιστότητας είναι δυσδιάκριτα. Αλλά εδώ έγκειται και η γοητεία του εγχειρήματος του Τομπίν. Το πώς το συγγραφικό έργο του Μαν αναδύεται από τη διάδραση του μύχιου και τις συνταρακτικές αναταράξεις του ταραχώδους 20ου αιώνα.Ένα απόσπασμα:«Στο γραφείο του ο Τόμας είχε την άνεση να επιστρέφει στα βιβλία που αγαπούσε. Πάντως λόγω της αναστάτωσης που είχε προκαλέσει ο πόλεμος του ήταν αδύνατον να δουλέψει το μυθιστόρημά του για το σανατόριο. Αντίθετα, πάλευε με το άρθρο του για το τι σήμαινε ο πόλεμος για τη Γερμανία και για την κουλτούρα της. Ώρες ώρες δυσανασχετούσε που δεν είχε περισσότερες γνώσεις, μια που δεν είχε ασχοληθεί με την πολιτική φιλοσοφία και είχε αδρομερή γνώση της γερμανικής φιλοσοφίας».Learn more
-
Translation Workshop
Χαρά Σκιαδέλλη | Μεταφράζοντας το μυθιστόρημα «Η Κλάρα διαβάζει Προυστ» του Stéphane Carlier
This post is only available in Greek.H Χαρά Σκιαδέλλη φιλοξενείται στο blog του Ίκαρου, στη στήλη «Το εργαστήρι της μετάφρασης», και μας μιλάει για το ιδιαίτερο βιβλίο του Stéphane Carlier, Η Κλάρα διαβάζει Προυστ, για την αντίληψή μας για τη λογοτεχνία αλλά και για το πώς η τελευταία μπορεί να μας αλλάξει τη ζωή, όπως στην περίπτωση της ηρωίδας του βιβλίου.Από την πρώτη στιγμή που έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο του Στεφάν Καρλιέ, με γοήτευσε το θέμα του: μια μεταμορφωτική λογοτεχνική εμπειρία που οδηγεί σε προσωπική χειραφέτηση. Η Κλάρα είναι είκοσι τριών ετών κι όλα μοιάζουν ήδη νομοτελειακά στρωμένα στη ζωή της: ασφαλής δουλειά, στοργική οικογένεια, πολύφερνος γαμπρός, διαμέρισμα και γάτα. Κι ωστόσο, εκείνη βαριέται. Φτάσαμε στο τέρμα; Δεν θα είμαστε ποτέ πιο ευτυχισμένοι; αναρωτιέται. Σύντομα θα διαπιστώσει ότι η απατηλή πληρότητα ήταν απλώς η ηρεμία πριν απ’ την καταιγίδα. Και την καταιγίδα θα προκαλέσει η τυχαία εισβολή του Μαρσέλ Προυστ στον κόσμο της, ενός συγγραφέα δυσνόητου, απρόσιτου, βαρύ.Η κεντρική ιδέα του μυθιστορήματος είναι ακριβώς αυτή η φαινομενική αντίφαση: ένα λογοτεχνικό έργο που φημίζεται ως περίπλοκο κι ανιαρό βγάζει τη νεαρή κομμώτρια απ’ την πλήξη και την αδράνειά της. Η Κλάρα τολμά να ανοίξει τούτο το μυθικό βιβλίο, και ξαφνικά η ύπαρξή της αποκτά νόημα. Ένας νέος δρόμος ξετυλίγεται μπροστά της, που ποτέ δεν τον είχε φανταστεί. Το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο θα σαρώσει τα πάντα στο πέρασμά του, και ξεκινά η παθιασμένη περιγραφή της σχεδόν σαρκικής σχέσης που αναπτύσσει η πρωταγωνίστρια με το έργο.Το βιβλίο του Στεφάν Καρλιέ αγγίζει ευαίσθητες χορδές. Η επαφή με ανεξερεύνητες πτυχές του εαυτού, η πνευματική ώσμωση με έναν συγγραφέα, η ψυχοθεραπευτική κατάδυση σε ένα έργο είναι στοιχεία με τα οποία ταυτίζεται αναπόφευκτα κάθε λάτρης της λογοτεχνίας. Ταυτόχρονα, ανακαλύπτουμε ένα κείμενο αστείο, καθημερινό, απλό στην αφήγηση, διανθισμένο με χιουμοριστικά περιστατικά και ανθρώπινες ιστορίες. Υφολογικά, ο Καρλιέ βρίσκεται στον αντίποδα του Προυστ, και τούτη η αντίθεση καθιστά το μυθιστόρημα ακόμα πιο ενδιαφέρον, γκρεμίζοντας τα στεγανά ανάμεσα σε έναν βιβλιοφάγο κι έναν νεοφώτιστο αναγνώστη.Η Κλάρα διαβάζει Προυστ και βιώνει πρωτόγνωρες απολαύσεις, καταρρίπτει τα στερεότυπα και μεταπηδά σε μια άλλη διάσταση που φάνταζε εντελώς απίθανη μέχρι τότε. Η Κλάρα αλλάζει την αντίληψή μας για τη λογοτεχνία, δείχνοντάς μας πώς η τελευταία μπορεί να γίνει θρυαλλίδα εξελίξεων στη δική μας πραγματικότητα. Κυρίως, η Κλάρα διαβεβαιώνει περίτρανα ότι η ομορφιά δεν είναι προνόμιο ορισμένων, ότι δεν χρειάζονται ιδιαίτερα προσόντα ή σπουδές για να τη διακρίνουμε· μερικές φορές, αρκεί να τολμήσουμε ένα βήμα πέρα απ’ το καθιερωμένο.Learn more