Όχι… ναι… λέγοντας…

Κριτικές Νοέμβριος 2, 2012

ΟχιναιλέγονταςΤρεις λέξεις, που τις λέμε και τις ακούμε κάθε τόσο. ‘Οχιναιλέγοντας’· ένας νεολογισμός στη γλώσσα μας κι ένας πανέξυπνος τίτλος για ένα καινούργιο βιβλίο που δεν ξέρω τι ακριβώς να το ονομάσω: Ποίηση, θέατρο, θρίλερ, ψυχαναλυτικό δοκίμιο για τον Έρωτα; Αναρωτιέμαι· τι θα έλεγε για το έργο αυτό του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου η Μαργαρίτα Καραπάνου, που πριν είκοσι χρόνια χαρακτήρισε τον ‘Σιμιγδαλένιο’ του «μοναδικό φαινόμενο στο Ελληνικό Θέατρο». Εξηγούμαι: Δεν είμαι ειδικός. Αγαπώ τη λογοτεχνία, την ποίηση, το θέατρο και είμαι ένας έντιμος αναγνώστης, ένας καλοπροαίρετος θεατής. Κι επειδή πιστεύω πως η Τέχνη δεν είναι μόνο για τους ειδικούς, γι’ αυτό τολμώ να μοιραστώ σκέψεις κι αισθήματα μαζί σας. Από την άλλη μεριά γνωρίζω καλά τον συγγραφέα· είμαστε φίλοι πολλά χρόνια. Θα ήταν μεγάλη υποκρισία να μην το πω -δεσμεύω και ελέγχω καλύτερα τον εαυτό μου έτσι- τη στιγμή μάλιστα που είχα την τύχη, κάθε μέρα, τέσσερις μήνες, να βλέπω, να ζω στίχο-στίχο, το έργο να χτίζεται, να το ακούω να ζωντανεύει με τη φωνή του ίδιου του δημιουργού του και να παίρνει σάρκα και οστά, μπροστά στα μάτια μου.

Τι είναι λοιπόν το ‘Οχιναιλέγοντας’ του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου, που εκδόθηκε πρόσφατα, από τις εκδόσεις ‘Ίκαρος’;   Στοχεύει να είναι, πριν απ’ όλα, ένα έργο αιώνιο και πανανθρώπινο, που μακριά από εύκολους εντυπωσιασμούς, μόδες του συρμού και φτηνές κουβέντες γραμμένες στο πόδι, δεν ήρθε για να πουλήσει, να κολακέψει, να εισπράξει ‘μπράβο’, μα για να μείνει στη μακρά σειρά της Μεγάλης ελληνικής λογοτεχνίας. Με τη γλώσσα του. Με την πλοκή του. Με τη μουσική του. Με τα μηνύματά του. Με το βάθος του. Με τη συγκλονιστική επικαιρότητά του, που όμως ο συγγραφέας δε διστάζει να την τοποθετήσει μέσα σε Μεσαιωνικά παλάτια, όπου σφυρίζουν γύρω μας σαΐτες με ερωτικά ραβασάκια και κρυφακούν, σιγοντάροντας μισόγυμνοι, οι Φρουροί του Έρωτα! Τώρα, χθες, πάντα· εσύ, εγώ, όλοι…

Κι όλα αυτά μέσα από μοναχικά, προσωπικά μονοπάτια, που λες και τα διάλεξε επίτηδες για να μας δυσκολέψει -ή μήπως για να μας κάνει να ονειρευτούμ’ ευκολότερα;- μιας και όλα θυμίζουν ίσως αχνά κάτι, μα τελικά δε μας αφήνουν να πιαστούμε από τίποτε γνωστό.

Γιατί, δε συνηθίζουμε στις μέρες μας, να διαβάζουμε πολλή ποίηση. Κι όμως το ‘οχιναιλέγοντας’ είναι όλο ποιητικό! Εκατόν είκοσι σελίδες με ό,τι ρυθμούς και ό,τι μέτρα μπορεί να βάλει ο νους σου. Με ρίμα, με ό,τι μουσικές μπορείς ν’ ακούσεις μες απ’ τις λέξεις και ν’ αφήσεις να περάσουν μέσα σου. Μετρημένο ως την παραμικρή λεπτομέρειά του· ούτε μισή συλλαβή δεν ξεφεύγει. Με μια γλώσσα όμως απλή, ακριβή, συγκεκριμένη, εύστοχη, χωρίς δήθεν και περίπου. Μια γλώσσα που κυλάει μες στο μεδούλι· αν της ανοίξεις την πόρτα για να μπει και να σου πει ό,τι έχει να σου πει.

Ακόμα -πολύ περισσότερο- δε συνηθίζουμε καθόλου να διαβάζουμε θεατρικά έργα. Μας ξενίζει και η ιδέα μόνο· τα βλέπουμε επί σκηνής καμιά φορά κι αυτό είν’ όλο. Κι όμως το  έργο  είναι θεατρικό! Με ήρωες σημερινούς κι ολοζώντανους· κι ας έχουν ονόματα παλιά. Που όσο κι αν χάνονται στα βάθη του χρόνου, μέσα σε κάστρα και σε αφελείς, αρχικά, φαντασιώσεις άλλων εποχών, κάλλιστα μπορούμε να τους δούμε δίπλα μας, μέσα μας· ακόμα και πάνω στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή, γυρεύοντας απελπισμένα το ηρεμιστικό τους. Με πλοκή πολύ στέρεα και βαθιά μελετημένη, στην κόψη του ξυραφιού κάθε στιγμή, χωρίς τίποτε περιττό για να γεμίσει χάσματα, μας παγιδεύει απ’ την πρώτη σελίδα στον καλοστημένο μηχανισμό του και δε μας αφήνει ούτε στιγμή, μέχρι το τέλος. Είναι εκπληκτικό ότι το έργο, αν ήταν ένα απλό ‘παραμυθόδραμα’, όπως το λέει χαριτολογώντας ο συγγραφέας, θα νομίζαμε πως τέλειωνε εκεί που τελειώνει η 2η Πράξη· ενώ ουσιαστικά το έργο τότε μόλις αρχίζει κι εμείς ακόμη δεν ξέρουμε τίποτε! Ακόμα κι εκείνη η ανάλαφρη, αστεία πινελιά· ο παπαγάλος, ο Ψούθος, που λέει συνέχεια -τι άλλο;- «σαγαπόμορομου» είν’ εκεί σοφά βαλμένος για να παίζει και να μας θυμίζει κάτι. Ακόμα και μια άδεια παιδική κούνια, μπορεί να μαγνητίσει όλη την προσοχή μας με τη σιωπή της, γιατί βρίσκεται εκεί που πρέπει· τη σωστή στιγμή ακριβώς.

Θέατρο με τα όλα του λοιπόν. Μα και βιβλίο που θες δε θες, διαβάζοντάς το, απολαμβάνεις τη δράση του και γίνεσαι μοναδικός, προνομιακός, θεατής-αναγνώστης.

Το σκηνικό; Σε άλλες εποχές, παλιές, παραμυθένιες, μεσαιωνικές· Βυζαντινές ας πούμε. Από ‘κει έχει δανειστεί τα υλικά του ο Αδαμόπουλος -ονόματα, κτίσματα, σκεύη, συνήθειες, καταστάσεις- που τα ‘χει μεταπλάσει όλα με τον τρόπο του, έτσι που να φαίνονται όλα κοντινά και να μη μας ξενίζουν διόλου. Εκεί αρχίζει και ταυτόχρονα όμως εκεί σταματάει η όποια σχέση του με το παρελθόν. Ακόμα και με το ‘Λίβιστρος και Ροδάμνη’, απ’ όπου πήρε το γενικό καμβά, για να κεντήσει πάνω του και να πει τις εντελώς δικές του σκέψεις. Γιατί όσο εξελίσσεται το δράμα των ηρώων, τόσο περισσότερο οι καταστάσεις δεν έχουν καμιάν απολύτως σχέση μ’ εκείνο το μεσαιωνικό μυθιστόρημα του 14ου αιώνα, μα γίνονται απολύτως σύγχρονες, γίνονται δικές μας, οικείες. Μας πλησιάζουν και μας αγγίζουν· επικίνδυνα…

Και το θέμα; Ο Έρωτας… Πάλι καλά! Έλα όμως που και εδώ τα πράματα είναι αλλιώς… Ο Έρωτας εδώ, δεν είναι αυτό που φανταζόμαστε στις μέρες μας· τρυφερούλης, καλόβολος, γλυκούλης, με ροδαλά, μισοξεβράκωτα, σαχλά αγγελάκια να πεταρίζουν εδώ κι εκεί, χαρίζοντας λουλουδάκια του αγίου Βαλεντίνου! Είναι ο Ησιόδειος Έρως· τρομακτικός, δολοπλόκος, παμφάγος. Δεν παίζει· απαιτεί πολύ περισσότερα απ’ ό,τι είμαστε διατεθειμένοι να δώσουμε. Κι αν όχι· μας διαλύει, όσο συνεχίζουμε να τον γυρεύουμε. Μας φτάνει στον πάτο της ύπαρξής μας. Εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτε άλλο πια παρά ένας καθρέφτης μόνο, που μας δείχνει ακριβώς όπως είμαστε· δίχως καμιά φιοριτούρα, κανένα άλλοθι και καμιάν απολύτως δικαιολογία: «Θαρρείς πως είναι εύκολα τα πράγματα της φύσης;/ Νεράκι μόνο γάργαρο στο στόμα κρύας βρύσης;/ Δροσοσταλίδες μήπως στα χείλη μιας πηγής;/ Και τον πόνο αποφεύγεις της δικιάς μου πληγής;/ Τόσο πολύ στο είναι σου, θες, μόνη, να πνιγείς;/ Μπρος! Ρίξε τη μύτη σου κι άκουσε την καρδιά σου·/ εσύ, που θες όλοι να σφάζονται στην άκρη της ποδιάς σου!»…

Ο τρομερός Έρως λοιπόν που· «οχιναιλέγοντας φριχτά, μ’ απέραντη ευκολία/ δούλους μας έχει όλους μας μες στην αμφιβολία»… Ο Έρως· που κάθε στιγμή, σ’ όλο το έργο, είτε είναι ο ίδιος παρών, είτε μας τον υπενθυμίζει ο Χορός των Φρουρών του: «Καν ορειβάτης, καν πολεμιστής, γενναίος καταδύτης/ που βούτηξε ολόψυχα στ’ όρος της Αφροδίτης/ εσύ ‘σαι ο αιώνια ζωντανός· ο μόνος καταλύτης»… 

Άλλο ένα παράδοξο: Χορός και χορικά στην εποχή μας; Κι όμως· τι φυσικά που λειτουργούν όλα, δίχως να μιμούνται διόλου· πράγματα που έτσι κι αλλιώς δε γίνεται να μιμηθείς χωρίς να γίνεις γελοίος. Και κάτι ακόμη, εντελώς πρωτότυπο: Μες’ από τις συνεχείς ανατροπές των πάντων, στην εξέλιξη του μύθου και στη συμπεριφορά των ηρώων -πλην Κλίτου- ακόμα και ο Χορός μεταλλάσσεται και περνάει από όνειρο σε όνειρο κι από ‘κει, ανεπαισθήτως· χωρίς να το καταλαβαίνουμε, μες στην ίδια την πραγματικότητα· βοηθώντας, συμμετέχοντας, ίσως και προκαλώντας το μοναδικό, αριστοτεχνικό, ανατριχιαστικό φινάλε του έργου, που απ’ όσο ξέρω, δεν έχει πουθενά αλλού όμοιό του, καθώς μέσα στον ήχο των τυμπάνων -που μας παγιδεύουν κι εμάς τους ίδιους και ορίζουν και τη δική μας ακόμα ανάσα- ενώνεται ο μονόλογος της Ροδής με το βουβό κλάμα του Λίβιου και την ανήμπορη σιωπή του Κλίτου. Και η ανάσα μας και οι χτύποι της καρδιάς μας, συντονίζονται με τα τύμπανα που οδηγούν τους πάντες με Διονυσιακή φρενίτιδα στην αβέβαιη υπέρβασή τους κι όλα, μέσα σε απύθμενο βάθος, στροβιλίζονται με απέραντη ένταση, σε μιαν ατέρμονη δίνη…

Κι όλα τελειώνουν χωρίς να τελειώσει τίποτε.

Κι όλα λέγονται,  χωρίς τίποτε να έχει ειπωθεί.

Μόνο ο Έρως παίρνει το μερτικό του. Κι εμείς βέβαια. Εμείς παίρνουμε την απέραντη εκείνη γλυκόπικρη ηδονή· εκείνες τις σπάνιες φορές, που με βαριά καρδιά κλείνουμε την τελευταία σελίδα ενός βιβλίου που δεν θέλουμε να τελειώσει ακόμα· ξέρουμε όμως πως θα μείνει βαθιά μες στην ψυχή μας για πάντα…  

Ντίνος Πηλός

AtticaBank, Διεύθυνση Επενδυτικών Προγραμμάτων

(δημοσιεύτηκε  την 1η Νοεμβρίου 2012 στο τριμηνίαιο έντυπο της AtticaBank)

 

Έτικέττες:
Αλέξανδρος Αδαμόπουλος