Colm Tóibín «Έχω πολύ Ορέστη μέσα μου» | Συνέντευξη στα Νέα

Συνεντεύξεις Νοέμβριος 19, 2019

Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Colm Tóibín στον Δημήτρη Δουλγερίδη για την εφημερίδα Τα Νέα με αφορμή το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του Σπίτι με ονόματα (μετάφραση: Αθηνά Δημητριάδου).

Colm Toibin © Brigitte Lacombe

Κι αν η Κλυταιμνήστρα διεκτραγωδούσε τον πόνο και την οργή της με σύγχρονη «φωνή», αλλά μακριά από το φάσμα του #MeToo; Αν ο Ορέστης και η Ηλέκτρα απεκδύονταν το μυθολογικό τους φορτίο για να αναγεννηθούν από την καθαρτήρια γλώσσα του ιρλανδού στυλίστα Κολμ Τόιμπιν; Στο «Σπίτι με ονόματα» ο συγγραφέας επέλεξε να κινηθεί στο ναρκοπέδιο των χαρακτήρων της αρχαίας τραγωδίας έχοντας από την αρχή δύο ελαφρυντικά. Απέφυγε να εκμοντερνίσει τα πάθη των Ατρειδών - ευτυχώς, εδώ η Ηλέκτρα δεν μιλάει σαν αγανακτισμένη έφηβος του Δουβλίνου. Και χρησιμοποίησε τον ρυθμό της γλώσσας του σαν πολιορκητικό κριό για τις διαθέσεις του αναγνώστη. Ήδη από την αρχή, όταν μιλάει η Κλυταιμνήστρα, ο επικός τόνος λειαίνεται από τον εξομολογητικό της ηρωίδας, που σε κάθε περίπτωση αφηγείται τα πάθη όσων δεν είχαν φωνή μέσα στους αιώνες: «Την ξέρω καλά τη μυρωδιά του θανάτου... Το τραγούδι των πουλιών παίρνει να ψηλώνει καθώς οι χαρές του κόσμου όλο και πληθαίνουν, ύστερα, όταν η μέρα παίρνει να μαραίνεται, μαραίνεται κι ο ήχος σβήνει».

Στο μέρος του Ορέστη ο συγγραφέας κάνει χρήση του γ' ενικού για να περιγράψει την περιπέτεια του ήρωα - που δεν έχει βρει ακόμη τη φωνή του και κινείται στη σκιά της μητέρας και της αδερφής του -, για να καταλήξει στον μονόλογο της Ηλέκτρας. Πρόκειται για τρεις γνωστούς χαρακτήρες που επανασυστήνονται ως γνωστοί άγνωστοι χάρη σε ορισμένα από τα κυρίαρχα μοτίβα στο έργο του Τόιμπιν: την ανασύσταση της ιστορίας μέσω της μνήμης, της γυναικείας φωνής που ψάχνει την ταυτότητά της, των οικογενειακών τραυμάτων, της βίας που επανέρχεται για να σαρώσει την κοινότητα (ερέθισμα για το βιβλίο ήταν η «σφαγή του Κίνγκσμιλ» το 1976, όταν ιρλανδοί εθνικιστές εκτέλεσαν 10 προτεστάντες). Αυτός είναι ένας κόσμος χωρίς ονόματα θεών, όπου η πίστη δίνει τη θέση της στην αλληλουχία των εγκλημάτων.

Ο Τόιμπιν επιτρέπει στον εαυτό του δημιουργικές ελευθερίες που τον θέτουν σε απόσταση ασφαλείας από τον μύθο. Η Κλυταιμνήστρα ζει σε έναν κόσμο αθεΐας πριν (και μετά) τη θυσία της Ιφιγένειας, κωδικοποιώντας την ανάγνωση του Ιρλανδού στον Ευριπίδη. «Ήμουν σίγουρη, απόλυτα σίγουρη ότι δεν πίστευα πια καθόλου στη δύναμη των θεών. Κι αναρωτήθηκα αν ήμουν η μόνη». Ο Ορέστης βλέπει την «πρωταρχική σκηνή» της ψυχανάλυσης: «Είχε προλάβει να δει τη μητέρα του και τον Αίγισθο γυμνούς στο κρεβάτι να βγάζουν κάτι ήχους σαν ζώα». Και η Ηλέκτρα εσωτερικεύει την ψυχολογία του τόπου - και του μύθου - της σε ένα πρωθύστερο σχήμα, που ωστόσο λειτουργεί για τον αναγνώστη, καθώς εδώ μιλάει μια μυθιστορηματική ηρωίδα και όχι η αρχετυπική της τραγωδίας: «Όταν πηγαίνω στον τάφο του πατέρα μου, εισπνέω τη σιωπή του τόπου όπου κείτεται το σώμα του. Κρατάω την αναπνοή μου, ώστε τούτος ο καινούργιος αέρας να πλημμυρίσει το σώμα μου. Μετά εκπνέω αργά. Ο πατέρας μου βγαίνει από τα σκοτάδια, έρχεται προς το μέρος μου».

Διαβάζοντας το βιβλίο είχα την αίσθηση ότι η εκδοχή του Ευριπίδη για την Ηλέκτρα, τον Ορέστη και τα πάθη των Ατρειδών σάς γοήτευσε περισσότερο από τους άλλους τραγικούς. Συμφωνείτε;

Ναι, με ενδιέφερε μάλιστα το τελευταίο έργο του Ευριπίδη, η «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», επειδή περιέγραφε την ιστορία τους από μια άλλη οπτική. Βλέπω αυτό το κείμενο ως ένα καταστάλαγμα πείρας, όπου το φως της συμπάθειας πέφτει στους χαρακτήρες - και κυρίως στην Κλυταιμνήστρα.

Και ότι, θα πρόσθετα, ειδικά για την Κλυταιμνήστρα στρέφεστε στον Αισχύλο. Είναι στην «Ορέστεια» που η ίδια αναπλάθει τη δική της ιστορία. Τι παραμένει τόσο δυνατό στη φωνή τους ώστε να φτάνει στις μέρες μας;

Στην πραγματικότητα πήγαινα από το ένα κείμενο στο άλλο σαν την κίσσα (σ.σ.: αναφέρεται στη συνήθεια αυτών των πουλιών να «κλέβουν» πολύχρωμα ή λαμπερά αντικείμενα).

Ήταν κάτι που με αναστάτωσε, πολύ δύσκολο να γραφτεί: έμπαινα στο μυαλό της Κλυταιμνήστρας.

Κι αυτό που αναζητούσα ήταν η προσωπική «απόχρωση» με την οποία θα μπορούσα να δουλέψω την αφήγηση.

Η βία στην αφήγηση σας μοιάζει να προέρχεται όχι από την περίφημη μοίρα αλλά από την ψυχολογία των χαρακτήρων. Έχετε κάνει αντίστοιχη έρευνα;

Είχα γράψει ένα βιβλίο για τη Βόρεια Ιρλανδία στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και τότε ενδιαφέρθηκα για το λεγόμενο σπιράλ της βίας: πώς η μία πράξη οδηγούσε σε άλλη, πόση ήταν απόρροια τοπικισμού και πόση προσωπική. Με αυτή την ιδέα δούλεψα και στο «Σπίτι με ονόματα». Από τη στιγμή που γίνεται ο πρώτος φόνος είναι ζήτημα χρόνου να ακολουθήσουν άλλοι, όπως στο σπιράλ.

Colm Toibin

Γράψατε το βιβλίο πρόταση προς πρόταση; Κάθε μέρος μοιάζει να έχει τον δικό του ρυθμό...

Θα έλεγα κομμάτι προς κομμάτι. Το πρώτο τμήμα γράφτηκε κοντά στα ξημερώματα μάλιστα, κάπου στις 3 ή 4 το πρωί. Ήταν κάτι που με αναστάτωσε, πολύ δύσκολο να γραφτεί: έμπαινα στο μυαλό της Κλυταιμνήστρας. Το κομμάτι που αφορά τον Ορέστη βασίζεται περισσότερο στην αφήγηση γεγονότων και όχι στη «φωνή» του. Είναι ηπιότερο στον ρυθμό. Κι ύστερα το κομμάτι που αφορά την Ηλέκτρα ήθελε μεγάλη ενέργεια. Οπότε, ναι, ήξερα ότι στο πρώτο και στο τρίτο μέρος κάθε ήχος, κάθε έκφραση και πρόταση απαιτούσαν πολλή δουλειά.

Αν υπάρχει κάτι με το οποίο θέλατε να πειραματιστείτε στο βιβλίο, θα μπορούσε να αφορά τον θόρυβο των «σιωπηλών τραυμάτων»;

Υποθέτω ότι πρόκειται για ένα σύνολο ανταγωνιστικών αφηγήσεων, σε καθεμία από τις οποίες ένας χαρακτήρας περιγράφει ακριβώς ένα τραύμα. Επειδή ο Ορέστης δεν μιλάει πολύ γι' αυτό - ή δεν το καταλαβαίνει -, είναι και ο περισσότερο ευάλωτος.

Μοιάζετε με τον Ορέστη σε οποιοδήποτε σημείο της ζωής σας;

Ναι, ήμουν δίπλα στον πατέρα μου όταν τον χτύπησε ένα σοβαρό εγκεφαλικό, αλλά κανείς δεν ήξερε την παρουσία μου μαζί του, κι ούτε το ομολόγησα στη συνέχεια. Επίσης με έστειλαν σε οικοτροφείο (σ.σ.: υπονοεί τη φυγάδευση του Ορέστη από το πατρικό του στο σπίτι του θείου του Στρόφιου, στη Φωκίδα). Ναι, υπάρχει πολύς Ορέστης μέσα μου.

Τι γνωρίζετε από τα αρχαία ελληνικά όσον αφορά τα σχήματα λόγου και τις μεταφορές ώστε να σας προϊδεάσουν για την κοινωνία στην οποία γεννιούνται;

Χρησιμοποιούσα μεταφράσεις αναγνωρίζοντας ότι κανείς, μα απολύτως κανείς δεν μπορεί να φανταστεί πώς έμοιαζε η ζωή στην αρχαία κοινωνία. Το μυθιστόρημα είναι σχετικά νέο λογοτεχνικό είδος. Δούλεψα με αυτό και εστίασα σε αυτό. Ακολουθώντας τους κανόνες που είχα θέσει στον εαυτό μου και όχι επινοώντας μια ψεύτικη εκδοχή της αρχαιότητας.

Στην Ελλάδα μαθαίνουμε σταδιακά τα ονόματα της Σάλι Ρούνεϊ, του Κέβιν Μπάρι και του Μάικ ΜακΚόρμακ. Και φυσικά γνωρίζουμε ήδη τον Σεμπάστιαν Μπάρι. Είναι ο αγώνας για τη γλώσσα και τη φόρμα που ενώνει τις διαφορετικές γενιές της ιρλανδικής λογοτεχνίας;

Νομίζω ότι όλοι τους προσπαθούν για το μοντέρνο, να ανακαλύψουν νέους τρόπους για να γράψουν ένα μυθιστόρημα, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα, το στυλ και τη φόρμα, χωρίς να επαναλαμβάνουν αυτό που προηγήθηκε.

Τι διαβάζετε αυτή την περίοδο;

Ολοκληρώνω ένα μυθιστόρημα για τον Τόμας Μαν, οπότε όλα τα διαβάσματά μου αφορούν αυτόν τον συγγραφέα.

Εάν μια ευρωπαϊκή εφημερίδα σάς έδινε την ευκαιρία μιας αποστολής για να γράψετε ένα μεγάλο άρθρο, τι θα επιλέγατε: τον Βόρειο Πόλο για την κλιματική αλλαγή ή τον Αμαζόνιο για να συναντήσετε μια φυλή του;

Κι όμως, με ενδιαφέρει περισσότερο αυτό που συμβαίνει στην Ευρώπη, η παράδοξη άνοδος του νεοφασισμού στη Γαλλία, την Ισπανία (σ.σ.: η συνέντευξη δόθηκε πριν από τις πρόσφατες εκλογές), τη Γερμανία, την Ουγγαρία. Αν και η κλιματική αλλαγή είναι ένα ζήτημα με τεράστιες διαστάσεις, δεν θεωρώ τον εαυτό μου κατάλληλο να γράψω για αυτό.

Ας υποθέσουμε ότι έχετε ελεύθερο ένα τριήμερο. Είστε ο τύπος που θα επιλέξει μια εκδρομή, να βγείτε έξω με φίλους ή να μείνετε σπίτι σας για να διαβάσετε;

Ειδικά τον χειμώνα θα έμενα σπίτι μου με μια καλή φωτιά στο τζάκι, μουσική να παίζει και βιβλία γύρω μου.

Εάν κάναμε αυτή τη συνέντευξη στη Νέα Υόρκη, πού θα διαλέγατε να βγούμε για ποτό;

Δεν έχω βάλει ποτό στο στόμα μου τους τελευταίους 18 μήνες. Και το αγαπημένο μου μπαρ - το Temple Bar - έκλεισε.

Σε αυτή τη συνέντευξη μιλήσαμε για έξοδο στη Νέα Υόρκη και λογοτεχνία. Πού νιώσατε πιο άνετα;

Θα απαντήσω αλλιώς: μου αρέσει πολύ ένα εστιατόριο για ψάρι στην οδό Cornelia στο Γκρίνουιτς Βίλατζ που λέγεται «Διαμάντι».

Γράψατε πρόσφατα στο London Review of Books για την εμπειρία σας με τον καρκίνο των όρχεων. Κρατήσατε ένα μάθημα ζωής από αυτή την περιπέτεια;

Δεν έμαθα τίποτε. Είμαι σήμερα όπως ακριβώς και πριν, με τη διαφορά ότι έχω έναν όρχι. Έχασα πολύ χρόνο, πολλές φορές επώδυνο και βαρετό. Περίμενα πώς και πώς να τελειώσει όλη η διαδικασία. Και ήμουν τυχερός που επέζησα.

Ποια ήταν η πρώτη σκέψη όταν ακούσατε τα ονόματα Τοκάρτσουκ και Χάντκε για το Νομπέλ Λογοτεχνίας;

Ότι όλοι έχουν έναν συγγραφέα που πιστεύουν ότι πρέπει να κερδίσει το Νομπέλ. Θα επέλεγα, λοιπόν, τον Λάζλο Κρασναχορκάι, τον Ντον Ντε Λίλο ή τον Τζον Μπάνβιλ.

Έτικέττες:
Colm Tóibín
,
Εφημερίδα Τα Νέα
,
Σπίτι με ονόματα
,
Συνέντευξη