News
News List, News Categories, Events
-
Interviews
«Ο Αριστοτέλη είναι σύγχρονός μας, επειδή είναι διαχρονικός» | Συνέντευξη του Τάσου Αποστολίδη και του Αλέκου Παπαδάτου στην εφημερίδα «Τα Νέα»
This post is only available in Greek.Ο σεναριογράφος Τάσος Αποστολίδης και ο εικονογράφος Αλέκος Παπαδάτος μιλούν στο Βιβλιοδρόμιο και τον Δημήτρη Δουλγερίδη για τη δημιουργία του graphic novel Αριστοτέλης, την εκλαΐκευση, τη νέα γλώσσα των μέσων.Αυτός ο Αριστοτέλης μοιάζει και δεν μοιάζει με τον φιλόσοφο της Ιστορίας. Διδάσκει τις ίδιες έννοιες, αμφισβητεί εξίσου τα άκρα - αναζητώντας παντού τη «μεσότητα» -, μπαίνει στον κύκλο της Ακαδημίας, ιδρύει το δικό του Λύκειο. Την ίδια στιγμή, είναι ανοιχτός στην εκλαΐκευση, δανείζεται το χιούμορ των συνομιλητών του, εισάγει επαγωγικούς συλλογισμούς παρατηρώντας πανέμορφες χορεύτριες, «αποδέχεται» διάφορους αναχρονισμούς, αν οι τελευταίοι συμβάλλουν στην πρόοδο της αφήγησης. Είναι ο «Αριστοτέλης» που έγραψε ο βετεράνος Τάσος Αποστολίδης και εικονογράφησε ο Αλέκος Παπαδάτος (του «Logicomix» και της «Δημοκρατίας») σε μορφή graphic novel - ή «μυθιστορηματική εικονογράφηση», όπως θέλει ο σεναριογράφος. Με αφηγηματικό «οδηγό» τον μαθητή του Θεόφραστο και συνεχή φλας μπακ τα επεισόδια μιας συναρπαστικής ζωής εξελίσσονται από την Αθήνα ως τη Λέσβο, από την Πέλλα και τη Μίεζα ως τους Δελφούς και τέλος τη Χαλκίδα. Ο σεναριογράφος και ο εικονογράφος, που έχουν συνεργαστεί στην εφημερίδα της Θεσσαλονίκης «Εγνατία» το 1982, μίλησαν στο Βιβλιοδρόμιο για τη δημιουργία του κόμικ. Τάσος Αποστολίδης: «Ο Αριστοτέλης είναι σύγχρονός μας, επειδή είναι διαχρονικός»Ποια είναι τα χαρακτηριστικά που, κατά την άποψή σας, μπορούσαν να μεταμορφώσουν εξαρχής τον Αριστοτέλη σε συναρπαστικό ήρωα graphic novel;Η συναρπαστική (άγνωστη) ζωή του. Το 17χρονο ετταρχιωτόπουλο από τα Στάγειρα της Μακεδονίας που κατεβαίνει στην Αθήνα για να σπουδάσει στην Ακαδημία, είχε ήδη διαβάσει τους πρώιμους διαλόγους του Πλάτωνα! Στα είκοσι χρόνια παραμονής του στην Ακαδημία, ως μαθητής και αργότερα ως δάσκαλος, διακρίνεται για τον τρόπο σκέψης, το θάρρος να διατυπώνει τις απόψεις του, τα πολλά επιστημονικά του ενδιαφέροντα, τις έρευνες και την πολυμάθειά του. Ως «μέτοικος» Μακεδόνας στην Αθήνα αντιμετώπισε εκφοβισμούς, απειλές, αυτοεξορίες, αλλά και τιμές που του επιφυλάχτηκαν για το έργο και την προσωπικότητά του.Η συναρπαστική πνευματική του δραστηριότητα. Ο Jonathan Barnes, καθηγητής της Αρχαίας Φιλοσοφίας στα Πανεπιστήμια της Οξφόρδης και της Γενεύης, είπε: «Κανένας πριν από τον Αριστοτέλη δεν είχε συνεισφέρει τόσο πολύ στη γνώση και κανένας ύστερα από αυτόν δεν μπορεί να φιλοδοξεί να συναγωνιστεί τα επιτεύγματά του». Ο Αριστοτέλης μεταμόρφωνε σε φιλοσοφικές θεωρίες τις εμπειρίες και τις πεποιθήσεις τού μέσου ανθρώπου. Στοιχεία που δεν επηρεάζονται από την εποχή, τον τόπο ή την πνευματικότητα των κοινωνιών. Γι’ αυτό οι θεωρίες του έγιναν αποδεκτές από πολλούς διαφορετικούς λαούς, πολιτισμούς και θρησκείες, υπηρέτησαν διαχρονικές ανθρώπινες αξίες και είναι πάντα επίκαιρες.Η αφήγηση ξεκινάει με μια γοητευτική υπόθεση του θεόφραστου και συνεχίζει με ένα φλασμπάκ. Ποιος ήταν ο πυρήνας της έμπνευσης για το πώς έπρεπε να στηθεί και να αναπτυχθεί το graphic novel;Η μυθοπλασία χρειαζόταν έναν αφηγητή. Αυτός βρέθηκε στο πρόσωπο του Θεόφραστου: φίλου, συνεργάτη και συνεχιστή του έργου του Αριστοτέλη στο Λύκειο. Ο Θεόφραστος, με διάσπαρτες σκηνές «παρόντος χρόνου», παράλληλα με τη διδασκαλία, διηγείται στους μαθητές του όσα έμαθε, είδε και έζησε κοντά στον μεγάλο Σταγειρίτη. Αυτές οι διηγήσεις σε φλασμπάκ (σκηνές «παρελθόντος χρόνου») είναι ουσιαστικά το κυρίως έργο. Το σενάριο στηρίζεται σε τρεις άξονες: στη βιογραφία του Αριστοτέλη, στην παρουσίαση των βασικών θεωριών του και στην περιγραφή - με αφηγηματικούς εγκιβωτισμούς - της κοινωνικοπολιτικής κατάστασης της εποχής που, ως ένα σημείο, συνέβαλε στη διαμόρφωση του έργου του φιλοσόφου.Από πότε ξεκινήσατε μια πιο συστηματική έρευνα στη βιβλιογραφία για να φιλτράρετε τις πληροφορίες και να καταλήξετε στο σενάριο;Υστερα από περίπου πέντε χρόνια συνεργασίας με τον Γιώργο Ακοκαλίδη - η δεύτερη μετά τις «Κωμωδίες του Αριστοφάνη» -, το 2012 εκδόθηκε από το Μεταίχμιο η ομηρική μας «Οδύσσεια» σε graphic novel. Ηταν τότε που μου ήρθε η ιδέα να καταπιαστώ με τους Σωκράτη, Πλάτωνα, Αριστοτέλη. Ως το 2016 έψαχνα βιβλιογραφίες, με τη βοήθεια φίλων φιλολόγων, μελετούσα, αλλά δεν είχα ακόμη καταλήξει με ποιον φιλόσοφο ήθελα να ξεκινήσω. Από σύμπτωση το 2016 συμπληρώνονταν 2.400 χρόνια από τη γέννηση του Αριστοτέλη και η UNESCO το ανακήρυξε Επετειακό Ετος Αριστοτέλη. Στο πλαίσιο αυτό, το Διεπιστημονικό Κέντρο Αριστοτελικών Μελετών του ΑΠΘ διορ γάνωσε πλήθος εκδηλώσεων, μεταξύ των οποίων και διαλέξεις από διακεκριμένους αριστοτελιστές από την Ελλάδα και όλο τον κόσμο. Τις παρακολούθησα, γοητεύτηκα μαθαίνοντας ακόμη περισσότερα για τον Αριστοτέλη, το έργο του και κυρίως πόσο πολλά από αυτά που εκείνος πρωτοείπε απασχολούν και σήμερα τις επιστήμες, αλλά και τις κοινωνίες γενικότερα. Τότε αποφάσισα να αρχίσω από τον Σταγειρίτη. Τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς μίλησα για πρώτη φορά για την ιδέα μου στον Αλέκο Παπαδάτο, του οποίου μόλις είχε εκδοθεί η «Δημοκρατία» (Ικαρος), με συνεργάτη τον Αβραάμ Κάουα, και ήταν, ευτυχώς, διαθέσιμος! Ως το 2019 εγώ δούλευα την πρώτη γραφή του σεναρίου και ο Αλέκος έκανε τα πρώτα σχεδιάσματα των χώρων και των χαρακτήρων. Το έργο ολοκληρώθηκε την περασμένη άνοιξη. Στην «ενδεικτική βιβλιογραφία» που υπάρχει στην έκδοση του Ικαρου αναφέρονται 24 ελληνικές και 14 ξενόγλωσσες εκδόσεις που αποτέλεσαν το πολύτιμο πρωταρχικό υλικό μου.Στη σελ. 81 υπάρχει η αναφορά στον πίνακα του Ραφαήλ. Στη σελ. 166, το «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία», θέλατε από την αρχή να συνεχίσετε την ευρηματική παράδοση των κόμικς του Αριστοφάνη με τις χρονικές γέφυρες και τους δημιουργικούς αναχρονισμούς;Ο Αριστοφάνης προσφέρεται για «χρονικές γέφυρες» ακριβώς γιατί τα θέματά του σχολιάζουν την τότε αθηναϊκή πραγματικότητα που έχει πολλές ομοιότητες με τη σύγχρονη εποχή και έτσι δημιουργεί την πρόκληση να τολμήσει κανείς «δημιουργικούς αναχρονισμούς». Με τον Αριστοτέλη τα πράγματα είναι διαφορετικά: η φιλοσοφία μελετάει την πραγματικότητα, αλλά προχωρεί παραπέρα, δηλαδή στο πώς θα μπορούσε ή θα έπρεπε να είναι η πραγματικότητα. Εδώ πρέπει να δοθούν ορισμοί, να αναλυθούν έννοιες, να αναπτυχθούν θεωρίες, ναι μεν με τρόπο απλό και κατανοητό, αλλά - αναπόφευκτα - κάποια στιγμή το κλίμα βαραίνει. Τότε επιστρατεύεται το χιούμορ: η αναφορά στον Ραφαήλ, το γνωστό «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία» ως δελφικό παράγγελμα ή ο «Κύκλος των Χαμένων Στοχαστών», όπως και πολλά άλλα, που ξαφνιάζουν ευχάριστα, ελπίζω, τον αναγνώστη ως κωμικές σφήνες και αποφορτίζουν την κατάσταση!Η «μεσότητα», η φιλοσοφία ως «απαντήσεις στις ερωτήσεις των παιδιών» και φυσικά οι ηθικές αρετές μένουν ως απόηχος όταν τελειώνει κανείς την ανάγνωση. Τι θέλατε να μείνει από τη σκέψη του Αριστοτέλη μετά την αφήγηση;Ο σύγχρονος τρόπος παρουσίασης της φιλοσοφικής σκέψης αναζητά τρόπους ώστε να είναι πιο απλός και φιλικός προς το κοινό και εντοπίζει θέματα που αγγίζουν τον κάθε άνθρωπο στην καθημερινότητά του, ώστε ο καθένας, αν προσπαθήσει, να μπορεί να ανακαλύψει μέσα του έναν μικρό φιλόσοφο. Η φιλοσοφία είναι κατανόηση και γνώση. Ως θεωρία αναζητά την αλήθεια, ως πράξη είναι οδηγός ζωής και ίσως στο τέλος να είναι κι ένα ωραίο ταξίδι για καινούργιες ανακαλύψεις... Και το graphic novel έχει τη δυνατότητα να μας ταξιδέψει!Αν ένας μαθητής Γυμνασίου εξέφραζε τη δυσπιστία του ως προς την ανάγνωση του graphic novel λόγω του «δύσκολου» ονόματος «Αριστοτέλης», τι θα του λέγατε για να πειστεί ότι αξίζει μια προσπάθεια; θα μπορούσε να είναι ο Αριστοτέλης ένας σύγχρονός μας;Θα του έλεγα ότι ο Αριστοτέλης είναι το Internet της αρχαιότητας! Αστειεύομαι!.. Πρέπει πρώτα να δούμε γιατί ο μαθητής θεωρεί δύσκολο τον Αριστοτέλη, όπως και τη φιλοσοφία γενικότερα. Πώς σχημάτισε αυτή την εικόνα και ποιος και τι του την καλλιέργησαν; Η φιλοσοφία επειδή ακριβώς έχει «απαντήσεις στις ερωτήσεις των παιδιών» πρέπει να διδάσκεται, απλοποιημένα, στις πρώτες τάξεις. Να γνωρίσει από μικρό το παιδί τις αρχές (τι είναι αυτό;) και τα αίτια (γιατί αυτό είναι έτσι;) των πραγμάτων, όπως και τι είναι «αγαθό», «αρετή», «ευδαιμονία» κ.λπ., όταν η διαμόρφωση της σκέψης του είναι ακόμη στην αρχή της. Ετσι, μεγαλώνοντας, θα έχει σχηματίσει μια εντελώς διαφορετική εικόνα για τη φιλοσοφία και τους φιλοσόφους. Ο Αριστοτέλης, ως διαχρονικός, μπορεί να χαρακτηριστεί «σύγχρονος». Ολόκληρα τμήματα της φιλοσοφίας του ισχύουν και σήμερα, αποτελώντας οδηγό λύσεων για προβλήματα που συνδέονται με τον καθημερινό τρόπο ζωής. Η τυπική λογική είναι τελείως αριστοτελική, η φιλοσοφία της επιστήμης και του δικαίου στηρίζονται στις δικές του βασικές τοποθετήσεις. Η πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία του Αριστοτέλη είναι σήμερα πιο επίκαιρες από ποτέ. Ενώ η αριστοτελική ηθική έχει αναβιώσει στην εποχή μας και διαθέτει σημαντικούς υποστηρικτές. Η ηθική, άλλωστε, είναι μια επιστήμη από την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να ξεφύγει, ακριβώς γιατί καθημερινά βρίσκεται αντιμέτωπος με ηθικά προβλήματα. Κι εδώ έρχεται η φιλοσοφία για να δημιουργήσει έναν διαφορετικό τρόπο διαχείρισης καταστάσεων και αντιμετώπισης προβλημάτων. Επίσης οι ιδέες του Σταγειρίτη για τη Δημοκρατία, την Πολιτεία, τον Πολίτη, την Παιδεία έχουν σήμερα τεράστιο ενδιαφέρον, καθιστούν τον Αριστοτέλη έναν απόλυτα σύγχρονο στοχαστή και η επαφή μας με το έργο του θα βοηθήσει να οδηγηθούμε σε μια βαθύτερη κατανόηση των προβλημάτων της εποχής μας, ώστε να αντιμετωπίσουμε με επιτυχία τα αδιέξοδα, να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι και πιο αποτελεσματικοί σκεπτόμενοι πολίτες. Αλέκος Παπαδάτος: «Οι χαρακτήρες δεν είναι σκίτσα, είναι αληθινοί άνθρωποι»Από ποιο επεισόδιο ξεκίνησε η εικονογράφηση και πώς δουλεύατε τα διαφορετικά στάδια των φλασμπάκ, τις εναλλαγές χρωμάτων (σέπια, μπλε), τις σημειώσεις που βλέπουμε στο περιθώριο των καρέ;Αποφασίσαμε σχετικά νωρίς να χωρίσουμε το έργο σε δύο μέρη, το παρελθόν με χρώμα σέπια και το παρόν σε μπλε, ώστε να διευκολυνθούμε σε θέματα παρουσίασης του «θεωρητικού» υλικού αλλά και να καδράρουμε και να σχολιάσουμε τα παρελθόντα. Ο Θεόφραστος έγινε ο κεντρικός μας αφηγητής. Είναι αγαπητός στους μαθητές, γνωρίζει καλά το έργο του Αριστοτέλη όπως και τις ιδιομορφίες του χαρακτήρα του. Για να αντιμετωπίσουμε την ανάγκη σε εποπτικά μέσα, τον προικίσαμε με ένα τρίποδο, όπου επάνω του στήνονται πάπυροι σε ρολά, όπως περίπου είχαμε στο σχολείο μικροί. Πιστεύω ότι ο Αριστοτέλης θα το ενέκρινε.Υπάρχει μια εναλλαγή ανάμεσα στη «ρεαλιστική» - ας την πούμε και ζωγραφική απεικόνιση και ενίοτε τη γελοιογραφική, κυρίως με δευτερεύοντες χαρακτήρες. Τι εξυπηρετεί ως προς την απόδοση της αφήγησης;Οι σχεδιαστικές εναλλαγές ύφους δεν γίνονται πάντα συνειδητά αλλά σίγουρα συμφέρουν. Ακόμη και στο υποτιθέμενο «σοβαρό» «Logicomix» και στην ακόμη πιο «σοβαρή» «Δημοκρατία» υπήρχαν αυτές οι εναλλαγές. Στο σενάριο του «Αριστοτέλη» ο Τάσος Αποστολίδης περιέλαβε διαφορετικού ύφους ή, θα έλεγα, διαφορετικής διάθεσης υποενότητες. Πολύ με βόλεψε αυτό. Αν γίνει με τη σωστή δοσολογία, ο αναγνώστης θα απολαύσει το υλικό και θα μπει καλύτερα στο νόημα. Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες ήταν, πράγματι, πάρα πολλοί για ένα κόμικ. Διαβάζοντας το σενάριο την πρώτη φορά μ’ έπιασε τρόμος. Συνειδητοποίησα ότι είχαμε κάπου τριάντα άνδρες, μισοτσίτσιδους, με μούσια και χιτώνες, και κάποιες γυναίκες, όλες με κότσο και μεσάτο φουστανάκι, συν κάποια παιδιά. Εκτός από πολλοί, ήταν και όλοι όμοιοι. Ο θάνατος του κόμικ. Ηθελα λοιπόν να μπορεί ο αναγνώστης μας να τους διακρίνει μεταξύ τους καλά, να τους θυμάται όλους. Ο καλύτερος τρόπος για να το καταφέρεις αυτό είναι να δημιουργηθούν αντιθέσεις αναλογιών σε καθαρά ποσοτικό επίπεδο. Το καρτούν είναι η τέχνη της αναλογίας, που έλεγε ο John Halas.Πού βασίστηκε η εικονογράφηση των βασικών χαρακτήρων; Από πού αντλήσατε ρεαλιστικά στοιχεία και ως ποιο σημείο επιτρέψατε τη δημιουργική αυθαιρεσία;Ο Αριστοτέλης στα ρωμαϊκά αντίγραφα εμφανίζεται πολύ βαρύς. Μοιάζει με άλλους δέκα αρχαίους φιλοσόφους, κι είναι όλοι κάπως σκυθρωποί και άκαμπτοι. Η γλυπτική και το κόμικ είναι ασύμβατα αναπαραστατικά μέσα όσον αφορά τη «μάσκα» των φιλοσόφων. Οι γλύπτες θέλουν την αθανασία κ.τ.λ. Επρεπε να αποδεσμευθούμε από τον εξαναγκασμό, να μείνουμε πιστοί στα μάρμαρα για να γίνει το κόμικ μας ωραίο, με αντίκτυπο. Στο κάτω κάτω, ο Αριστοτέλης του σεναρίου είναι ένας ευαίσθητος άνθρωπος, με το χιούμορ του, τις μανίες του, με τις νευρώσεις του και με μεγάλη καρδιά, γενναιόδωρος. Δεν είναι κανένας ψευτοσοβαρός. Ξεκινήσαμε με τον Τάσο Αποστολίδη να κάνουμε κάποιου είδους casting, με πρόσωπα από την αρχαία ιστορία, τον κινηματογράφο, τα κόμικς κ.ά., αλλά οι χαρακτήρες ήταν τόσο πολλοί που για να βγάλεις άκρη θα χρειαζόμασταν έξι μήνες σχεδίαση μόνο για το character design. Δεν υπήρχε λόγος. Αφέθηκα στον αυτοσχεδιασμό και στο ένστικτο βλέποντας και κάνοντας.Ανεξάρτητα από την ανάπτυξη της φιλοσοφίας τους, ο Αριστοτέλης και οι μαθητές του «συμπεριφέρονται» όντως ως αυτόνομοι ήρωες κόμικ. Ακούγονται οι ιδέες τους, αλλά λείπει ο διδακτισμός. Ηταν κάτι που θέλατε να αποφύγετε εξαρχής;Οπως σε όλα τα είδη fiction και non-fiction, και στο είδος της εκλαΐκευσης υπάρχουν πολλές διαβαθμίσεις. Δυστυχώς, υπάρχουν έργα που απευθύνονται στον αναγνώστη σαν να είναι κανένας καθυστερημένος, άσε που ασυνείδητα αφαιρούντη γεύση κι είναι σαν να τρως φράουλες τον Δεκέμβριο. Στη Βόρεια Ευρώπη η εκλαΐκευση έχει παράδοση αιώνων. Δεν απευθύνεται μόνο σε παιδιά, όπως δυστυχώς σε μας, που επιπλέον τα θεωρούμε σχεδόν όλα καθυστερημένα. Υπάρχουν έργα, και σε μορφή κόμικ, στα οποία έχει πέσει πολλή δουλειά για να μπορέσουν να γίνουν προσβάσιμες έννοιες ζόρικες, που μόνο οι ακαδημαϊκοί αντιλαμβάνονται. Δεν το καταφέρνουν όλοι. Δεν ξέρω αν το καταφέραμε εμείς, είμαι πολύ ταυτισμένος με το υλικό για να κρίνω. Οι ήρωές μας πάντως φτιάχτηκαν με την επιθυμία να είμαστε ειλικρινείς και αυθεντικοί. Αν δεν πιστεύεις στην εικόνα σου, χάθηκες. Για μένα αυτοί οι χαρακτήρες είναι αληθινοί άνθρωποι, δεν είναι σκίτσα.Αν υπάρχει μια «γέφυρα» με τα comic strips στην εφημερίδα «Εγνατία» του 1982, όπου συνεργαστήκατε με τον Τάσο Αποστολίδη, ποια είναι αυτή;Μα, μας συνέδεσε από την αρχή το είδος του χιούμορ του. Το οποίο είναι, για καλή μου τύχη, παλιάς σχολής. Είναι το χιούμορ του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Στον νου μου έρχονται ο Τσιφόρος, ο Σακελλάριος, αυτοί. Υπήρξαν σκηνές μέσα στον «Αριστοτέλη» όπου δεν σκέφτηκα ούτε δευτερόλεπτο πώς θα το στήσω. Ηταν προφανές ότι παίζουμε Κωνσταντάρα, Βογιατζή, Παπαγιαννόπουλο, Αρβανίτη, Χατζηχρήστο, Ηλιόπουλο, Φόνσου, Βλαχοπούλου, Γεωργίτση κ.ά. Μεγαλώσαμε και οι δύο στο ίδιο κλίμα. Εντάξει, βάλε και μια μικρή δόση Αστερίξ, τηρουμένων των αναλογιών.Αν ένας μαθητής Γυμνασίου εξέφραζε τη δυσπιστία του λόγω του «δύσκολου» ονόματος «Αριστοτέλης», τι θα του λέγατε για να πειστεί ότι αξίζει μια προσπάθεια;Θα του έλεγα να το ξεφυλλίσει και αν του αρέσουν οι εικόνες να το βάλει στην άκρη για τις ώρες που το κινητό του έχει ξεμείνει από μπαταρία.Learn more
-
Interviews
Κυριάκος Χαραλαμπίδης: «Ο ποιητής οφείλει να νιώσει βαθιά τι είναι πόνος» | Συνέντευξη στην εφημερίδα «Τα Νέα»
This post is only available in Greek.Ο σημαντικός ελληνοκύπριος ποιητής, Κυριάκος Χαραλαμπίδης, με αφορμή την έκδοση της νεότερης συλλογής του Η νύχτα των κήπων συνομιλεί με τον Δημήτρη Δουλγερίδη στο Βιβλιοδρόμιο της εφημερίδας Τα Νέα.Την ίδια στιγμή που ακούγεται η φωνή του genius loci, την ίδια στιγμή η φωνή αυτή διεκδικεί την απεύθυνση μιας ποίησης οικουμενικής. Καταργώντας τα όρια - και τις ετικέτες - περί κυπριακής εντοπιότητας, «περιφέρειας» και κέντρου. Οι διαχρονικές αναφορές, άλλωστε, του Κυριάκου Χαραλαμπίδη καταδεικνύουν δύο «πόλους» που καταργούν αντίστοιχα διλήμματα: τον Καβάφη και τον Σεφέρη. Μέσα στην πλημμυρίδα της διαχρονίας που περιλαμβάνει από την αρχαία λυρική ποίηση και τον Ρωμανό τον Μελωδό έως τις νέες προσθήκες της καθημερινής γλώσσας που μιλιέται.Οι αναφορές αυτές εντοπίζονται και στη νεότερη ποιητική συλλογή «Η νύχτα των κήπων», που κυκλοφόρησε από τον «Ικαρο» πριν από λίγες ημέρες - αφορμή για τη συνέντευξη που ακολουθεί.Τα ποιήματα που γεννήθηκαν στη «Νύχτα των κήπων» υποδηλώνονται με τη χρονολογία τους. Υπάρχουν, ωστόσο, κάποια που είναι «καταγωγικά» για να στηθεί γύρω τους όλη η συλλογή;Κατ’ αρχάς διευκρινίζω ότι βάζω συστηματικά, σε όλα τα ποιήματα των συλλογών μου, τη χρονολογία σύνθεσής τους. Πιστεύω πως αυτό αποτελεί έναν χρήσιμο δείκτη της εξελικτικής τους πορείας και των θεμάτων που με απασχολούν, ενώ δηλώνεται και η σχετική διαχρονία τους. Ως προς την παρατήρησή σας για την «καταγωγική» γέννηση κάποιων ποιημάτων, αυτό αληθεύει. Το «σώμα» των ποιημάτων επιχειρεί δηλωτικά να αποδώσει ή, ακριβέστερα, να επαληθεύσει, την έννοια του ζωντανού σώματος, αναρυθμίζοντας έτσι και τη λέξη. Υπάρχουν οι πυρήνες - τα κύτταρα, η καρδιά, τα νεύρα, ο εγκέφαλος, ή ό,τι άλλο στοιχείο σωματικό που συνιστά το όλον, ώστε η συλλογή να βαδίζει, να πάλλεται και να αναπνέει. Η αρχική μου πρόθεση ήταν να διαρθρώσω τη συλλογή στα επιμέρους στοιχεία της (πράγμα που έκανα σε άλλα ποιητικά βιβλία μου) κατηγοριοποιώντας την σε αντίστοιχες ενότητες. Θεωρώντας ωστόσο ότι κάθε ποίημά μου - άσχετα βέβαια προς τον θεματικό του κύκλο - μπορεί να υπεισέρχεται στο άλλο, προτίμησα να μείνω πιστός σε αυτή την αλληλοπεριχώρηση. Θέλησα δηλαδή να υποδείξω πως όλα είναι ένα: το κατορθωμένο σώμα των ποιημάτων, και η κεκτημένη γνώση από αυτά, έχει να κάνει με την Ποίηση ως μυστηριώδες ποθούμενο, που εκδηλώνεται ως έκφανση έρωτος, μύθου, ιστορίας, ταυτότητας, ήθους, εγρήγορσης και καλοκαγαθίας αναμίξ.Στο πρώτο ποίημα της συλλογής, τον «Φθόγγο», υποδηλώνεται το πλατωνικό «αίφνης», το δημιουργικό ξάφνιασμα που κεντρίζει τον ποιητή. Αυτή, θα λέγατε, όπ συνεχίζει να είναι η πηγή της δημιουργίας: ο θαυμασμός και η απορία, όπως θέλει ο Αριστοτέλης;«Εν αρχή ην ο λόγος», ο φθόγγος, το φθέγγεσθαι. Ηθελα να δηλώσω ότι με τον λόγο πορεύεται η Ποίηση, δημιουργείται ο Κόσμος. Ο φθόγγος εικονίζεται στα πλάσματα που αντλούν την ύπαρξή τους από αυτό ή προβάλλονται ως αιφνίδια λήψη και λάμψη. Η Ποίηση, θέλω να πω, στηρίζεται στο απροσδόκητο της εικόνας και στο ανάλαφρο του είδους μέσα στη διαφάνειά των πραγμάτων. Ολα αυτά, φυσικά, είναι θεωρητικά. Κάθε ποίημα έχει τον δικό του αρμό και εν τέλει αναζητεί τον αιτιώδη λόγο του.Αν υπάρχει ― χωρίς να είναι απαραίτητο ― μία θεματική που διαπερνά τα ποιήματα, δεν παύει να είναι ο (μνησιπήμων) πόνος: για τον άνθρωπο, τη βία της Ιστορίας, το προσωπικό μαρτύριο που διεγείρουν τη μνήμη. Ο πόνος κάνει καλύτερο έναν ποιητή;Για να καταλάβουμε τον κόσμο πρέπει να πονέσουμε. Η θλίψη πολλαπλασιάζει τη γνώση ή και αντιστρόφως. Ο ποιητής οφείλει να νιώσει βαθιά τι είναι πόνος, και τότε θα αναδυθεί από τη δίκιά του άβυσσο η ομορφιά. Το λέει καλύτερα ο Βαλερύ: «Η ομορφιά είναι πόνος». Ο Σεφέρης, για παράδειγμα, ήταν φορέας (ανατροφέας) μιας τέτοιας διάστασης. Η μνήμη κυριαρχεί στο έργο του, και αυτό τον βοηθάει να σηκώνει το βάρος της προσωπικής του ευθύνης ως χρέος προς τον λαό του και κατ’ επέκταση ως οικουμενική θυσία προς την ίδια την Ποίηση.Τι είδους «ειρωνεία» κρύβεται πίσω από το ποίημα «Κύπρις»; Με την έννοια την καβαφική και, ενδεχομένως, της ειρωνείας απέναντι στην «ανθρώπινη κωμωδία»;Η Κύπρις (Αφροδίτη) αποτελεί για μένα το σύμβολο της Κύπρου, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση παρουσιάζεται ταπεινωμένο. Το πετροβόλημα που κάνω σ’ αυτή τη θεά, στο τέλος του ποιήματος, είναι και ένας απελπισμένος εναγκαλισμός. Η υφέρπουσα καβαφική ειρωνεία επιδιώκει να υπερβεί την οπτική ύλη και να εισέλθει στα ενδότερα σπαρακτικών αληθειών.Σε αρκετές από τις ποιητικές ιστορίες επιλέγετε την ανατροπή: η Παναγία αντιστέκεται όταν της ζητούν να «μην πολυδακρύζει», ο Μίνως παραλύει μπροστά στον Μινώταυρο και ο μύθος ανατρέπεται, ο Ιησούς δακρύζει μπροστά στον Λάζαρο. Είναι η δική σας ποιητική «στάση» και ο τρόπος απέναντι στο μεγαλείο της γλώσσας και της διαχρονίας;Ισως είναι αυτά που λέτε, αλλά το κυριότερο για μένα είναι να βλέπω υπό λοξή γωνία τα εξωτερικά και εσωτερικά δρώμενα του κόσμου, πότε μυθικού και πότε ιστορικού, συνάμα δε και υποθετικού. Λαχταρώ να προσδώσω στα πρόσωπα των ποιημάτων μου μιαν ανθρώπινη ιδιότητα, ακριβώς για να εξοικειώσω τα ανθρώπινα με τα πέραν αυτών, σε μια οντολογική κατάληξη και αποδοχή του μυστηρίου της ζωής και των κρυπτικών αποκαλύψεών της.Ποια ποιητική επιλογή κρύβεται πίσω από το δίστιχο: «ερωδιοί ερώταγαν ερωτικές κιθάρες, τα χρώματα κι αρώματα μύρονταν στους ροδώνες», όπου κυριαρχεί η παρήχηση του υγρού «ρ»;Σήμανση του ρω, «τα ρω του έρωτα», κατ’ ενθύμηση και του Ελύτη. Ηθελα να παίξω με την παρήχηση του ερωτικού ρω, εφόσον στο ποίημα η νοερά συνεύρεση Αχιλλέα και Πενθεσίλειας ευνοούσε το κλίμα. Παράλληλα γινόταν και μια επίδειξη μαστοριάς, αφού ο πειρασμός ήταν μεγάλος να δοκιμάσω δυνάμεις (εννοώ «μ’ όλης της τέχνης τους ηχούς») με βάση χρώματα κι αρώματα, το μύρο και το μοιρολόγι.Το ποίημα «Τ’ αγνοούμενου η κόρη» βασίζεται σε πραγματική ιστορία, όπως γράφετε στις σημειώσεις. Τι έπρεπε να αποφύγετε κατά την ποιητική «μεταγραφή» της;Αν καταλαβαίνω καλά την... απάντησή μου στην ερώτησή σας, θα έπρεπε φυσικά να αποφύγω, όπως και έπραξα, την υπερβολική συγκίνηση, ή, για να το πω διαφορετικά, τη συναισθηματική φουσκονεριά. Μέτρο μου είναι η κλασική συμβουλή του ζωγράφου Ζωρζ Μπρακ, πως η τέχνη έχει χρέος «να διορθώνει τη συγκίνηση». Θέλησα και σ’ αυτή την περίπτωση να το αποδείξω. Φυσικά, τα ίδια τα γεγονότα τυχαίνει κάποτε να στελεχώνουν από μόνα τους ένα ποίημα. Στην προκειμένη περίπτωση ο ποιητής οφείλει να ρυθμίσει το συναίσθημα με τέτοιο τρόπο ώστε να το κάνει βαρύτερο και να προσφέρει στο ποίημα ένα κόσμημα θλίψης μεταφυσικής, που να υπερβαίνει τον πόνο ή έστω να τον καθιστά βαθύτερο και μυστικά ωραιότερο. Εδώ θα πρέπει να προσθέσω ότι, πέρα από τον αφρό της ιστορίας, η ζωή προσφέρεται ως ανταύγεια θείας και τραγικής ουσίας.Πώς προέκυψε η σκηνή στη «Νύχτα που π Κόλλας έκλαψε πικρά»; Προφανώς η μεταφορά υπερβαίνει τη θλίψη της Κάλλας...Η σκηνή δεν είναι φανταστική, εφόσον όντως η Κάλλας μαρτυρεί σε ένα γραπτό της πόσο πόνεσε και έκλαψε, γιατί της ξέφυγε μια νότα στην ερμηνεία κάποιου ρόλου της. Ηθελα λοιπόν να υπογραμμίσω πως η τέχνη είναι αμείλικτη, εφόσον απαιτεί την τελειότητα. Δεν είναι ζήτημα τελειομανίας, αλλά ψυχικού ρευστού και ανάγκης του καλλιτέχνη να αντλεί την εντελέχεια και την αξία του όσο καθίσταται πιστός θεράπων του δικού του εν τέλει προσώπου μέσω της υπέρτατης ποιότητας και της απόλυτης αφοσίωσης σ' αυτό που υπηρετεί. Κατά τα άλλα, σε πολλές από τις συλλογές μου μπορεί κανείς να επισημάνει αυτό που ο Γ. Π. Σαββίδης αποκαλεί «ποίημα ποιητικής». Ουσιαστικά προδιαγράφεται η συναίσθηση ότι δεν γράφουμε μονάχα ένα ποίημα για να εκφράσουμε κάτι, αλλά στοχαζόμαστε παράλληλα τι είναι αυτό και ποιοι συντελεστές το κάνουν να υπάρχει ως προς τον ίδιο τον εαυτό του. Αυτό αποτελεί και μέρος της ευθύνης μας ως προς την τέχνη μας.Πώς φτάσατε στον στίχο «το φειδωλό είδωλο της Ελένης»; Πρέπει να φανταστούμε το άγχος της γραφής που σημειώνει και σβήνει λέξεις μέχρι να βρεθεί η μία πιο ταιριαστή;Θα πρέπει να ξαναδώ το ποίημα για να αντιληφθώ τι εννοώ. Ασχετα προς την απάντησή μου, είναι δεδομένο ότι περνώ τις λέξεις από διάφορα φάσματα και δοκιμάζω πολλές επιλογές για να καταλήξω σε μία που προκρίνω πως είναι αυτή που τη χρειάζεται το ποίημα. Ο Αριστοτέλης στην «Ποιητική» του λέει περίπου ότι δεν είναι αναγκαίο να επιλέγουμε την πιο φανταχτερή (ως λέξη ή ως εικόνα), αλλά να ακολουθούμε με φυσικότητα εκείνο που ταιριάζει. Για να φτάσει κανείς, λέω τώρα εγώ, σε αυτό το σημείο, προαπαιτείται εσωτερική διαύγεια, αυτοπειθαρχία και τόλμη, υπό την έννοια ότι ο χειρισμός των λέξεων είναι και δείκτης προσωπικής νηφαλιότητας. Θα πρόσθετα ακόμα και αγάπης προς τον αποδέκτη, αφού η σχέση πομπού και δέκτη δοκιμάζεται από το χαμόγελο που εκπέμπει ο ποιητής προς τον αναγνώστη. Κοντολογίς, η επιλογή και η χρήση των λέξεών του οφείλει να απορρέει από το ήθος του ποιητή και να δηλώνεται από την ανάσα του, ως αποτέλεσμα και απόσταγμα κατασταλαγμένης γνώσης και αρετής. Θα συνιστούσα ακόμη στον αναγνώστη να χαρεί μαζί μου το παιχνίδι που αναπτύσσεται καθ’ οδόν, όπως για παράδειγμα οι λέξεις «φειδωλό» και «είδωλο», που κλείνουν καθ’ έλξιν το μάτι η μια προς την άλλη, εφόσον τις χωρίζει ή τις ενώνει ένα φι.Διασώζει η ποίηση από μόνη της την τραγικότητα ενός τόπου; Σε ποια Κύπρο φαντάζεστε να διαβάζουν ποιήματα σε 100 χρόνια από τώρα;Σημαδιακή ερώτηση για μελλοντικούς ποιητές και αναγνώστες. Θα πρέπει να μελετηθεί τι είδους ποίηση θα ζητάμε, πράγμα που δεν είναι άσχετο ως προς το τι πατρίδα θα έχουμε και ποιο θα είναι το ζητούμενο για τον ψυχικό εμπλουτισμό και την αποκάλυψη της αλήθειας. Και τι εστίν αλήθεια επιτέλους; Διασώζει άραγε η ποίηση μέρος από αυτήν; Θα είμαστε, ως αναγνώστες του 2122, κάποιοι κι εμείς αριθμοί; Προσθέτει άραγε το βιβλίο μου μια χαραυγή στη «Νύχτα των κήπων» του; Πόση αγωνία χρειάζεται για να διαβούμε τη Νύχτα όχι ως νυχτωδία μελαγχολική, αλλά ως αισιόδοξο τραγούδι; Πόση θλίψη και σθένος θα πρέπει να καταθέσουμε που να διασαλπίζει πως τίποτα δεν χάνεται εφόσον καταγράφεται ως ουσία ζωής και χρέος Μνημοσύνης του παρόντος, για δικαιοσύνη μελλουμένων και πασίχαρο ευαγγελισμό; Αν κάτι θέλει να πει το βιβλίο μου στο ανήριθμον κύμα μιας εξόφθαλμα ιδιοτελούς και παραζαλισμένης παγκοσμιότητας, είναι η εκ νέου επίκληση του ευριπίδειου «νήσος τις έστι», με μοναδικό μαντατοφόρο τον ποιητή και τον κραδασμό της ελληνίδος ψυχής του. Φωτογραφίες: Ρήσος ΧαρίσηςLearn more
-
Interviews
«Ένας δάσκαλος από τη Σμύρνη καλλιεργούσε βάλτους στα Γιαννιτσά» | Συνέντευξη του Θανάση Πέτρου στην Εφημερίδα «Τα Νέα»
This post is only available in Greek. Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Θανάσης Πέτρου στον Δημήτρη Δουλγερίδη για την εφημερίδα Τα Νέα, για την ιστορική στιγμή που οι πρόσφυγες έρχονται στο λιμάνι του Πειραιά, τη «μυθολογία» του Ρεμπέτικου και τις πρώτες συγκρούσεις, με αφορμή το νέο του graphic novel του 1923: Εχθρική πατρίδα.Ποιο ήταν το ερέθισμα για το «1923» και πώς εντάσσεται πλέον στην αφήγηση των δύο προηγούμενων novels, του «Ομηροι του Γκαίρλιτς» και «1922»;Έχοντας μπει στη λογική αυτής της ιστορικής αφήγησης που ξεκίνησα το 2019 δουλεύοντας τους «Ομήρους του Γκαίρλιτς» και συνέχισα με το «1922, το τέλος ενός ονείρου», μου φαινόταν φυσικό συνεπακόλουθο να μείνω στο ίδιο πλαίσιο. Στο τρίτο βιβλίο, ήθελα να δείξω τι ακολούθησε μετά το ναυάγιο του μεγαλοϊδεατισμού, που οδήγησε στη συρρίκνωση της παρουσίας του ελληνικού στοιχείου αποκλειστικά και μόνο στον ελλαδικό χώρο, παρακολουθώντας πάντα το πώς εντάσσονται οι ήρωές μου σ’ αυτόν τον νέο ιστορικό χωροχρόνο.Για να καταλάβουμε τον τρόπο που δούλεψες...: πώς πέρασες από τη βιβλιογραφία και τον Τύπο της εποχής στο σενάριο και από εκεί στο σχέδιο;Ουσιαστικά στην πρώτη φάση της έρευνας, πριν να ξεκινήσω να γράφω το σενάριο, έκανα ένα αναλυτικό χρονολογικό σχεδιάγραμμα των ιστορικών γεγονότων που ήθελα να εντάξω στο βιβλίο, κρατώντας χειρόγραφες σημειώσεις. Πολύ σύντομα συνειδητοποίησα ότι, ενώ η αρχική μου ιδέα ήταν η αφήγησή μου να φτάσει στη δεκαετία του 1930, κάτι τέτοιο θα ήταν ανέφικτο, γιατί θα υπήρχαν πολλά κενά, η προσέγγισή μου θα ήταν πολύ αποσπασματική και επιφανειακή. Επομένως, η αφήγησή μου καλύπτει μια χρονική περίοδο μόλις ενάμιση χρόνου (Σεπτέμβριος 1922 έως Απρίλιος 1924). Το διαφορετικό στοιχείο του «1923» σε σχέση με τα δύο πρώτα βιβλία είναι ότι πλέον δεν υπάρχει ένας αφηγητής, αλλά τα πάντα γίνονται κατανοητά μόνο μέσα από τους διαλόγους και την οπτική αφήγηση. Υπάρχουν βέβαια αφηγήσεις, αλλά όλες γίνονται σε πρώτο πρόσωπο με τη μορφή μαρτυρίας. Ό,τι στοιχεία συγκέντρωσα από τον ημερήσιο Τύπο προσπάθησα να τα εντάξω δομικά μέσα στο σενάριό μου, όμως πάρα πολλά και πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία έμειναν τελικά στο αρχείο μου.Οι ιστορικές πληροφορίες είναι σίγουρα ένα βάρος, αλλά την ίδια στιγμή μπορούν να δίνουν και ελευθερίες για τον σχεδίασμό; Είναι, για παράδειγμα, αληθινά τα περιστατικά με τα κλειδιά του Αϊβαλιώτη και ο πυροβολισμός της γυναίκας από τον Πειραιώτη που του δεσμεύουν το κενό δωμάτιο;Ναι, το περιστατικό του Αϊβαλιώτη που είχε κρατήσει τα κλειδιά του σπιτιού του στο Αϊβαλί για να τα έχει εύκαιρα όταν τελικά θα επέστρεφε, όπως πίστευε, στην πατρίδα του, το βρήκα στη βιβλιογραφία, αλλά σε τελείως διαφορετικό πλαίσιο από αυτό που το παρουσιάζω εγώ, ενώ το δεύτερο περιστατικό, που είναι πολύ σκληρό και άγριο, το «τσίμπησα» από το αστυνομικό ρεπορτάζ εφημερίδας, φυσικά διαμορφώνοντάς το ώστε να λειτουργεί μέσα στο κόμικ. Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση ή δυσκολία πριν ξεκινήσεις καν να σχεδιάζεις;Το τρίτο βιβλίο δεν αφορά στρατιωτικά γεγονότα, οπότε ήταν πλέον απαραίτητο να υπάρχει η γυναικεία παρουσία και η γυναικεία οπτική, χωρίς να είναι απλώς «διακοσμητική». Ήταν σημαντικό, για μένα, όλοι οι νέοι χαρακτήρες, ακόμα και αν κάνουν ένα απλό πέρασμα, αυτά που λένε να έχουν υπόσταση και βάρος. Το γεγονός επίσης ότι, όντας Θεσσαλονικιός, δεν γνώριζα σχεδόν καθόλου την τοπογραφία του Πειραιά, αλλά παρ’ όλ’ αυτά θα έπρεπε, με βάση το φωτογραφικό υλικό της εποχής που είχα συγκεντρώσει, να διατηρήσω, όσο ήταν δυνατόν, μια συνέπεια με τους πραγματικούς χώρους και την ατμόσφαιρα της πόλης, ήταν κάτι που με ζόριζε. Οι χώροι στους οποίους κινούνται οι ήρωές μου δεν ήταν μόνο τα πολυφωτογραφισμένα τοπόσημα της εποχής, όπως το Δημαρχείο του Πειραιά με το ρολόι του, η Κρεμμυδαρού και το πορνείο των Βούρλων που δεν ήταν τουριστικά αξιοθέατα για να τα φωτογραφίζουν τη δεκαετία του 1920. Οπότε, το να δημιουργήσω την κατάλληλη ατμόσφαιρα, με βάση πάντα τη δική μου αισθητική, νομίζω ήταν κάτι που με προβλημάτιζε ιδιαιτέρως.Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του πολιτικού κλίματος που ήθελες να περάσουν στα καρέ; Βλέπουμε στοιχεία από τον στρατιωτικό νόμο έως τα συνδικάτα, τους απεργοσπάστες και διάφορα κινήματα.Τον Σεπτέμβρη του 1922 όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση το κίνημα του Πλαστήρα και των υπόλοιπων στρατιωτικών υπήρχε άμεσος κίνδυνος να ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος και ο στρατιωτικός νόμος που επιβλήθηκε δεν εξομάλυνε ιδιαιτέρως την κατάσταση. Βεβαίως, το φλέγον ζήτημα στο εσωτερικό της χώρας ήταν η διαχείριση των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων που είχαν συρρεύσει και για το οποίο, φυσικά, δεν υπήρχαν μαγικές λύσεις. Στην αφήγηση του βιβλίου εντάσσονται προσφυγικά συλλαλητήρια, συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις, αντικινήματα, απεργιακές κινητοποιήσεις, ενώ στο τέλος φτάνουμε στο δημοψήφισμα για το πολιτειακό ζήτημα. Το κίνημα με επικεφαλής τον Πλαστήρα συμπεριφέρθηκε ιδιαιτέρως σκληρά στα εργατικά σωματεία της εποχής, δημεύοντας τα αποθεματικά τους κεφάλαια, φυλακίζοντας τα προεδρεία τους, ενώ δεν έλειψαν και οι βίαιες συγκρούσεις.Σημασία δίνεις και στον τρόπο με τον οποίο ο ερχομός των προσφύγων «συναντάει» τους ρεμπέτες. Μέσω αυτών άλλωστε θα περάσει στην πολιτισμική μνήμη. Ποιος είναι ο κόσμος του ρεμπέτικου, που αργότερα θα αποδοθεί πιο ρομαντικά;Ο Πειραιάς, ένα μεγάλο πολύβουο λιμάνι, ήταν ούτως ή άλλως εκείνη την εποχή ένας τόπος που συγκέντρωνε κόσμο «αλητεμένο», όπως τον χαρακτήριζε στη βιογραφία του ο Βαμβακάρης. Φασαρίες, τσακωμοί, κλοπές, ληστείες, μαχαιρώματα, δι’ ασήμαντον αφορμήν, χαμαιτυπεία, τεκέδες ήταν μάλλον μια κανονικότητα, κάτι απολύτως φυσιολογικό. Δυστυχώς ή ευτυχώς, ακούγοντας σήμερα το ρεμπέτικο τραγούδι, αυτό το καταπληκτικό νέο είδος αστικής μουσικής που γεννήθηκε στον Πειραιά και κατέκτησε τη δισκογραφία μετά τη δεκαετία του 1930, έχουμε πια δημιουργήσει μια αποστασιοποιημένη, σχεδόν ρομαντική, θα μπορούσα να πω, αντίληψη για την εποχή και τους δημιουργούς του. Στο βιβλίο μου ήθελα να δείξω μια τελείως διαφορετική εικόνα. Οι μάγκες του Πειραιά δεν ήταν παιδιά από σπίτι, ήταν τσογλαναράδες, χαρτοκλέφτες, απατεώνες, νταβατζήδες, πουλούσαν εκδούλευση, γίνονταν τραμπούκοι, μαχαίρωναν και έσφαζαν, χωρίς να το πολυσκεφτούν. Σ’ αυτόν τον κόσμο του λιμανιού, στους τεκέδες και στα καταγώγια του Πειραιά, γεννήθηκε το ρεμπέτικο, ο κόσμος της μαγκιάς ήταν η μήτρα του, άλλο που μπήκε μετά από χρόνια στα σαλόνια. Εγώ, στο «1923», προσπαθώ να δείξω μια όψη αυτού του κόσμου που δεν είναι διόλου «ρομαντική».Προβληματίστηκες για τον τίτλο «Εχθρική πατρίδα» ή αυτή ήταν εξαρχής η επιλογή;Ο τίτλος ακούγεται και είναι αρκετά επιθετικός και με προβλημάτισε μήπως θα έπρεπε να βρω κάτι λίγο πιο στρογγυλεμένο, αλλά τελικά παρέμεινα σε αυτόν. Για να δικαιολογήσω τη χρήση του επιθέτου, απλώς να σημειώσω ότι η υποδοχή των προσφύγων από τους ντόπιους Έλληνες, χωρίς να είμαι απόλυτος, δεν ήταν καθόλου θερμή. Οι ντόπιοι τους αντιμετώπισαν με επιφύλαξη και φόβο, αλλά σταδιακά ένιωσαν ότι απειλούνται από αυτούς. Ένιωσαν εχθρικά απέναντι στους πρόσφυγες, όταν αυτοί μπήκαν στην αγορά εργασίας προσφέροντας τις υπηρεσίες τους σε χειρότερες συνθήκες, με μικρότερα μεροκάματα, όταν γίνονταν απεργοσπάστες, αφού έπρεπε φυσικά να επιβιώσουν. Από την άλλη, το κράτος που κατέταξε τους πρόσφυγες φύρδην μίγδην σε αστούς και σε αγρότες χωρίς να λάβει υπόψη του κανένα κριτήριο, συμπεριφέρθηκε καλύτερα; Όταν έστελνε έναν δάσκαλο από τη Σμύρνη που δεν είχε πιάσει ποτέ τσάπα στη ζωή του να καλλιεργεί τους βάλτους στη λίμνη των Γιαννιτσών και να πεθάνει από ελονοσία, ήταν φιλικό μαζί του;Learn more
-
Interviews
«Είμαστε όλοι ναυαγοί σε αυτή τη γωνιά του πλανήτη που της χαρίστηκε απλόχερα το φως και το νερό» | Συνέντευξη της Ευτυχίας Γιαννάκη στο Ελculture
This post is only available in Greek.Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε η Ευτυχία Γιαννάκη στην Πέπη Νικολοπούλου για το Ελculture, με αφορμή το νέο της αστυνομικό μυθιστόρημα Οι ναυαγοί του Αυγούστου, με πρωταγωνιστή τον Αστυνόμο Χάρη Κόκκινο.Ποτέ κανείς δεν είναι όλα όσα φανερώνει, όλα όσα μοιράζεται και δείχνει. Το παρελθόν συχνά σιωπά μπροστά στη βιτρίνα του παρόντος και η αποκάλυψή του, άλλοτε τυχαία και άλλοτε μεθοδευμένα, μπορεί να ανάψει άσβηστες φωτιές που για χρόνια σιγοκαίνε. Οι Ναυαγοί του Αυγούστου, το νέο βιβλίο της Ευτυχίας Γιαννάκη που κυκλοφόρησε πριν από μερικές εβδομάδες, είναι το τρίτο μέρος της «Τριλογίας του βυθού», με πρωταγωνιστή τον γνωστό πλέον αστυνόμο Χάρη Κόκκινο που έχει βάλει την σφραγίδα του στο ελληνικό νουάρ.Η Ευτυχία Γιαννάκη σε αυτό της το βιβλίο, πλέκει περίτεχνα ένα πραγματικό και ανεξιχνίαστο έγκλημα, την αινιγματική δολοφονία του συγγραφέα Κώστα Ταχτσή στις 27 Αυγούστου 1988 στο σπίτι του στην Αθήνα, με τη δολοφονία του καθηγητή Νομικής Τάκη Πετράκου στο σπίτι του στο Ψυχικό, ένα χαμένο χειρόγραφο αλλά και κυκλώματα παράνομων υιοθεσιών.Μια εξαιρετικά δουλεμένη ιστορία, δίχως κενά, που ξετυλίγεται με αρμονία, «φυτεύοντας» με αξιοζήλευτη μαεστρία τον σπόρο της αγωνίας, και της ανατροπής που σε κάνει να μην θέλεις να αφήσεις το βιβλίο από τα χέρια σου. Ο στοχαστικός της λόγος σε θέματα προσωπικής ευτυχίας και το ζυγισμένο και ευαίσθητο βλέμμα της απέναντι σε κοινωνικές και περιβαλλοντικές πληγές τρυπώνει εύστοχα στην μυθοπλασία που χτίζει, οξύνοντας το νουάρ χαρακτήρα του βιβλίου με την ανθρώπινη διάσταση.Θέλεις να συστήσεις τους «Ναυαγούς του Αυγούστου» στους αναγνώστες μας;Οι Ναυαγοί του Αυγούστου είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που δένει ένα πραγματικό και ανεξιχνίαστο έγκλημα, τη δολοφονία του συγγραφέα Κώστα Ταχτσή με τη δολοφονία ενός Καθηγητή Πανεπιστημίου στην μονοκατοικία του στο Ψυχικό, τριάντα τρία χρόνια μετά. Μυθοπλασία και πραγματικότητα πλέκονται σε ένα κοινό νήμα που ρίχνει τον μεγεθυντικό φακό στην Αθήνα του περασμένου Αυγούστου.Ο αστυνόμος Χάρης Κόκκινος επιστρέφει εσπευσμένα από τις διακοπές του στην Πάρο στη φλεγόμενη Αθήνα, για να βρεθεί αντιμέτωπος με μια περίπλοκη υπόθεση, που ξεδιπλώνεται σαν μια μεγάλη παρτίδα σκάκι. Η μυστική ζωή θυτών και θυμάτων, αλλά και του ίδιου του αστυνόμου, έρχονται στο φως προκειμένου να ξετυλιχτεί το κουβάρι αυτής της υπόθεσης, που τον φέρνει αντιμέτωπο με τον μικρόκοσμο του πανεπιστημίου, με κυκλώματα παράνομων υιοθεσιών, σχέσεις εξουσίας, πάθους και εκδίκησης, στόματα που παραμένουν ερμητικά κλειστά, όταν χρειάζεται να προστατεύσουν το δικό τους μυστικό, και σκιές που κυκλοφορούν στο υπόγειο δίκτυο των αγωγών της Αθήνας.Πώς προέκυψε αυτό το βιβλίο;Σε κάθε βιβλίο υπάρχει ένας πυρήνας που εκρήγνυται και συνήθως δένεται με κάτι πολύ δικό μου. Ενώ είχα αρχίσει να μελετώ την ανεξιχνίαστη υπόθεση της δολοφονίας Ταχτσή που βρίσκεται στον πυρήνα του βιβλίου, συνέβη η μεγάλη φωτιά της Βαρυμπόμπης και του Τατοΐου, σε ένα δάσος με το οποίο με έδεναν δικές μου μνήμες. Η φωτιά τρύπωσε με έναν σαρωτικό τρόπο στην ιστορία, έτσι όπως κατέστρεψε το αγαπημένο μου δάσος. Οπότε λειτουργεί ως σύμβολο σε πολλά επίπεδα μέσα στο βιβλίο. Στη φωτιά, όπως λένε, εύκολα μπαίνεις, αλλά δύσκολα βγαίνεις, ακόμη και όταν σβήσει. Κι αυτό γιατί όσα αφήνει πίσω της, είναι ένα νεκρό πεδίο που δύσκολα επανέρχεται στην προγενέστερη κατάσταση κι αν αυτό συμβεί χρειάζονται δεκαετίες.Το ίδιο συμβαίνει με το έγκλημα και όσα αφήνει πίσω τους στις οικογένειες, στους οικείους, στον περίγυρο θυρών και θυμάτων. Στα αστυνομικά βιβλία σπανίως ασχολούμαστε με αυτό το κομμάτι. Μας απασχολεί η εξιχνίαση και η λύση, η αποκάλυψη του ενόχου. Αλλά από τις συνέπειες ενός εγκλήματος δύσκολα βγαίνει κανείς, ακόμη κι αν βρει τη λύση, όπως συμβαίνει με τη φωτιά. Επιπλέον, υπάρχει πάντα το πάθος, η ανομολόγητη εσωτερική φωτιά που μας σαρώνει αθόρυβα και ορίζει τη μυστική ζωή μας, όπως όρισε τη ζωή των θυμάτων στην ιστορία μου. Θα έλεγα, λοιπόν ότι αυτό το βιβλίο, αν και ολοκληρώνει την «Τριλογία του βυθού», δεν γεννήθηκε από το νερό, αλλά από τη φωτιά. Το νερό υπάρχει ως το μόνο όπλο που έχουμε για να παλέψουμε τη φωτιά και να οδηγηθούμε στην κάθαρση. Οι συνέπειες της φωτιάς όμως μας ακολουθούν πάντα.«Ξετρύπωνε τα βιβλία που είχαν γλιτώσει από τα χέρια τους, γνωρίζοντας πως βιβλία και άνθρωποι έχουν την τύχη που προδιαγράφουν τα χέρια στα οποία πέφτουν». Μια από τις αγαπημένες μου φράσεις στο βιβλίο σου. Μας συναντούν τελικά τα βιβλία εμάς τους ανθρώπους; Υπάρχει μια σιωπηλή κλωστή που μας φέρνει κοντά;Η συνάντηση θέλει τουλάχιστον δυο μέρη και υπάρχει σίγουρα μια ενέργεια που μας έλκει τόσο σε βιβλία, όσο και σε ανθρώπους. Προτιμώ να σκέφτομαι, παρόλο που μπορεί να πέφτω στην παγίδα των αναλύσεων, ότι αυτή η ενέργεια έχει την έδρα της στο κοινό μυστικό που μας συνδέει. Στην πηγαία διάθεσή μας να σκύψουμε με τρυφερότητα στον άλλον και στον εαυτό μας. Ψάχνουμε τις συνδέσεις μεταξύ μας για να νιώσουμε και να βρούμε ένα κάποιο νόημα και νήμα στο ταξίδι.Ένας από τους ήρωες του βιβλίου σου, ο καθηγητής Πετράκος, θεωρούσε πως τα ζώα, η μουσική και το σκάκι, διδάσκουν τις ανώτερες μορφές πειθαρχίας. Ένας συγγραφέας πρέπει να είναι πειθαρχημένος τη στιγμή της δημιουργίας, της γραφής; Εσύ ακολουθείς κάποιας μορφής πειθαρχία στη συγγραφική σου ζωή;Ναι, γράφω με πρόγραμμα και πειθαρχημένα. Από τότε που αποφάσισα να αφήσω τη δουλειά μου στο δημόσιο και την εκπαίδευση, η συγγραφή είναι η κύρια απασχόλησή μου. Οπότε ναι, θα έλεγα ότι πλέον δεν υπάρχει ωράριο, πρακτικά γράφω συνεχώς, ακόμη και όταν σκέφτομαι ή σχεδιάζω μια ιστορία, καθώς δομείται μέσα μου ο πυρήνας, η ατμόσφαιρα, ο μικρόκοσμος της ιστορίας, πριν ακόμη να βάλω την πρώτη λέξη στο χαρτί. Από τη στιγμή που θα συμβεί αυτό, περνούν αρκετοί μήνες που θα ξυπνάω το πρωί και αν αφαιρέσει κανείς κάποιες ώρες ξεκούρασης το μεσημέρι, με βρίσκει η νύχτα μπροστά στο γραπτό και τις εκατοντάδες επανεγγραφές του.Όλες οι ιστορίες σου, εκτός από τον νουάρ χαρακτήρα τους, προβάλλουν υπαρξιακά δράματα αλλά και θέματα ευαίσθητα, ζητήματα της κοινωνικής επικαιρότητας. Στους Ναυαγούς «ξαναζούμε» τις φωτιές. Ποια είναι η πρόθεσή σου; Ταιριάζουν όλα αυτά τα πολυσύνθετα κομμάτια σε ένα νουάρ μυθιστόρημα;Η πλοκή είναι το πρώτο επίπεδο ανάγνωσης στις ιστορίες μου και πρέπει να είναι προσεκτικά σχεδιασμένη, ώστε να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, τον ρυθμό και να έχει όλα αυτά τα στοιχεία της δομής και του σασπένς που χαρακτηρίζουν το αστυνομικό ή το νουάρ. Από εκεί και πέρα αυτό που με ενδιαφέρει δεν είναι η πλοκή ως αυτοσκοπός ή ως μέσο εύκολης διασκέδασης, ανατροπών και εκπλήξεων με άσσους που τραβώ διαδοχικά από το μανίκι. Αλλά ως το κλειδί που θα καθηλώσει τον αναγνώστη στο κοινωνικό σχόλιο, τις ανησυχίες της εποχής σε αυτή τη γωνιά της Μεσογείου και το μυστικό των χαρακτήρων, το βάθος του ανθρώπινου ψυχισμού. Το ταίριασμα όλων αυτών των ψηφίδων και η ισορροπία τους είναι πάντα το μεγάλο στοίχημα, μαζί με το συναίσθημα και το τραγούδι της γλώσσας βεβαίως. Αυτή τη μελωδία που ηχεί στα αυτιά σου όταν κλείσεις το βιβλίο.«Λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά το λεκανοπέδιο, αυτή η πρόχειρη κόλαση από μπετόν, που είχαν σχεδιάσει οι ελάχιστα ευφυείς κάτοικοί του, εξελισσόταν σε ένα αποτελεσματικό μέσο εξόντωσης, αποτελεσματικότερο ίσως απ’ όσο μπορούσε ποτέ να υπολογίσει ο πιο νοσηρός εργολάβος». Απολαυστική τοποθέτηση και μια κραυγή απελπισίας για το αστικό τοπίο. Θέλεις να μου μιλήσεις λίγο για τη σχέση σου με την πόλη;Η πόλη είναι το σπίτι μου, δεδομένου ότι ζω στο κέντρο της Αθήνας. Ο αστικός ιστός με εγκλωβίζει και με απελευθερώνει ταυτόχρονα. Ας μη γελιόμαστε η Αθήνα είναι μια σκληρή πόλη για τους κατοίκους της, αλλά ταυτόχρονα παραμένει γοητευτική μέσα στο χάος της. Μεγαλώνοντας βεβαίως έλκομαι όλο και περισσότερο από την επαφή με τη φύση, το δάσος, τα ζώα ή το άδειασμα που μπορεί να προσφέρει ένας βράχος στην καρδιά του Αιγαίου. Το ανθρώπινο μέτρο που συναντά κανείς για παράδειγμα στις Κυκλάδες, οικιστικά, αλλά και στον ρυθμό της καθημερινότητας, είναι κάτι που σε κάνει να αναρωτιέσαι για την ψυχική σου υγεία, καθώς επιστρέφεις με το καράβι στο λιμάνι του Πειραιά από τις διακοπές. Αλλά επιστρέφεις.Σε όλα τα βιβλία σου, η θάλασσα και τα ελληνικά νησιά πρωτοστατούν στο σκηνικό. Υπάρχει μια ιδιαίτερα αγάπη με αυτά, με το φως του ήλιου, με το μπλε της θάλασσας ή υπάρχει κάτι άλλο βαθύτερο;Το βαθύτερο είναι αυτό που μας δένει μάλλον με τον πυρήνα της ύπαρξης, της αιώνιας επανάληψης, της ανακύκλωσης, του υγρού στοιχείου που μας φέρνει και μας συντηρεί στη ζωή. Είμαστε περαστικοί και η ζωή είναι ένα ταξίδι από το οποίο κανείς δεν βγαίνει ζωντανός, όπως μου αρέσει να επαναλαμβάνω. Είμαστε η εξαίρεση των ζωντανών στον μεγάλο κανόνα των νεκρών που προϋπήρξαν για να μας χαριστεί αυτή η ομορφιά. Είμαστε, λοιπόν, όλοι ναυαγοί σε αυτή τη γωνιά του πλανήτη που της χαρίστηκε απλόχερα το φως και το νερό.Έχεις πλέον ως συγγραφέας ταυτιστεί με το νουάρ ακόμα και στις προτάσεις σου για παιδιά. Μίλησέ μας λίγο για αυτή την σχέση. Πώς ξεκίνησε, και πώς τη βλέπεις να εξελίσσεται;Η παιδική μου σειρά μυστήριου, οι Πιτσιμπουίνοι και οι περιπέτειές τους στο φανταστικό νησί Πίτσι Πίτσου που εικονογραφεί η Σοφία Τουλιάτου, είναι ένας ζωηρός κόσμος χαράς, περιπέτειας, λογικής και συναισθηματικής εξερεύνησης που συνδέεται με την δική μου παιδική ηλικία. Στις αστείες αφηγήσεις που σκάρωνε η μητέρα μου εγώ και ο αδερφός μου ήμαστε οι Πιτσιμπουίνοι της. Κάπως έτσι γεννήθηκε αυτό το κουκούλι των παιδικών αφηγήσεων που είναι αρκετά προστατευμένο, αλλά και ελεύθερο, ανοιχτό στη ρευστότητα της παιδικής φαντασίας, σχεδιασμένο ώστε να αφαιρεί τον φόβο από το μυστήριο.Τα παιδιά από τριών χρονών βουτούν σε αυτόν τον κόσμο που είναι γεμάτος χιούμορ και χρώμα με τις όποιες αποσκευές τους και βγαίνουν με νέες αποσκευές. Σε κάποια τσέπη τους έχει τρυπώσει πλέον το μυστήριο ως ένα μέρος της μαγείας και της περιπέτειας του κόσμου που τους περιμένει. Όπως τρύπωσαν κάποτε μέσα μου οι αφηγήσεις τις δικής μου μητέρας. Οι Πιτσιμπουίνοι είναι ο παράδεισος της δικής μου παιδικής ηλικίας που μπήκε στο χαρτί.Αν ερχόμουν σπίτι σου σήμερα, ποιο βιβλίο θα έβρισκα δίπλα στο κρεβάτι σου;Το επόμενο βιβλίο μου. Σε ένα μπλε σημειωματάριο.Ποιος ο αγαπημένος σου προορισμός για τον Αύγουστο;Το φως και η θάλασσα των Κυκλάδων. Τον Ιούλιο. Τον Αύγουστο ναυαγώ συνήθως στην Αθήνα και ξεκινώ να γράφω εντατικά το νέο μου βιβλίο. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι αγαπημένος προορισμός του Αυγούστου παραμένουν μάλλον τα βιβλία και η ησυχία της άδειας πόλης.Learn more