Κυριάκος Χαραλαμπίδης: «Ο ποιητής οφείλει να νιώσει βαθιά τι είναι πόνος» | Συνέντευξη στην εφημερίδα «Τα Νέα»

Συνεντεύξεις Ιούλιος 11, 2022

Ο σημαντικός ελληνοκύπριος ποιητής, Κυριάκος Χαραλαμπίδης, με αφορμή την έκδοση της νεότερης συλλογής του Η νύχτα των κήπων συνομιλεί με τον Δημήτρη Δουλγερίδη στο Βιβλιοδρόμιο της εφημερίδας Τα Νέα.

Κυριάκος Χαραλαμπίδης

Την ίδια στιγμή που ακούγεται η φωνή του genius loci, την ίδια στιγμή η φωνή αυτή διεκδικεί την απεύθυνση μιας ποίησης οικουμενικής. Καταργώντας τα όρια - και τις ετικέτες - περί κυπριακής εντοπιότητας, «περιφέρειας» και κέντρου. Οι διαχρονικές αναφορές, άλλωστε, του Κυριάκου Χαραλαμπίδη καταδεικνύουν δύο «πόλους» που καταργούν αντίστοιχα διλήμματα: τον Καβάφη και τον Σεφέρη. Μέσα στην πλημμυρίδα της διαχρονίας που περιλαμβάνει από την αρχαία λυρική ποίηση και τον Ρωμανό τον Μελωδό έως τις νέες προσθήκες της καθημερινής γλώσσας που μιλιέται.
Οι αναφορές αυτές εντοπίζονται και στη νεότερη ποιητική συλλογή «Η νύχτα των κήπων», που κυκλοφόρησε από τον «Ικαρο» πριν από λίγες ημέρες - αφορμή για τη συνέντευξη που ακολουθεί.

Τα ποιήματα που γεννήθηκαν στη «Νύχτα των κήπων» υποδηλώνονται με τη χρονολογία τους. Υπάρχουν, ωστόσο, κάποια που είναι «καταγωγικά» για να στηθεί γύρω τους όλη η συλλογή;

Κατ’ αρχάς διευκρινίζω ότι βάζω συστηματικά, σε όλα τα ποιήματα των συλλογών μου, τη χρονολογία σύνθεσής τους. Πιστεύω πως αυτό αποτελεί έναν χρήσιμο δείκτη της εξελικτικής τους πορείας και των θεμάτων που με απασχολούν, ενώ δηλώνεται και η σχετική διαχρονία τους. Ως προς την παρατήρησή σας για την «καταγωγική» γέννηση κάποιων ποιημάτων, αυτό αληθεύει. Το «σώμα» των ποιημάτων επιχειρεί δηλωτικά να αποδώσει ή, ακριβέστερα, να επαληθεύσει, την έννοια του ζωντανού σώματος, αναρυθμίζοντας έτσι και τη λέξη. Υπάρχουν οι πυρήνες - τα κύτταρα, η καρδιά, τα νεύρα, ο εγκέφαλος, ή ό,τι άλλο στοιχείο σωματικό που συνιστά το όλον, ώστε η συλλογή να βαδίζει, να πάλλεται και να αναπνέει. Η αρχική μου πρόθεση ήταν να διαρθρώσω τη συλλογή στα επιμέρους στοιχεία της (πράγμα που έκανα σε άλλα ποιητικά βιβλία μου) κατηγοριοποιώντας την σε αντίστοιχες ενότητες. Θεωρώντας ωστόσο ότι κάθε ποίημά μου - άσχετα βέβαια προς τον θεματικό του κύκλο - μπορεί να υπεισέρχεται στο άλλο, προτίμησα να μείνω πιστός σε αυτή την αλληλοπεριχώρηση. Θέλησα δηλαδή να υποδείξω πως όλα είναι ένα: το κατορθωμένο σώμα των ποιημάτων, και η κεκτημένη γνώση από αυτά, έχει να κάνει με την Ποίηση ως μυστηριώδες ποθούμενο, που εκδηλώνεται ως έκφανση έρωτος, μύθου, ιστορίας, ταυτότητας, ήθους, εγρήγορσης και καλοκαγαθίας αναμίξ.

Στο πρώτο ποίημα της συλλογής, τον «Φθόγγο», υποδηλώνεται το πλατωνικό «αίφνης», το δημιουργικό ξάφνιασμα που κεντρίζει τον ποιητή. Αυτή, θα λέγατε, όπ συνεχίζει να είναι η πηγή της δημιουργίας: ο θαυμασμός και η απορία, όπως θέλει ο Αριστοτέλης;

«Εν αρχή ην ο λόγος», ο φθόγγος, το φθέγγεσθαι. Ηθελα να δηλώσω ότι με τον λόγο πορεύεται η Ποίηση, δημιουργείται ο Κόσμος. Ο φθόγγος εικονίζεται στα πλάσματα που αντλούν την ύπαρξή τους από αυτό ή προβάλλονται ως αιφνίδια λήψη και λάμψη. Η Ποίηση, θέλω να πω, στηρίζεται στο απροσδόκητο της εικόνας και στο ανάλαφρο του είδους μέσα στη διαφάνειά των πραγμάτων. Ολα αυτά, φυσικά, είναι θεωρητικά. Κάθε ποίημα έχει τον δικό του αρμό και εν τέλει αναζητεί τον αιτιώδη λόγο του.

Κυριάκος Χαραλαμπίδης

Αν υπάρχει ― χωρίς να είναι απαραίτητο ― μία θεματική που διαπερνά τα ποιήματα, δεν παύει να είναι ο (μνησιπήμων) πόνος: για τον άνθρωπο, τη βία της Ιστορίας, το προσωπικό μαρτύριο που διεγείρουν τη μνήμη. Ο πόνος κάνει καλύτερο έναν ποιητή;

Για να καταλάβουμε τον κόσμο πρέπει να πονέσουμε. Η θλίψη πολλαπλασιάζει τη γνώση ή και αντιστρόφως. Ο ποιητής οφείλει να νιώσει βαθιά τι είναι πόνος, και τότε θα αναδυθεί από τη δίκιά του άβυσσο η ομορφιά. Το λέει καλύτερα ο Βαλερύ: «Η ομορφιά είναι πόνος». Ο Σεφέρης, για παράδειγμα, ήταν φορέας (ανατροφέας) μιας τέτοιας διάστασης. Η μνήμη κυριαρχεί στο έργο του, και αυτό τον βοηθάει να σηκώνει το βάρος της προσωπικής του ευθύνης ως χρέος προς τον λαό του και κατ’ επέκταση ως οικουμενική θυσία προς την ίδια την Ποίηση.

Τι είδους «ειρωνεία» κρύβεται πίσω από το ποίημα «Κύπρις»; Με την έννοια την καβαφική και, ενδεχομένως, της ειρωνείας απέναντι στην «ανθρώπινη κωμωδία»;

Η Κύπρις (Αφροδίτη) αποτελεί για μένα το σύμβολο της Κύπρου, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση παρουσιάζεται ταπεινωμένο. Το πετροβόλημα που κάνω σ’ αυτή τη θεά, στο τέλος του ποιήματος, είναι και ένας απελπισμένος εναγκαλισμός. Η υφέρπουσα καβαφική ειρωνεία επιδιώκει να υπερβεί την οπτική ύλη και να εισέλθει στα ενδότερα σπαρακτικών αληθειών.

Σε αρκετές από τις ποιητικές ιστορίες επιλέγετε την ανατροπή: η Παναγία αντιστέκεται όταν της ζητούν να «μην πολυδακρύζει», ο Μίνως παραλύει μπροστά στον Μινώταυρο και ο μύθος ανατρέπεται, ο Ιησούς δακρύζει μπροστά στον Λάζαρο. Είναι η δική σας ποιητική «στάση» και ο τρόπος απέναντι στο μεγαλείο της γλώσσας και της διαχρονίας;

Ισως είναι αυτά που λέτε, αλλά το κυριότερο για μένα είναι να βλέπω υπό λοξή γωνία τα εξωτερικά και εσωτερικά δρώμενα του κόσμου, πότε μυθικού και πότε ιστορικού, συνάμα δε και υποθετικού. Λαχταρώ να προσδώσω στα πρόσωπα των ποιημάτων μου μιαν ανθρώπινη ιδιότητα, ακριβώς για να εξοικειώσω τα ανθρώπινα με τα πέραν αυτών, σε μια οντολογική κατάληξη και αποδοχή του μυστηρίου της ζωής και των κρυπτικών αποκαλύψεών της.

Ποια ποιητική επιλογή κρύβεται πίσω από το δίστιχο: «ερωδιοί ερώταγαν ερωτικές κιθάρες, τα χρώματα κι αρώματα μύρονταν στους ροδώνες», όπου κυριαρχεί η παρήχηση του υγρού «ρ»;

Σήμανση του ρω, «τα ρω του έρωτα», κατ’ ενθύμηση και του Ελύτη. Ηθελα να παίξω με την παρήχηση του ερωτικού ρω, εφόσον στο ποίημα η νοερά συνεύρεση Αχιλλέα και Πενθεσίλειας ευνοούσε το κλίμα. Παράλληλα γινόταν και μια επίδειξη μαστοριάς, αφού ο πειρασμός ήταν μεγάλος να δοκιμάσω δυνάμεις (εννοώ «μ’ όλης της τέχνης τους ηχούς») με βάση χρώματα κι αρώματα, το μύρο και το μοιρολόγι.

Το ποίημα «Τ’ αγνοούμενου η κόρη» βασίζεται σε πραγματική ιστορία, όπως γράφετε στις σημειώσεις. Τι έπρεπε να αποφύγετε κατά την ποιητική «μεταγραφή» της;

Αν καταλαβαίνω καλά την... απάντησή μου στην ερώτησή σας, θα έπρεπε φυσικά να αποφύγω, όπως και έπραξα, την υπερβολική συγκίνηση, ή, για να το πω διαφορετικά, τη συναισθηματική φουσκονεριά. Μέτρο μου είναι η κλασική συμβουλή του ζωγράφου Ζωρζ Μπρακ, πως η τέχνη έχει χρέος «να διορθώνει τη συγκίνηση». Θέλησα και σ’ αυτή την περίπτωση να το αποδείξω. Φυσικά, τα ίδια τα γεγονότα τυχαίνει κάποτε να στελεχώνουν από μόνα τους ένα ποίημα. Στην προκειμένη περίπτωση ο ποιητής οφείλει να ρυθμίσει το συναίσθημα με τέτοιο τρόπο ώστε να το κάνει βαρύτερο και να προσφέρει στο ποίημα ένα κόσμημα θλίψης μεταφυσικής, που να υπερβαίνει τον πόνο ή έστω να τον καθιστά βαθύτερο και μυστικά ωραιότερο. Εδώ θα πρέπει να προσθέσω ότι, πέρα από τον αφρό της ιστορίας, η ζωή προσφέρεται ως ανταύγεια θείας και τραγικής ουσίας.

Πώς προέκυψε η σκηνή στη «Νύχτα που π Κόλλας έκλαψε πικρά»; Προφανώς η μεταφορά υπερβαίνει τη θλίψη της Κάλλας...

Η σκηνή δεν είναι φανταστική, εφόσον όντως η Κάλλας μαρτυρεί σε ένα γραπτό της πόσο πόνεσε και έκλαψε, γιατί της ξέφυγε μια νότα στην ερμηνεία κάποιου ρόλου της. Ηθελα λοιπόν να υπογραμμίσω πως η τέχνη είναι αμείλικτη, εφόσον απαιτεί την τελειότητα. Δεν είναι ζήτημα τελειομανίας, αλλά ψυχικού ρευστού και ανάγκης του καλλιτέχνη να αντλεί την εντελέχεια και την αξία του όσο καθίσταται πιστός θεράπων του δικού του εν τέλει προσώπου μέσω της υπέρτατης ποιότητας και της απόλυτης αφοσίωσης σ' αυτό που υπηρετεί. Κατά τα άλλα, σε πολλές από τις συλλογές μου μπορεί κανείς να επισημάνει αυτό που ο Γ. Π. Σαββίδης αποκαλεί «ποίημα ποιητικής». Ουσιαστικά προδιαγράφεται η συναίσθηση ότι δεν γράφουμε μονάχα ένα ποίημα για να εκφράσουμε κάτι, αλλά στοχαζόμαστε παράλληλα τι είναι αυτό και ποιοι συντελεστές το κάνουν να υπάρχει ως προς τον ίδιο τον εαυτό του. Αυτό αποτελεί και μέρος της ευθύνης μας ως προς την τέχνη μας.

Κυριάκος Χαραλαμπίδης

Πώς φτάσατε στον στίχο «το φειδωλό είδωλο της Ελένης»; Πρέπει να φανταστούμε το άγχος της γραφής που σημειώνει και σβήνει λέξεις μέχρι να βρεθεί η μία πιο ταιριαστή;

Θα πρέπει να ξαναδώ το ποίημα για να αντιληφθώ τι εννοώ. Ασχετα προς την απάντησή μου, είναι δεδομένο ότι περνώ τις λέξεις από διάφορα φάσματα και δοκιμάζω πολλές επιλογές για να καταλήξω σε μία που προκρίνω πως είναι αυτή που τη χρειάζεται το ποίημα. Ο Αριστοτέλης στην «Ποιητική» του λέει περίπου ότι δεν είναι αναγκαίο να επιλέγουμε την πιο φανταχτερή (ως λέξη ή ως εικόνα), αλλά να ακολουθούμε με φυσικότητα εκείνο που ταιριάζει. Για να φτάσει κανείς, λέω τώρα εγώ, σε αυτό το σημείο, προαπαιτείται εσωτερική διαύγεια, αυτοπειθαρχία και τόλμη, υπό την έννοια ότι ο χειρισμός των λέξεων είναι και δείκτης προσωπικής νηφαλιότητας. Θα πρόσθετα ακόμα και αγάπης προς τον αποδέκτη, αφού η σχέση πομπού και δέκτη δοκιμάζεται από το χαμόγελο που εκπέμπει ο ποιητής προς τον αναγνώστη. Κοντολογίς, η επιλογή και η χρήση των λέξεών του οφείλει να απορρέει από το ήθος του ποιητή και να δηλώνεται από την ανάσα του, ως αποτέλεσμα και απόσταγμα κατασταλαγμένης γνώσης και αρετής. Θα συνιστούσα ακόμη στον αναγνώστη να χαρεί μαζί μου το παιχνίδι που αναπτύσσεται καθ’ οδόν, όπως για παράδειγμα οι λέξεις «φειδωλό» και «είδωλο», που κλείνουν καθ’ έλξιν το μάτι η μια προς την άλλη, εφόσον τις χωρίζει ή τις ενώνει ένα φι.

Διασώζει η ποίηση από μόνη της την τραγικότητα ενός τόπου; Σε ποια Κύπρο φαντάζεστε να διαβάζουν ποιήματα σε 100 χρόνια από τώρα;

Σημαδιακή ερώτηση για μελλοντικούς ποιητές και αναγνώστες. Θα πρέπει να μελετηθεί τι είδους ποίηση θα ζητάμε, πράγμα που δεν είναι άσχετο ως προς το τι πατρίδα θα έχουμε και ποιο θα είναι το ζητούμενο για τον ψυχικό εμπλουτισμό και την αποκάλυψη της αλήθειας. Και τι εστίν αλήθεια επιτέλους; Διασώζει άραγε η ποίηση μέρος από αυτήν; Θα είμαστε, ως αναγνώστες του 2122, κάποιοι κι εμείς αριθμοί; Προσθέτει άραγε το βιβλίο μου μια χαραυγή στη «Νύχτα των κήπων» του; Πόση αγωνία χρειάζεται για να διαβούμε τη Νύχτα όχι ως νυχτωδία μελαγχολική, αλλά ως αισιόδοξο τραγούδι; Πόση θλίψη και σθένος θα πρέπει να καταθέσουμε που να διασαλπίζει πως τίποτα δεν χάνεται εφόσον καταγράφεται ως ουσία ζωής και χρέος Μνημοσύνης του παρόντος, για δικαιοσύνη μελλουμένων και πασίχαρο ευαγγελισμό; Αν κάτι θέλει να πει το βιβλίο μου στο ανήριθμον κύμα μιας εξόφθαλμα ιδιοτελούς και παραζαλισμένης παγκοσμιότητας, είναι η εκ νέου επίκληση του ευριπίδειου «νήσος τις έστι», με μοναδικό μαντατοφόρο τον ποιητή και τον κραδασμό της ελληνίδος ψυχής του.

 

Φωτογραφίες: Ρήσος Χαρίσης

Έτικέττες:
Βιβλιοδρόμιο
,
Εφημερίδα Τα Νέα
,
Κυριάκος Χαραλαμπίδης
,
Συνέντευξη
,
Τα Νέα