Σας ενημερώνουμε ότι ενδεχομένως να υπάρξουν καθυστερήσεις στις παραδόσεις των παραγγελιών λόγω αδυναμίας των courier να τις παραλάβουν. Σας ευχαριστούμε για την κατανόησή σας.

Ισμήνη Καπάνταη: «Είναι τέτοιο το πάθος μας που ξεχνούμε ότι όλοι, τελικά, ανήκουμε στην ίδια κοινωνία»

Συνεντεύξεις Νοέμβριος 9, 2020

Διαβάστε παρακάτω τη συνέντευξη που παραχώρησε η Ισμήνη Καπάνταη στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος και στην Ελένη Γκίκα, με αφορμή το νέο της ιστορικό μυθιστόρημα, Το βρωμερόν ύδωρ της λήθης.

Ισμήνη Καπάνταη

Η μεγάλη Κυρία του Ιστορικού μυθιστορήματος, Ισμήνη Καπάνταη, μιλώντας στον Φιλελεύθερο εξηγεί πρώτα απ’ όλα γιατί καταφεύγει σε ιστορικές περιόδους ανιχνεύοντας τα προβλήματα και τα αγκάθια των ημερών μας. Και μας εξηγεί γιατί πάντα επιλέγουμε «κάπου να ανήκουμε» από το να είμαστε ελεύθεροι, ξεχνώντας το ότι αποτελούμε όλοι μας ένα κομμάτι από το μεγάλο παζλ της κοινωνίας:

«Η ένταξη σε έναν χώρο δημιουργούσε ανέκαθεν και δημιουργεί αισθήματα ασφάλειας, δεν είναι φαινόμενο των ημερών μας μόνον, όταν όμως κάποιος εντάσσεται ψυχή τε και σώματι σε μια συγκεκριμένη ομάδα αντιμετωπίζει (ευτυχώς όχι πάντα) τον οποιονδήποτε άλλον που δεν ανήκει στον ίδιο χώρο εξ ορισμού ανάξιο και εχθρό.» Θα πει η κυρία Καπάνταη, αναφερόμενη ταυτοχρόνως και στους μεγάλους κινδύνους:

«Θεωρώ ότι όταν επιλέξουμε κι εμείς να ενταχθούμε σ’ έναν συγκεκριμένο χώρο, είναι τέτοιο το πάθος μας που ξεχνούμε ότι όλοι, τελικά, ανήκουμε στην ίδια κοινωνία. Αδυνατούμε ν’ αντιληφθούμε ότι, από ένα σημείο και ύστερα, βλάπτοντας τον άλλο, βλάπτουμε τον ίδιο μας τον εαυτό.»

Τα ερεθίσματα μάς δόθηκαν από το καινούργιο της μυθιστόρημα «Το βρωμερόν ύδωρ της ιστορίας» το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίκαρος κι αποδεικνύει τον αυτοκαταστροφικό εαυτό μας σε καιρό ειρήνης. Το πώς γεννήθηκε, τελικά, ο Νεοέλληνας.

-Κυρία Καπάνταη, γράφετε: «…για ποια κοινή πατρίδα της μιλούσε; Την πατρίδα ποιανού και ακόμα τι ήτανε επιτέλους το έθνος που το μεταχειρίζονταν πάντα σαν τελικό επιχείρημα; Τι σχέση μπορεί να έχει το έθνος με την συγγένεια και την οικογένεια, τον μοναδικό (του το ‘λεγε και του το ξανάλεγε( ναι, τον μοναδικό χώρο που σου εξασφαλίζει ασφάλεια;» Μας κυνηγά εξ αρχής αυτός ο διαχωρισμός, οι μέσα και οι έξω και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, γιατί όμως αυτός ο διαχωρισμός; Γιατί αδυνατούμε να νοιώσουμε ως μέρος ενός συνόλου και μας ασφαλίζει μόνον ο χώρος μας;)

Σ᾽ αυτήν την ερώτηση την απάντηση την έδωσαν και την δίνουν οι ιστορικοί· η δική μου άποψη, άποψη πολίτου του εικοστού, εικοστού πρώτου αιώνα διαμορφώνεται τόσο από τα διαβάσματά μου όσο και από τις προσωπικές μου εμπειρίες. Πού καταλήγω; Θεωρώ ότι όταν επιλέξουμε κι εμείς να ενταχθούμε σ’ έναν συγκεκριμένο χώρο, είναι τέτοιο το πάθος μας που ξεχνούμε ότι όλοι, τελικά, ανήκουμε στην ίδια κοινωνία. Αδυνατούμε ν’ αντιληφθούμε ότι, από ένα σημείο και ύστερα, βλάπτοντας τον άλλο, βλάπτουμε τον ίδιο μας τον εαυτό.

-Κυρία Καπάνταη, να σταθούμε στον υπέροχο τίτλο; «Το βρωμερόν ύδωρ της λήθης»; Φοβάμαι ότι οι περισσότεροι απ’ αυτό πίνουμε, εντός κι εκτός Ελλάδος…

Σωστά, αλλά ευτυχώς έχουμε και τις καλές μας ώρες, όχι μόνον καλές, κυριολεκτικά λαμπρές, πράγμα που κάνει ακόμη πιο δύσκολη την προσπάθεια να κατανοήσει κανείς την τάση μας για το αλληλοφάγωμα που ανέφερα πιο πάνω.

Ισμήνη Καπάνταη

-Να πούμε γιατί επιλέξατε αυτή την ειρηνική και δημοκρατική εποχή για να αναδειχθεί ο Νεοέλληνας;

Ανατρέχοντας και σε άλλες ιστορικές περιόδους, που δεν θα τις έλεγε κανείς ειρηνικές ούτε και δημοκρατικές, όπως το Βυζάντιο και η Τουρκοκρατία (Επτά φορές το δαχτυλίδι, Που πια Καιρός, Το Άλας της Γης, Σικελικός Εσπερινός, Απειρωτάν και Τούρκων) το ίδιο επιχειρούσα να κάνω και στο παρελθόν. Προσπαθώ να μας κατανοήσω. Ερωτήματα θέτω.

-Κυρία Καπάνταη, τι είναι αυτό που μας κάνει ήρωες στα δύσκολα και εχθρούς ακόμα κι απέναντι στον ίδιο τον εαυτό μας, στην ειρήνη;

Δύσκολο ν’ απαντήσει κανείς σ’ αυτό, αν κάποτε το ανακαλύψω θα γράψω σίγουρα ένα καινούργιο μυθιστόρημα.

-«Όσο για τον Άρχοντα… αλήθεια πού θα τοποθετούσε κανείς τον Άρχοντα; Σε ποιόν χώρο ανήκε; Τι αντιπροσώπευε; Και ο Νικόλας, ο νεαρός και τόσο όμορφος Νικόλας; Το αίνιγμα, έτσι τον σκέφτονταν, ο Νικόλας ήταν το αίνιγμα, που για κείνην παρέμενε άλυτο ακόμα». Κι αυτή η μανία μας για το πού ανήκει ο άλλος; Τι είναι; Η τεμπελιά μας και η ευκολία μας; Μας ασφαλίζει να λέμε ότι ανήκουμε εδώ ή εκεί, ανεξαρτήτως του πώς πράττουμε, ποιοι είμαστε;

Η ένταξη σε έναν χώρο δημιουργούσε ανέκαθεν και δημιουργεί αισθήματα ασφάλειας, δεν είναι φαινόμενο των ημερών μας μόνον, όταν όμως κάποιος εντάσσεται ψυχή τε και σώματι σε μια συγκεκριμένη ομάδα αντιμετωπίζει (ευτυχώς όχι πάντα) τον οποιονδήποτε άλλον που δεν ανήκει στον ίδιο χώρο εξ ορισμού ανάξιο και εχθρό.

-Κυρία Καπάνταη, τι πρέπει να έχει ένας ήρωας ή μια ηρωίδα για να γίνει ηρωίδα σας;

Νομίζω ότι πρέπει να έχει όλα όσα επιδιώκουν όλοι οι γράφοντες όταν γράφουν, δηλαδή να εμπεριέχουν αλήθεια.

-Και μια ιστορία για να γίνει ιστορία σας; Ή μάλλον μια εποχή για να φωτίσει την εποχή μας; Διότι τα δικά μας δεινά αναδεικνύονται στα ιστορικά σας μυθιστορήματα.

Έχετε δίκιο. Στην ουσία αυτὸ που κάνω είναι να μεταθέτω ό,τι έχω εισπράξει ζώντας στα χρόνια μας, σε μιαν άλλη ιστορική περίοδο, προσπαθώντας έτσι να δω τί κρύβεται στο βάθος, κάτω από την επιφάνεια, και μας ωθεί όλους, αδιάφορο σε ποιά εποχή ζούμε, να πράττουμε κατά τον Α η Β τρόπο, αφού ο ανθρώπινος πυρήνας παραμένει πάντα ο ίδιος.

-Υπάρχει τελετουργία γραφής ή παντού μπορείτε να γράψετε εσείς;

Γράφω στο γραφείο μου, παλιά με γραφομηχανή, τώρα στον υπολογιστή. Δεν έχω επιχειρήσει ποτέ, επειδή άλλωστε δεν χρειάστηκε, να γράψω σε άλλο μέρος. Ούτε υπάρχει συγκεκριμένος χρόνος· όταν αρχίζω να γράφω, γράφω.

-Για να ξεκινήσετε μια ιστορία, χρειάζεστε πλάνο, να ξέρετε και την αρχή και το τέλος της, ή αρκούν μια εικόνα ή η αρχική φράση;

Μπορεί να υπάρχει κάτι, εικόνα, ήχος κάποια παραπομπή, γεγονός όμως παραμένει ότι πάντα, όταν αρχίζω να γράφω το κάνω επειδή προσπαθώ να βρω την απάντηση σ’ ένα συγκεκριμένο ερώτημα. Δεν γράφω επειδή γνωρίζω, αναρωτιέμαι. Ούτε υπάρχει πλάνο, ποτέ δεν ξέρω πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, και βεβαίως ποτέ δεν ξέρω ποιό θα είναι το τέλος.

-Ποιο βιβλίο σας γράφτηκε με πιο παράξενο και αλλόκοτο τρόπο; Ποιος ήρωας ή ποια ηρωίδα σας έφτασαν με το «έτσι θέλω» τους και σας επιβλήθηκαν;

Άλλα βιβλία μπορεί να με δυσκόλεψαν περισσότερο κι άλλα λιγότερο, οι ἠρωές μου όμως και οι ηρωίδες μου, όλοι, αφ’ ης στιγμής με πείσουν ότι υπάρχουν, τότε μου επιβάλλονται, είναι πλέον ο εαυτός τους.

-Υπάρχουν συγγραφικές εμμονές; Θέματα στα οποία επανέρχεστε, τεχνικές που χρησιμοποιείτε και ξαναχρησιμοποιείτε, γρίφους κι αινίγματα που προσπαθείτε μια ζωή γράφοντας να επιλύσετε;

Εμμονές; Νομίζω πως όχι, δεν έχω. Εκτὀς αν θεωρήσουμε ως εμμονή πως όταν γράφω, μόλις ολοκληρώνεται μια πρόταση πρέπει να την διαβάσω δυνατά, ν’ ακούσω τον ήχο της, και όχι μόνον, το ίδιο επαναλαμβάνεται στις παραγράφους, στα κεφάλαια και τελικά σ’ όλο το κείμενο.

-Αυτή η αχαρτογράφητη εποχή που διανύουμε, μας κάνει καλύτερους συγγραφείς ή ανθρώπους;

Το μέλλον θα δείξει.

IMG_4384_Credit_Vasileios_Gretsistas

-Υπάρχει βιβλίο ή βιβλία που καταφεύγετε στα δύσκολα; Τι κάνετε όταν αμφιβάλετε ή όταν φοβάστε;

Τί κάνω όταν αμφιβάλλω ή φοβάμαι; Διαβάζω και ξαναδιαβάζω τα αγαπημένα μου βιβλία. Στάθηκα τυχερή επειδή μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι όπου υπήρχαν βιβλιοθήκες κι έμαθα από μικρή να διαβάζω, όχι για να μαθαίνω αλλά για να περνώ καλά. Σ’ όλη μου τη ζωή το διάβασμα ήταν το στήριγμά μου.

– Κυρία Καπάνταη, οι ιστορικές περίοδοι και τα επί μέρους ζητήματα των βιβλίων σας;

Το “Επτά φορές το Δαχτυλίδι” 1989, αφορά ισάριθμους ξεσηκωμούς των σκλαβωμένων Ελλήνων κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Κυκλοφόρησε αργότερα και με την ιστορία της Κύπρου ως “Οκτώ Φορές το Δαχτυλίδι”, 2007. Το “Απειρωτάν και Τούρκων”, 1990, αφορά τους εξιλασμούς, πολλές φορές ομαδικούς και πώς η ομαδική συνείδηση διαμορφώνει τα γεγονότα που μεταδίδονται στους μεταγενέστερους σύμφωνα με τις επιτακτικές ανάγκες της ώρας εκείνης, όχι “οία ην” αλλά “οία είναι δει”. “Η Φλώρια των Νερών”, 1999, είναι μια ιστορία αγάπης, αλλά κυρίως είναι η ιστορία του “άλλου”. Εκεί θίγω πρώτη φορά και κάτι που με απασχολεί ιδιαίτερα, το πρόβλημα του ανήκειν. Στο “Πού πια Καιρός”, 1995, οι ήρωές μου κινούνται στη χρονική περίοδο λίγο πριν από την πτώση της Πόλης. Είναι η εποχή που λόγω του “αλληλέγγυου” οι μεγαλοκτήμονες αγοράζουν κοψοχρονιάς από τους ακρίτες, που αδυνατούν να πληρώσουν τους φόρους, τα κτήματά τους και τα σύνορα ερημώνονται. Οι άνθρωποι, όπως πολύ συχνά συμβαίνει στην ανθρώπινη ιστορία, δεν αντιλαμβάνονται ότι βαδίζουν στον γκρεμό. Δεν παίρνουν τα μηνύματα ή όπως λέει ο ποιητής: “… ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα (ή δεν τ’ ακούσαμε, ή δεν τα νοιώσαμε καλά), άλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας, κι ανέτοιμους – πού πια καιρός- μας συνεπαίρνει. Στο “Άλας της Γης”, 2002, χρόνος είναι το πρώτο μισό του 14ου αιώνα, χώρο η Θεσσαλονίκη. Θέμα του η εμφύλια διαμάχη των εκπροσώπων της άρχουσας τάξη για την εξουσία, που παίρνει ωστόσο τη μορφή ταξικού αγών, ειδικά στις πόλεις, εξαιτίας του ότι οι δυο αντίπαλες ομάδες αντλούν τη δύναμή τους από διαφορετικούς κοινωνικούς χώρους. Εκδηλώνεται τότε το βαθύ μίσος που έτρεφαν, όχι άδικα, οι κάτοικοι των πόλεων και της υπαίθρου εναντίον μιας αριστοκρατίας, η οποία, ευνοημένη εκτός των άλλων από μια κατάφωρα άδικη φορολογική νομοθεσία, συσσώρευε πλούτο εις βάρος των φτωχότερων λαϊκών στρωμάτων.

Στο “Εμείς Έχουμε Εμάς” ο χρόνος είναι πάλι Τουρκοκρατία, χώρος η Ήπειρος, τα Επτάνησα και η Ιταλία και θίγεται κι εδώ το πρόβλημα του “άλλου” και το πρόβλημα του “ανήκειν”.

Έτικέττες:
Ισμήνη Καπάνταη
,
Το βρωμερόν ύδωρ της λήθης