News
News List, News Categories, Events
-
Interviews
Guadalupe Nettel: «Πρέπει να μιλήσουμε για τη μητρότητα»
This post is only available in Greek.Η μεξικανή συγγραφέας, που υπήρξε υποψήφια για βραβείο Booker 2023, αποδομεί το πιο ιερό ταμπού της πατριαρχικής κοινωνίας. Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε στη Μαριλένα Αστραπέλλου και το περιοδικό BHMAgazino, με αφορμή το βιβλίο της Η μοναχοκόρη (μετάφραση: Νάννα Παπανικολάου).Μπορεί μια γυναίκα να επιλέξει να μη γίνει μητέρα; Μπορεί μια άλλη να διαλέξει να μη μεγαλώσει το παιδί της επειδή δεν δύναται αλλά ακόμα και επειδή μπορεί να μη θέλει; Τι είναι μητρότητα και ποιες μορφές μπορεί να πάρει τελικά; «Ο ρόλος της λογοτεχνίας δεν είναι να δίνει απαντήσεις αλλά να θέτει τις ερωτήσεις» θα πει η Γουαδαλούπε Νέτελ στη μεταξύ μας επικοινωνία όταν συνδεόμαστε για να μιλήσουμε για το βιβλίο της Η μοναχοκόρη, το οποίο την έφερε στη βραχεία λίστα για το Booker 2023.Mια λογοτεχνία που αναδεικνύει δίχως να υποδεικνύει, που δίνει τροφή για σκέψη αφήνοντας στις αναγνώστριες/ες τον χώρο έστω να αποπειραθούν να βγουν από τη ζώνη ασφαλείας των παγιωμένων πεποιθήσεών τους. Δεν είναι πάντα εύκολο από τη στιγμή που ένας βασικός άξονας πλοκής σε αυτό το βιβλίο με τους πολλούς γυναικείους χαρακτήρες και τις επιλογές ζωής τους να το διατρέχουν σε κεφάλαια, είναι η περίπτωση μιας γυναίκας που φέρνει στη ζωή ένα μωρό με μικροκεφαλία και λειεγκεφαλία, γενετικές διαταραχές που δεν επιτρέπουν τη φυσιολογική ανάπτυξη και μελλοντική ανεξαρτησία του παιδιού. Η Νέτελ καταγράφει όλη την πορεία αυτής της γυναίκας από τα χαρμόσυνα νέα της εγκυμοσύνης, στα δυσάρεστα της ιατρικής κατάστασης του μωρού, τα ηθικά διλήμματα και την τελική αποδοχή που δεν επέρχεται δίχως μεγάλη βάσανο. «Έχουμε τα παιδιά που έχουμε και όχι αυτά που φανταστήκαμε ή θα θέλαμε να έχουμε και με αυτά μας μέλλει να πορευτούμε» λέει ο χαρακτήρας μιας άλλης γυναίκας στο βιβλίο, και με αυτή την παραδοχή και συμφιλίωση δημιουργεί τελικά ένα σκηνικό αισιοδοξίας.H Nέτελ άντλησε υλικό από την περίπτωση μιας φίλης της – της Αμέλια, στην οποία είναι αφιερωμένο το βιβλίο – η οποία έζησε αυτή την εμπειρία μητρότητας: έγινε μητέρα ενός παιδιού που δεν θα αναπτυχθεί πλήρως και θα είναι για πάντα εξαρτημένο από εκείνη.«Της ζήτησα βεβαίως την άδεια για να το κάνω αυτό, το σκέφτηκε και μου την έδωσε» θα πει η Νέτελ. «Είναι ένα άτομο διακριτικό, εσωστρεφές, δεν μοιράζεται τη ζωή της στα κοινωνικά δίκτυα όπως κάνουν άλλες φίλες μου. Το αποφάσισε γιατί ήθελε να αποκτήσει ορατότητα η εμπειρία της, η οποία δεν είναι μόνο προσωπική. Είναι πολλές οι οικογένειες που έχουν βιώσει ή βιώνουν κάτι αντίστοιχο και δεν αισθάνονται καθόλου άνετα να μιλήσουν για αυτό. Μιλήσαμε εκτενώς για την ιστορία της και πίστευα ότι όλο το βιβλίο θα μπορούσε να βασιστεί επάνω της, στο πώς κατάφερε να μετατρέψει μια τραγωδία σε κάτι όμορφο και ουσιαστικό». Στην πορεία όμως οι «φωνές» που άκουγε εντός της αλλά και εκτός την έκαναν να διευρύνει τις θεματικές της. Για παράδειγμα, η αφηγήτρια στο βιβλίο είναι μια γυναίκα ορκισμένη να μη γίνει μητέρα, φτάνει μάλιστα στο σημείο να κάνει απολίνωση σαλπίγγων προκειμένου να το αποτρέψει. Ακραίο; Ποιος έχει το δικαίωμα να το αποφασίσει; «Οταν μια γυναίκα λέει: “Δεν θέλω να είμαι μητέρα, θέλω να διατηρήσω την ελευθερία μου και τη ζωή μου ακριβώς όπως είναι και να έχω το δικαίωμα να το κάνω” θεωρείται πρόβλημα, ότι πράττει κάτι άδικο και εγωιστικό. Βλέπουμε ότι επικρατεί μια αντιδραστικότητα και μια οπισθοχώρηση της γυναικείας απελευθέρωσης και των δικαιωμάτων τους, ιδίως στις κοινωνίες της Λατινικής Αμερικής. Όμως και στις ΗΠΑ βλέπουμε πλέον ότι οι αμβλώσεις απαγορεύονται σχεδόν σε κάθε Πολιτεία. Ήθελα να συμπεριλάβω την εμπειρία μιας γυναίκας που είναι πολύ διαφορετική από τη δική μου, καθότι είμαι μητέρα δύο παιδιών, να έχω μια αφηγήτρια που προβληματίζεται πάνω στην επιλογή της μητρότητας και κατά πόσο μπορεί να αποστασιοποιηθεί από την εμπειρία της αυτή».Μάνα είναι μόνο μία;H μαχητική ηρωίδα θα διαπιστώσει τελικά ότι είναι δύσκολο να μείνει μακριά όταν έρχεται αντιμέτωπη με την περίπτωση ενός παιδιού που έχει ζήσει ενδοοικογενειακή βία και χρειάζεται μια μητρική καθοδήγηση, έστω προσωρινή, όταν η μητέρα του αδυνατεί να του την παράσχει. Η περίπτωσή του δίνει το έναυσμα στη Νέτελ να μιλήσει για «άλλο ένα ταμπού δεκαετιών στις πατριαρχικές κοινωνίας για το οποίο κανείς δεν μιλούσε», όπως και για τις μαζικές πορείες διαμαρτυρίας γυναικών στην Πόλη του Μεξικού, πρωτεύουσα μιας χώρας όπου γίνονται κατά μέσο όρο έντεκα γυναικοκτονίες καθημερινά.«Όταν έκανα τα παιδιά μου το μόνο που άκουγες ήταν ότι η μητρότητα είναι το καλύτερο κομμάτι στη ζωή μιας γυναίκας, ότι μόνο τότε ολοκληρώνεται και βρίσκει έναν σκοπό στη ζωή. Προσωπικά, είχα την εμπειρία της μητέρας μου η οποία μου μετέφερε ιστορίες για το πόση κούραση και εγκατάλειψη μπορεί να νιώσεις πολλές φορές όταν γίνεσαι μητέρα. Εκείνη με είχε κάνει μικρή, στα 24 της, αλλά ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές της, να κάνει διδακτορικό, να ταξιδέψει, ενώ ταυτόχρονα ήταν και μόνη της, γιατί ο πατέρας μου δεν ήταν παρών για πολλά χρόνια. Για μία διετία λοιπόν με μεγάλωνε η γιαγιά μου και όταν εκείνη αρρώστησε ανέλαβε μια αδελφή της μητέρας μου, η οποία επίσης συμμετείχε στην ανατροφή μου. Μετά είχα μια δασκάλα στο δημοτικό που ήταν εκείνη η οποία αντιλήφθηκε την αγωνία που βίωνα στο σχολείο εξαιτίας ενός προβλήματος στα μάτια μου και έγινε ένα είδος θετής μητέρας για εμένα. Είχα λοιπόν τρεις θετές μητέρες εκτός από τη βιολογική μητέρα μου, οπότε δεν πιστεύω ότι η μητέρα είναι μόνο μία. Όλες και όλοι μας έχουμε γυναίκες στο περιβάλλον μας που αναλαμβάνουν έναν σημαντικό ρόλο στο μεγάλωμα και στην ανατροφή μας, πάντα φροντίζουμε παιδιά άλλων γυναικών και πάντα υπάρχουν γυναίκες που μας βοηθούν να φροντίσουμε τα δικά μας. Υπάρχει και το ρητό που λέει: “Χρειάζεται ένα χωριό για να μεγαλώσει ένα παιδί”. Σήμερα στο Μεξικό υπάρχουν πολλές γυναίκες που αποφασίζουν να μη μεγαλώσουν τα παιδιά τους και τα δίνουν στις μητέρες τους. Είναι πολλές οι γιαγιάδες που μεγαλώνουν παιδιά σε αυτή τη χώρα ενώ οι μητέρες δουλεύουν κάπου μακριά και επισκέπτονται τα παιδιά ή ξαναπαντρεύονται. Χρειάζεται πολύ κουράγιο για να κάνεις κάτι τέτοιο, γιατί δεν πρόκειται για γυναίκες που είναι απελπισμένες και δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς».Όταν το παιδί το φέρνει ο κούκος και όχι ο πελαργόςΣτο βιβλίο γίνεται κυριολεκτική αναφορά και στον «παρασιτισμό του γόνου», μια συνήθεια που έχει ο κούκος να τοποθετεί τα αβγά του σε φωλιές ξένων πουλιών, εκτοπίζοντας τα ήδη υπάρχοντα, μέσα από μια υποπλοκή που περιλαμβάνει την «κατάληψη» του μπαλκονιού μιας ηρωίδας από δύο περιστέρια που χτίζουν εκεί τη φωλιά τους.«Το ζωικό βασίλειο πάντα μπαίνει με κάποιον τρόπο στα βιβλία μου. Διάβαζα πώς μεγαλώνουν τα μικρά τους τα διαφορετικά είδη και αυτό που ανακάλυψα αναφορικά με τα θηλαστικά είναι ότι όταν είναι ελεύθερα στη φύση είναι μια ομαδική διαδικασία. Μόνο σε συνθήκες αιχμαλωσίας αναλαμβάνει αποκλειστικά η μητέρα-θηλαστικό το μεγάλωμα του μικρού της. Οπότε είπα στον εαυτό μου ότι είμαστε κι εμείς σε μια αντίστοιχη συνθήκη, γιατί η σύγχρονη κοινωνία προσδοκά να μεγαλώνουμε μόνες μας τα παιδιά μας. Είμαστε αιχμάλωτες της βιομηχανοποιημένης καπιταλιστικής κοινωνίας. Διαβάζοντας τις στρατηγικές ανατροφής στο ζωικό βασίλειο έμαθα για την ιστορία του κούκου και σκέφτηκα ότι ταίριαζε στο βιβλίο μου. Είχα αρχίσει να γράφω ένα βιβλίο για τη μητρότητα και ξαφνικά δύο περιστέρια εμφανίστηκαν στο μπαλκόνι μου, έκαναν φωλιά και όταν βγήκε το μικρό τους από το αβγό δεν είχε καμία σχέση με τους γονείς του. Όμως εκείνοι δεν έδωσαν καμία σημασία και το μεγάλωσαν ως δικό τους, οπότε σκέφτηκα να συμπεριλάβω και αυτή την ιστορία. Για αυτό υπάρχουν τόσο πολλές θεματικές στο βιβλίο. Έχτισα την πλοκή όπως χτίζεις μια φωλιά. Έφερα διαφορετικά φύλλα και μικρά κλαδάκια».Από τη Χέτι, στην Ερνό και στη ΣράιβερΔεν υπάρχουν πολλές γυναικείες φωνές όπως αυτές που εμφανίζονται στη λογοτεχνία της Νέτελ ως φορείς αποδόμησης των ιερών ταμπού της πατριαρχικής κοινωνίας. «Οι γυναικείοι χαρακτήρες είναι μητέρες, παιδιά ή υποψήφιες μητέρες» όπως θα πει. Eξ ου και όταν γράφονται κείμενα για το βιβλίο της γίνονται αναφορές στην Καναδή Σίλα Χέτι και το «Motherhood», ένα βιβλίο για το «να γίνεις ή να μη γίνεις;» και στην Αμερικανίδα Πατρίσια Λόκγουντ και το «Κανείς δε μιλάει γι’ αυτό» (εκδ. Ψυχογιός), στο οποίο όλα ανατρέπονται από τη γέννηση ενός παιδιού με μια σοβαρή ασθένεια. Είναι δύσκολο να μη σκεφτείς και τη Λάιονελ Σράιβερ με το «Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν» (εκδ. Μεταίχμιο) και την εμπειρία μιας μητρότητας που δεν είναι καθόλου ονειρεμένη. «Ναι, η Σράιβερ είναι καταπληκτική, όπως και η Ανί Ερνό, η οποία έγραφε για αυτά τα θέματα πριν από χρόνια, όταν κανείς δεν ήθελε να ακούσει. Στο “Frozen Woman” (1981) περιγράφει με μοναδικό τρόπο την αίσθηση του να αισθάνεσαι παγιδευμένη στον ρόλο της μάνας ενώ ταυτόχρονα λατρεύεις τα παιδιά σου. Υπάρχει και η Xιλιανή Λίνα Μερουάνε, η οποία έγραψε το δοκίμιο “Contra los hijos / Against the Kids”, ένα κείμενο που δεν είναι εναντίον των παιδιών, αλλά πρόκειται για μια κριτική ματιά πάνω στις μη ρεαλιστικές προσδοκίες της εποχής μας αναφορικά με τη μητρότητα. Αναπαράγεται το ιδανικό της τέλειας μάνας, κάτι που είναι πολύ δύσκολο να φτάσεις ό,τι και να κάνεις».Learn more
-
Interviews
Colm Tóibín: «Αν ο Μαν έγραφε τον “θάνατο στη Βενετία” σήμερα, θα ενοχλούσε»
This post is only available in Greek.Ο σημαντικός ιρλανδός συγγραφέας μιλά στον Δημήτρη Δουλγερίδη και την εφημερίδα «Τα Νέα» για το νεότερο μυθιστόρημά του Ο μάγος, με έμπνευση από τη ζωή του Τόμας Μαν. Διαβάστε όσα συζήτησαν.Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Κολμ Τομπίν, από τους σημαντικότερους συγγραφείς στη σύγχρονη ιρλανδική λογοτεχνία, εισέρχεται στην ολισθηρή περιοχή όπου το μυθιστόρημα αντλεί υλικά από τη βιογραφία. Το 2004 ο λογοτεχνικός «ήρωάς» του ήταν ο Χένρι Τζέιμς στο «Master» (που πέρασε στα ελληνικά ως «Δάσκαλος» από τις εκδ. Ωκεανίδα το 2007). «Μερικές φορές τις νύχτες έβλεπε όνειρα με νεκρούς - οικεία πρόσωπα και άλλα μισοξεχασμένα, που εμφανίζονταν φευγαλέα». Με τη φράση αυτή ξεκινούσε εκείνο το βιβλίο, όπου ο Τομπίν κάλυπτε σε έντεκα κεφάλαια μια πενταετία από τη ζωή του Τζέιμς (1895-1899), κατά την οποία γινόταν αυτό που ήταν: ένας δάσκαλος της μυθιστορηματικής γραφής. «Η μητέρα του περίμενε στον επάνω όροφο ενόσω οι καλεσμένοι παρέδιδαν παλτά, κασκόλ και καπέλα στους υπηρέτες». Στο γερμανικό Λίμπεκ του 1891 ξεκινάει ο «Μάγος», το νεότερο μυθιστόρημα του Τομπίν για τον Τόμας Μαν, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδ. Ικαρος, στη βαρύνουσα και ταυτόχρονα ρέουσα μετάφραση της Αθηνάς Δημητριάδου. Εδώ ο γερμανός κορυφαίος συγγραφέας είναι ένας άνθρωπος με πολλές ιδιότητες: σύζυγος, εραστής, ηδονοθήρας και ηδονοβλεψίας, πατέρας, πατριώτης και δημοκράτης. Η σεξουαλικότητα και η ιδιωτικότητα δίνουν μάχη με τη γονεϊκότητα και τη δημόσια εικόνα. Πάνω απ’ όλα, ωστόσο, κυριαρχεί η αγωνία της γραφής ενός «μάγου».Σε μυθιστορηματικές βιογραφίες όπως ο «Μάγος» υπάρχει πάντα η αναζήτηση των αναγνωστών για το τι είναι αλήθεια. Πώς το αντιμετωπίσατε κατά τη διάρκεια της συγγραφής;Σε κάθε περίπτωση τα γεγονότα είναι ο σκελετός και είναι πάντα απαραίτητα. Οταν γράφω στο μυθιστόρημα ότι ο Τόμας Μαν βρισκόταν στο Μόναχο τον τάδε μήνα ή τον τάδε χρόνο, προφανώς πρέπει να ισχύει. Εάν γράψω ότι είχε έξι παιδιά, προφανώς τόσα πρέπει να είχε. Αλλά οτιδήποτε άλλο ανάμεσα στα γεγονότα είναι μυθοπλασία και ψευδαίσθηση. Τα χρειάζομαι, λοιπόν, για να λειτουργήσει η ψευδαίσθηση. Θα μπορούσα να έχω επινοήσει ένα καινούργιο όνομα για τον κεντρικό χαρακτήρα, αλλά από τη στιγμή που τον αποκαλώ Τόμας Μαν, έχω την υποχρέωση να μείνω πιστός στα βασικά γεγονότα. Στο μεγαλύτερο κομμάτι του, πάντως, το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται στην ιδιωτική σφαίρα των ηρώων και χρέος μου είναι να «βυθίσω» σε αυτήν τον αναγνώστη με τρόπο αποτελεσματικό, ώστε να πάψει να αναρωτιέται τι είναι αληθινό και τι όχι.Ποιες είναι οι ομοιότητες και οι διαφορές ανάμεσα στον «Μάγο» και τον «Δάσκαλο», το παλιότερο μυθιστόρημά σας για τον Χένρι Τζέιμς;Ο Χένρι Τζέιμς έζησε μια άνετη ζωή, την οποία διέκοψε ο πόλεμος (σ.σ.: εννοεί τον Λ’ Παγκόσμιο, με το ξέσπασμα του οποίου ο συγγραφέας σταμάτησε τα ταξίδια μεταξύ Αγγλίας - ΗΠΑ παραμένοντας στην πρώτη). Και η ζωή του Τόμας Μαν άλλαξε ολοκληρωτικά μετά τον Α’ Παγκόσμιο και την άνοδο του Χίτλερ. Στην περίπτωση του Τζέιμς, εξάλλου, μπορούσα να χρησιμοποιήσω τη λειτουργία της μνήμης και τη μέθοδο του φλασμπάκ για μια μικρότερη χρονική περίοδο. Η ιστορία του αφορούσε λίγο-πολύ την προσωπική του ζωή. Στην περίπτωση του Μαν έπρεπε να επεκταθώ σε ένα μεγαλύτερο διάστημα -ουσιαστικά το διάνυσμα της ζωής του. Ετσι τα σημαντικά δημόσια γεγονότα φαίνεται να συμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο. Ενώ ο Τζέιμς έζησε «εκτός Ιστορίας», ο Μαν έκανε το αντίθετο.Μία από τις σημαντικές πηγές στο μυθιστόρημα είναι τα ημερολόγια του Μαν. Τι είδους άνθρωπο αποκαλύπτουν; Γιατί αποφάσισε να αποσφραγιστούν 20 χρόνια μετά τον θάνατό του;Ο Τόμας Μαν ήθελε να γίνει διάσημος. Γι’ αυτό και ξεκίνησε το γράψιμο. Από την άλλη, ήθελε ή είχε ανάγκη να αποκρύπτει πράγματα. Η μυθοπλασία δεν είναι ποτέ ευθύβολη ούτε διακρίνεται για την «ειλικρίνειά» της. Το ίδιο ισχύει και για τα ημερολόγια. Ο άνθρωπος που αναδύεται εκεί είναι ομοερωτικός και περισσότερο ανήσυχος από το δημόσιο πρόσωπο της πραγματικότητας. Τα ημερολόγια, ωστόσο, είναι ημιτελή και αποσπασματικά. Νομίζω ότι γνωρίζουμε περισσότερα για τον Μαν σε ορισμένες από τις ιστορίες που έγραψε, στους «Μπούντενμπροκ» και πιθανότατα το «Δρ Φάουστους».Ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο του Τόμας Μαν που διαβάσατε και ποια εντύπωση κρατάτε;Ηταν το «Μαγικό βουνό» στις διακοπές των Χριστουγέννων του 1973, όταν ήμουν 18 ετών. Είχα ενθουσιαστεί από τους διαλόγους και τις θέσεις που έπαιρνε και αγάπησα όλη αυτή την υπόγεια ερωτική ατμόσφαιρα, όπως και τον τρόπο με τον οποίο περιγραφόταν η κοινότητα στο σανατόριο. Ειδικά, όμως, τη σκηνή με το γραμμόφωνο και τις ακτίνες X (σ.σ.: ο Μαν ενσωματώνει μια ακτινογραφία στην πλοκή επειδή αντιλαμβάνεται ότι θα είναι ο πρώτος συγγραφέας που το κάνει και επειδή εντυπωσιάζεται από τη μεταφορική εικόνα της ως «φαντάσματος της ψυχής μας»). Στη συνέχεια ήταν η σειρά των «Μπούντενμπροκ» και του «Δρ Φάουστους» για να με καθηλώσουν.Ποια πιστεύετε ότι θα ήταν η υποδοχή του «θάνατος στη Βενετία» εάν κυκλοφορούσε στην εποχή μας, με δεδομένη την ευαισθησία για την παρενόχληση προς ανηλίκους;Οταν ο Μαν έγραψε τη νουβέλα, η ομορφιά και η αίγλη του αγοριού θεωρήθηκε συμβολική. Δεν θα γινόταν αυτό σήμερα. Αυτό που έχει πολύ ενδιαφέρον είναι ότι ο Μαν έγραψε το βιβλίο αμέσως μετά τη δική του επίσκεψη στη Βενετία με τη σύζυγό του Κάτια και τον αδερφό του το 1911. Βρέθηκε εκεί όταν πέθαινε ο Γκούσταφ Μάλερ, κάτι που εξηγεί γιατί ο Ασενμπαχ στην ιστορία προσομοιάζει ακριβώς στον Μάλερ. Η Κάτια Μαν έγραψε αργότερα ότι είχαν δει ένα αγόρι στην παραλία του Λίντο, πολύ όμορφο, το οποίο ο Μαν δεν σταματούσε να κοιτάζει. Ως συγγραφέας, λοιπόν, ήθελε να δραματοποιήσει εκείνη την εμπειρία. Οταν εξέδωσε την ιστορία, κανείς δεν έδειξε να ενοχλείται. Αλλά οι συνθήκες έχουν αλλάξει στην εποχή μας. Σήμερα θα ενοχλούνταν.Φυσικά εσείς δεν κρίνετε τον Τόμας Μανν με σημερινά κριτήρια, κάτι τέτοιο θα ήταν ολισθηρό για έναν μυθιστοριογράφο. Πώς αντιμετωπίζετε τα αιτήματα να «διορθωθούν», για παράδειγμα, τα βιβλία της Αγκαθα Κρίστι ή του Ρόλαντ Νταλ;Νομίζω ότι αυτό που χρειαζόμαστε είναι νέες μεταφράσεις για τα βιβλία του Τόμας Μαν σε κάθε γενιά. Αλλά δεν χρειάζεται να τα ξαναγράψουμε.Σας αρέσει ως θεατή η «ανάγνωση» του Λουκίνο Βισκόντι στον δικό του «θάνατο στη Βενετία»; Αρκετοί κριτικοί επιμένουν ότι το βιβλίο αποτυπώνει καλύτερα τις αποχρώσεις και τις αντιφάσεις σε σχέση με την εστίαση του σκηνοθέτη στο βλέμμα του Ασενμπαχ πάνω στον Τάτζιο.Η ταινία ήταν ένα σοκ εκείνη την εποχή! Θεωρώ ότι σήμερα σχεδόν δεν βλέπεται εξαιτίας της αργής, δυσκίνητης και δυσοίωνης αφήγησης. Πρέπει να πω επίσης ότι έχω αναπτύξει ένα είδος αλλεργίας στο αντάτζιο από την Πέμπτη Συμφωνία του Μάλερ εξαιτίας της ταινίας. Τελικά, μ’ αρέσουν οι παλιότερες ταινίες του Βισκόντι, όπως «Ο Ρόκο και τ' αδέρφια του».Ως χαρακτήρας στο μυθιστόρημά σας ο Τόμας Μαν σπανίως αλλάζει. Αλλάζουν σίγουρα οι ιδέες του για τη γερμανική μοναδικότητα και υπάρχει αυτό το «ηθικό σύννεφο» γύρω του με όλες τις αντιφάσεις της προσωπικότητας. Είναι πάντα καλύτεροι οι περίπλοκοι ήρωες;Οι πολιτικές ιδέες του άλλαξαν ανάμεσα στο 1917 και το 1921. Από φιλομοναρχικός έγινε δημοκράτης. Από εκείνο το σημείο κι έπειτα η στήριξή του στη δημοκρατία έγινε πιο ενεργή. Η πολιτική του αντίληψη, λοιπόν, δεν ήταν όντως σταθερή. Αλλά η καθημερινότητά του ήταν. Εγραφε και δούλευε κάθε πρωί. Ενδιαφερόταν περισσότερο για την προσωπική παρά για την κοινωνική του ζωή. Σε κάποιες πτυχές του ήταν πολύπλοκος. Σε άλλες εντελώς απλός.Του αρέσει επίσης να παρατηρεί. Σχεδόν δεν μιλάει και όταν μπαίνει σε κλειστούς χώρους κοπάζει τους πάντες. Επιδιώξατε μια τέτοια εικόνα: να είναι και να μην είναι ο κεντρικός ήρωας;Λοιπόν, όλοι οι άλλοι ήρωες και ηρωίδες στο μυθιστόρημα μιλούν όντως πολύ - η μητέρα, η σύζυγος, ο αδερφός, τα παιδιά του. Εκείνος παρατηρεί. Δεν είναι θορυβώδης χαρακτήρας. Και, ναι, όπως το λέτε: γίνεται ένα φάντασμα μέσα στο ίδιο του το σπίτι, ακόμη και στη ζωή του. Με ενδιέφερε να δω πόση ενέργεια μπορούσε να δώσει κάτι τέτοιο στο μυθιστόρημα - ένας πρωταγωνιστής που, παραδόξως, είναι παρών και απών ταυτόχρονα.Υπάρχουν πολλές σκηνές με πς ερωτικές σχέσεις του, αλλά καμία σεξουαλική περιγραφή. Εχετε μια δική σας θεωρία όταν γράφετε για σεξ;Ναι! Καμία μεταφορά, καμία παρομοίωση, τίποτε εξεζητημένο. Και πολλές φορές τίποτε αποκαλυπτικό ή «όμορφο». Η σεξουαλική ζωή του Μαν, εν προκειμένω, ξεδιπλωνόταν αρκετά συχνά στα όνειρά του ή ενεργοποιούνταν με το βλέμμα του.Η Κάτια Μαν είναι ένας χαρακτήρας που φαίνεται ότι αγαπάτε ιδιαίτερα. Υποστηρίζει τον άντρα και τα παιδιά της ακόμη και στις σεξουαλικές τους περιπέτειες. Κοντά στο τέλος υπάρχει το επεισόδιο όπου οργανώνει ένα μεγάλο γεύμα με σερβπόρο εκείνον που λαχταρά ο Τόμας...Η Κάτια προερχόταν από μια πολύ μποέμικη οικογένεια στο Μόναχο. Η γιαγιά της υπήρξε μία από τις γνωστότερες φεμινίστριες της εποχής. Ο δίδυμος αδερφός της ήταν ομοφυλόφιλος. Και η ίδια μία από τις πρώτες γυναίκες που σπούδασαν σε πανεπιστήμιο σε ένα επιστημονικό πεδίο. Ηταν ιδιαίτερα ευφυές πρόσωπο, γεμάτη ανεκτικότητα. Οι περιπέτειες της σεξουαλικότητας δεν ήταν κάτι που θα της προκαλούσε κατάπληξη. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, δεν πρόκειται για μια απλή ιστορία: οι Μαν είχαν έξι παιδιά. Και ο ίδιος δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για κάποια άλλη γυναίκα.Οταν ο νεαρός Τόμας πήγαινε στη θάλασσα «πλησίαζε στο νερό, προχωρούσε άκρη άκρη, μια που στην αρχή τον φόβιζε το κρύο, αναπηδώντας στο κάθε κυματάκι, και τελικά αφηνόταν να τον αγκαλιάσει», όπως γράφετε. θα μπορούσε να είναι και ένα μοτίβο για τη στάση του απέναντι στη ζωή;Κι όμως, πρόκειται για μια μικρή αυτοβιογραφική σκηνή! Κάθε καλοκαίρι - εν πάση περιπτώσει, ό,τι μπορεί να είναι καλοκαίρι στην Ιρλανδία - περνούσαμε πολύ χρόνο στην παραλία. Η θάλασσα ήταν πάντα κρύα, αλλά κάθε μέρα εμείς θέλαμε να πάμε για κολύμπι. Το να αφήνομαι στο κρύο νερό ήταν κομμάτι της ζωής μου εκείνη την περίοδο, όπως και των ανθρώπων γύρω μου. Είναι σαν να «χάρισα» εκείνη την εμπειρία στον Τόμας Μαν.Μέχρι ποιο σημείο κατανοείτε έναν συγγραφέα που επεδείκνυε αδιαπραγμάτευτη εμμονή στη γλώσσα και την εξέλιξη του ύφους, ενώ ο κόσμος του κατέρρεε μέσω του πολέμου;Δεν μπορούσε να κάνει κάτι διαφορετικό. Υπήρξε από τους μυθιστοριογράφους που πάντα είχαν να γράψουν ένα βιβλίο, μια ιστορία ή ένα δοκίμιο. Ανεξάρτητα, λοιπόν, από το τι συνέβαινε γύρω του, έπρεπε να δουλέψει. Μπορεί κάτι τέτοιο να φαίνεται παράδοξο ή «ψυχρό», αλλά για εκείνον ήταν φυσιολογικό.Προς το τέλος παραμονεύει ο θάνατος και η επιδίωξη της ομορφιάς. Τα βασικά συστατικά του κεντροευρωπαϊκού μυθιστορήματος, όπως έδειξαν ο ίδιος ο Τ. Μαν και οι σύγχρονοί του μοντερνιστές. Ηταν και μια δική σας τελική χειρονομία προς τους αναγνώστες;Α, ναι, ο θάνατος και το κυνήγι της ομορφιάς. Τι άλλο υπάρχει στο μυθιστόρημα;Learn more
-
Interviews
«Η φύση κάνει ένοπλη εξέγερση εναντίον της ανθρωπότητας» | Συνέντευξη του Manuel Vilas στην εφημερίδα «Τα νέα»
This post is only available in Greek.Ο πολυβραβευμένος ισπανός πεζογράφος, ποιητής και αρθρογράφος μιλά με τον Νίκο Κουρμουλή στο «Βιβλιοδρόμιο» με αφορμή την ελληνική έκδοση του βιβλίου του Τα φιλιά στο οποίο μας μεταφέρει στην Ισπανία της πανδεμικής περιόδου κι έπειτα.Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψη του Manuel Vilas στην Ελλάδα, καλεσμένου του Ινστιτούτου Θερβάντες της Αθήνας.Ο Manuel Vilas είναι ισπανός πολυβραβευμένος πεζογράφος, ποιητής όπως και αρθρογράφος της «El País». Στη χώρα του βρίσκεται στο ίδιο ύψος με τον Χαβιέρ Θέρκας και τον Αντόνιο Μουνιόθ Μολίνα. Στο παρόν μυθιστόρημα «Τα φιλιά» (μτφρ. Νάννα Παπανικολάου, Ίκαρος) μας μεταφέρει στην Ισπανία της πανδημικής περιόδου και έπειτα. Ενας μόλις συνταξιούχος εκπαιδευτικός φεύγει από τη μεγάλη πόλη και εγκαθίσταται σε μια απομονωμένη περιοχή της ενδοχώρας. Εκεί θα γνωριστεί με μια μοναχική γυναίκα, σχεδόν συνομήλικό του, με αποτέλεσμα να συμβεί ένας μεγάλος έρωτας. Μια ακαριαία επαφή, τρυφερή και εξερευνητική, που δεν βάζει στόχους για το μέλλον. Ζει την κάθε μέρα ξεχωριστά. Σε πρώτο πρόσωπο διαβάζουμε τις πυρετικές σκέψεις του καθηγητή, που έχουν απασχολήσει πολλούς από εμάς στη δύσκολη περίοδο που διανύσαμε κι ακόμη δεν έχει ξεπεραστεί εντελώς. Αναζητήσεις για την πολιτική κουλτούρα, το πολιτισμικό μας σημείο, την κοινωνική μας συνείδηση, την κυριαρχία των μίντια και φυσικά την ορμή του έρωτα. Ο Μανουέλ Βίλας μιλά εκ μέρους του πολίτη που βρίσκεται σαστισμένος μέσα σε ένα πεδίο βολής γεγονότων και ανακατατάξεων. Που αναφτεί τον εαυτό του, τον μύθο της υπόστασής του μέσα από δελτία ειδήσεων και ένα τρυφερό βλέμμα. Αραγε για χρόνια εθελοτυφλούμε μπροστά στο θαύμα της ζωής; Ο ιός μας έβαλε μπροστά σε έναν καθρέφτη.Πώς βλέπετε την κατάσταση μετά την κρίση της πανδημίας και την ισορροπία πάνω σε ένα παρόν που συνεχώς γλιστράει;Πράγματι φαίνεται πως βρισκόμαστε σε ένα παρατεταμένο μεταβατικό στάδιο, όπου το επίπεδο του αποπροσανατολισμού είναι αυξημένο. Ομολογώ πως το ίδιο συμβαίνει και σε μένα. Ψυχολογικά, πολλοί άνθρωποι μετά τις απανωτές κρίσεις έχουν χάσει μεγάλο μέρος από τα ίχνη τους. Στο βιβλίο ήθελα να δώσω μια απάντηση σε όλα αυτά, που για μένα δεν είναι άλλη από μια ιστορία αγνού έρωτα, έστω και απελπισμένου. Απέναντι στις καταστροφές, το άνοιγμα στον έρωτα, στην επαφή, δίνει λύσεις. Ακόμη κι αν έρχεται πολλές φορές με τη μορφή ψευδαίσθησης. Ο πεσιμισμός δεν έχει θέση εκεί που ανθούν τα αισθήματα.Στο βιβλίο σας αναφέρεστε σε πολλά ζητήματα που μας απασχολούν σήμερα, όπως την τωρινή μεταπανδημική συνθήκη. Είναι τόσο εΰθραστος ο πολιτισμός μας;Ξέρετε, την περίοδο της όξυνσης της πανδημίας βγήκαν ορμητικά στην επιφάνεια πολλά εσωτερικά προβλήματα των ανθρώπων. Κανείς δεν ήξερε ούτε την ακριβή μορφή του ιού, τη συμπεριφορά του, ούτε από πού προερχόταν όλο αυτό. Γράφω κάπου στο βιβλίο πως η φύση κάνει ένοπλη εξέγερση εναντίον της ανθρωπότητας. Σε οικονομικό επίπεδο, ήταν επίσης πολύ ενδιαφέρον ότι το χρήμα, ακόμη κι αν είσαι εκατομμυριούχος, δεν σημαίνει τίποτα. Η ευτυχία του έχειν που υπόσχεται διαρκώς το καπιταλιστικό μας σύστημα παύει όταν είσαι έγκλειστος. Αυτό ήταν ειρωνικό αλλά και κωμικό ταυτόχρονα.Γράφετε στο βιβλίο πως ο ιός μάς έβαλε να σκεφτούμε τη συλλογική μας ταυτότητα. Τι σημαίνει αυτό για εσάς;Μια κοινή μοίρα, πέρα από διαχωρισμούς. Στην πραγματικότητα ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τη ζωή σαν κοινωνικό ον και όχι κλειδωμένος και μόνος. Χωρίς διάλογο με τον κοινωνικό περίγυρο μεταφέρει τις όποιες ανππαραθέσεις εντός του. Ο ιός μάς έβαλε έναν καθρέφτη για να αντικρίσουμε την κατάστασή μας. Πού οδηγεί ο κυνισμός που μας περιβάλλει δεκαετίες τώρα; Ο έρωτας εδώ και πάλι είναι το αντίδοτο. Γιατί μέσω αυτού χρειάζεται συνεχώς να επιβεβαιώνει ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Αυτή την επιβεβαίωση παράγει εξάλλου θεμελιακά ο πολιτισμός. Από εκεί και πέρα μπορούμε αν θέλουμε να μιλήσουμε για το πλαίσιο του πνευματικού ή του οικονομικού πολιτισμού μας.Με τι τρόπο εμπλέκεται ο θερβάντες στο έργο σας;Ταυτίζομαι με τον «Δον Κιχώτη» ως χαρακτήρα, αλλά και ―γιατί όχι;― ως έννοια. Με εμπνέει το γεγονός πως βλέπω έναν ήρωα με ιδεαλισμό και ανατρεπτική θέαση πάνω στη ζωή, να είναι ερωτευμένος και να αλλάζει τα πράγματα γύρω του. Ο Θερβάντες κατανόησε μέσα από τον «Δον Κιχώτη» ότι ο κόσμος είναι μια διαδοχή φανταστικών καταστάσεων. Κι αυτό έρχεται σε αντιδιαστολή με τον σημερινό, στεγνό μας σύμπαν. Ο Θερβάντες είναι ο διανοούμενος που υπερασπίζεται την ανοχή, κάτι που λείπει στην εποχή μας. Ηταν αντιδογματιστής και γι’ αυτό με ενδιαφέρει ακόμα πιο πολύ. Ανοιχτός απέναντι στις διαφορετικές όψεις της ζωής. Γι’ αυτό βάζει τον Σάντσο Πάντσα να βλέπει ανεμόμυλους ενώ ο Δον Κιχώτης γίγαντες.Μπορείτε να μας σκιαγραφήσετε τους πρωταγωνιστές του βιβλίου;Ο Σαλβαδόρ είναι συνταξιούχος εκπαιδευτικός, η Μονσεράτ υπάλληλος σε τοπικό μαγαζί. Ζουν μαζί κάτι το θυελλώδες, μακριά από τον κόσμο, σε μια καλύβα και σε μια ηλικία απαγορευτική - όπως θεωρεί η τρέχουσα νοοτροπία - για να ερωτευτείς, δηλαδή έχουν περάσει τα πενήντα. Ξέρετε, υπάρχει προκατάληψη απέναντι στους μεγαλύτερους. Στην Ισπανία υπάρχει και ανάλογος όρος, κάτι σαν «ηλικιακότητα». Υστερα από κάποια ηλικία δηλαδή ο άνθρωπος δεν μπορεί να αισθάνεται το ερωτικό σκίρτημα, λογίζεται αυτομάτως σαν γραφικός. Αρχικά σκέφτηκα και σχέδιασα τους ήρωές μου να σπάνε αυτή τη λογοκρισία.Ο μεγάλος έρωτας, γράφετε, είναι μια πράξη αθεϊσμού, μας το εξηγείτε, περισσότερο;Γιατί ένας έρωτας απόλυτος είναι μια τομή. Δεν μπορεί να υπάρξει μια και μόνη εξήγηση για το πώς συμβαίνει. Και κυρίως δεν περιμένει έγκριση από καμία ηθική αρχή, ούτε κι από τον Θεό τον ίδιο. Είναι καθοριστικός και βλάσφημος. Οταν εμπλέκεσαι, χάνεις την πίστη σου σε οτιδήποτε άλλο, εκτός από τον έρωτα τον ίδιο.Η πολιτική σήμερα λέτε πως είναι ένας χώρος προνομίων. Τα κόμματα άραγε θα κάνουν τα πάντα για να τα διατηρήσουν;Αυτό αποτελεί πρόβλημα σήμερα και στην Ισπανία, γιατί η ιδεολογία που λέγαμε παλιά έχει εργαλειοποιηθεί. Είναι ένα μέσο για να κατακτήσουν τα κόμματα την εξουσία. Ετσι η ιδεολογία έχει γίνει αυτοσκοπός πλέον και όχι ένα πεδίο εξερεύνησης. Γι’ αυτό κάθε λίγο και λιγάκι τα κόμματα βγάζουν κι από ένα σωρό προγράμματα. Για να δείξουν πως κάτι κάνουν. Τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά. Η απόσταση ανάμεσα στο τι πρεσβεύουν και στους πολίτες μεγαλώνει συνέχεια. Στη πραγματικότητα η δημοκρατία θα έπρεπε να στηρίζεται σε πολιτικούς που βρίσκονται κοντά στον πολίτη και όχι σε εκείνους που κοιτούν την καριέρα τους αποκλειστικά. Και είναι ειρωνικό πως καμιά φορά χρειάζεται να συμβεί, να βελτιώσουν η ζωή του πολίτη δηλαδή, γιατί αυτό είναι το απαραίτητο βήμα για να κυβερνήσουν. Ολα αυτά αποτελούν ένα πρώτης τάξεως υλικό για κωμωδία. Για παράδειγμα, ο Χουάν Κάρλος, ο πρώην βασιλιάς μας, σταμάτησε το πραξικόπημα του 1981 όχι γιατί τότε πίστευε ακριβώς στη δημοκρατία, αλλά δεν θα είχε μέλλον αλλιώς, δεν θα κυριαρχούσε αν δεν συμμαχούσε με κύκλους που θα εγγυούνταν πως η δημοκρατία είναι στη μόδα και έχει καλύτερη ατζέντα και βάθος χρόνου απ' ό,τι μια δικτατορία.Υπάρχει αντίδοτο;Θα έλεγα η καλοσύνη και η γενναιοδωρία!Ανακαλύψτε περισσότερα για τα «Φιλιά»: /el/catalogue/ta-filia_2539/Learn more
-
Interviews
Λένα Καλλέργη: «Να υπερασπίζεσαι τον εαυτό σου» | Συνέντευξη στο ΒΗΜΑ
This post is only available in Greek.Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε η Λένα Καλλέργη στην εφημερίδα Το Βήμα, στο ένθετο «Νέες εποχές», με αφορμή την νέα της ποιητική συλλογή Ανήμερο.Ο κόσμος στα δικά σας μάτια προχωράει γρήγορα ή αργά;«Ο κόσμος προχωράει πιο γρήγορα όσο μεγαλώνω, έχει όμως την ιδιότητα να προχωράει με διαφορετικές ταχύτητες ταυτόχρονα. Είναι περίπλοκος, ανομοιογενής και δεν τον αντιλαμβάνομαι καν σαν ενότητα, τις περισσότερες φορές. Επομένως, πότε αισθάνομαι ότι δεν προχωράει καθόλου, ότι οπισθοχωρεί, και πότε ότι τρέχει με ταχύτητα που δεν προλαβαίνω».Ό,τι είναι προοδευτικό σήμερα γίνεται συντηρητικό στο μέλλον;«Το προοδευτικό και το συντηρητικό κάνουν κύκλους μέσα στον χρόνο, επαναπροσδιορίζονται και επανέρχονται σε άλλες χρονικές περιόδους. Δεν νομίζω ότι μπορούμε να υποστηρίξουμε με απόλυτο τρόπο ότι το σημερινό προοδευτικό θα γίνει στο μέλλον συντηρητικό. Άλλωστε, αυτό εξαρτάται και από το πώς τα ορίζουμε και τα αντιλαμβανόμαστε, κάτι που συχνά είναι διαφορετικό για δύο συνομιλητές που αλληλεπιδρούν στο ίδιο περιβάλλον την ίδια χρονική στιγμή».Υπάρχει κάποιο πολιτικό γεγονός το οποίο να θεωρείτε ως εμπειρία που σας διαμόρφωσε (ή σας επηρέασε);«Με έχουν επηρεάσει όλα τα πρόσφατα πολιτικά γεγονότα που έζησα από κοντά και στα οποία συμμετείχα, κυρίως από το 2000 και μετά. Με επηρέασε πολύ αρνητικά η επιστροφή της πόλωσης στον πολιτικό διάλογο και στον καθημερινό διάλογο των ανθρώπων, οι τσακωμοί για τα πολιτικά, ο φανατισμός και ο φόβος που οδήγησε και οδηγεί σε διάσπαση και παραλογισμό. Είναι σαν, ξαφνικά, πράγματα που δεν μας απασχολούσαν τόσο ή τουλάχιστον δεν μας χώριζαν, να έχουν γίνει ανυπέρβλητα εμπόδια».Εγκαταλείψατε κάποια πολιτική σας πεποίθηση στην πορεία του χρόνου;«Ήμουν πάντα πολύ προσεκτική ως προς τις πολιτικές πεποιθήσεις των ανθρώπων γιατί είχα την τύχη να παρατηρήσω από μικρή πόσο περιοριστικές μπορούν να γίνουν αν δεν υπάρχει ένα ποσοστό ανεκτικότητας και μετριοπάθειας. Οι ιδέες και οι πεποιθήσεις μου μεταβάλλονται με τα χρόνια και τις εμπειρίες, δεν είχα όμως ποτέ κάποια πολιτική πεποίθηση τόσο ισχυρή και ακλόνητη μέσα μου ώστε να χρειαστεί να την εγκαταλείψω ολοκληρωτικά. Περισσότερο, ωριμάζοντας, βελτιώνομαι στην κατανόηση και στην αποδοχή των διαφορετικών απόψεων, μέσα στα πλαίσια της δημοκρατίας και του σεβασμού των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων».Ποιο θεωρείτε πως είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας μας;«Θεωρώ ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε δεν έχει πια να κάνει με χώρες. Είναι το πρόβλημα της κατάστασης του πλανήτη ως φυσικό περιβάλλον. Αυτό είναι το πιο επείγον πρόβλημα της Ελλάδας και όλων των χωρών. Ανησυχώ που δεν βρίσκεται στην πρώτη γραμμή για όλες τις χώρες και που ακόμα αμφισβητείται όχι απλώς η σημασία του, αλλά και η ύπαρξή του».Ήσασταν ή όχι δημοφιλής στο σχολείο; Και τι σας έμαθε αυτό για τη ζωή;«Ήμουν πολύ μόνη και περνούσα δύσκολα στο Δημοτικό, δημοφιλής στο Γυμνάσιο και κάτι ενδιάμεσο στο Λύκειο. Πέρασα από όλα τα στάδια. Αυτό με βοήθησε να καταλάβω πολλά από τα προβλήματα των παιδιών και των εφήβων και να εκτιμήσω τη σημασία των φίλων. Οι φιλίες με υποστηρίζουν πολύ στη ζωή μου».Υπάρχουν ακόμη ανατρεπτικές ιδέες;«Ναι. Ανατρεπτικές ιδέες είναι η ευγένεια, η καλοσύνη, η ανεκτικότητα, η ικανότητα να αφήνεις τον άλλον άνθρωπο να ανθίσει, αλλά και να υπερασπίζεσαι τον εαυτό σου. Θα ήταν ωραία να μην τις θεωρούσα πια ανατρεπτικές, να είχαν γίνει ο κανόνας».Ποιο βιβλίο σχετικά με την πολιτική θα συστήνατε ανεπιφύλακτα;«Τη Θεωρία της δικαιοσύνης του Τζον Ρολς».Με τι δεν έχετε συμφιλιωθεί ακόμη στη ζωή ή αργήσατε να συμφιλιωθείτε;«Με την ανοησία και τη ματαιότητα της κακίας. Δεν μπορώ να το χωνέψω πως οι άνθρωποι που λειτουργούν με κακία θεωρούνται συχνά ικανοί και έξυπνοι, ανταμείβονται και επικροτούνται».Τι θα λέγατε πως απαντά καλύτερα στις υπαρξιακές μας αγωνίες; Η φιλοσοφία; Η τέχνη; Η θρησκεία; Κάτι άλλο;«Δεν νομίζω ότι ταιριάζουν όλα σε όλους, εξαρτάται. Για άλλους η θρησκεία είναι καταφύγιο και θεραπεία, για άλλους οι τέχνες, οι επιστήμες. Δεν νομίζω ότι έχει νόημα να θεωρήσουμε κάτι από αυτά περισσότερο αξιόλογο για την ανακούφιση της υπαρξιακής αγωνίας. Οι καλές, βαθιές σχέσεις, πάντως, νομίζω πως μας ανακουφίζουν όλους».Ποιο πρόσωπο, ιστορικό ή από τον σύγχρονο κόσμο, θα επιλέγατε ως προνομιακό σας συνομιλητή;«Θα ήθελα να μπορούσα να συζητήσω με πολλούς συγγραφείς που δεν ζουν πια αλλά τους αγαπώ. Σκέφτηκα πρόσφατα τι ωραία που θα ήταν να πήγαινα μια βόλτα με την ποιήτρια Μαίρη Όλιβερ».Θα γυρνούσατε τον χρόνο πίσω; Και για ποιον λόγο;«Ίσως – όχι πολύ, μια δεκαετία περίπου, αλλά μόνο αν μπορούσα να πάρω μαζί μου τη γνώση και τις εμπειρίες που έχω σήμερα. Ίσως έκανα κάποια πράγματα διαφορετικά».Ποια συμβουλή ζωής θα δίνατε στον έφηβο εαυτό σας;«Να κάνει περισσότερες τρέλες και να ζει περισσότερο σε εξωτερικούς χώρους. Να διεκδικεί αυτό που θέλει με φασαρία. Να μη φοβάται τόσο μην ενοχλήσει. Ήμουν αρκετά εσωστρεφής και φοβισμένη».Και ποιο ανάγνωσμα θα συστήνατε σε έναν έφηβο σήμερα;«Τον πάντα αγαπημένο μου Άρχοντα των Δαχτυλιδιών του Τόλκιν, φυσικά!».Θα συμφωνούσατε πως όλα, τελικά, είναι πολιτική;«Όχι, δεν είναι όλα πολιτική. Υπάρχουν κι άλλα πράγματα που ξεφεύγουν από τη σφαίρα της ανθρώπινης εμπειρίας. Υπάρχουν τόσα που δεν γνωρίζουμε και δεν θα μάθουμε ποτέ. Αν δεχθώ ότι όλα είναι πολιτική, νιώθω ότι περιορίζομαι και ακυρώνω την πιθανότητα της μαγείας και του άγνωστου».Βρείτε εδώ το Ανήμερο της Λένας Καλλέργη.Learn more