«Ονειρεύτηκα πως πέθανα» Νίκος Κούνδουρος (1926-2017)

Εκδόσεις Φεβρουάριος 23, 2017

Ένας από τους σπουδαιότερους σύγχρονους Έλληνες σκηνοθέτες, ο Νίκος Κούνδουρος, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 90 ετών.

Ο Νίκος Κούνδουρος γεννήθηκε στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης το 1926. Σπούδασε ζωγραφική και γλυπτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Οι δύο πρώτες του ταινίες "Μαγική πόλη" (1954), και "Ο δράκος" τον καθιέρωσαν με το πέρασμα του χρόνου ως έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες σκηνοθέτες. Έχει σκηνοθετήσει 11 ταινίες που έχουν όλες συμμετάσχει και βραβευτεί σε ελληνικά και διεθνή φεστιβάλ (Φεστιβάλ Βενετίας, Βερολίνου κ.λπ.). Διετέλεσε πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Σκηνοθετών. Το 1998 εξέδωσε τον τόμο "Stop Carre" με μακέτες, σχέδια, stills και φωτογραφίες από τα πρόσωπα, τα σκηνικά και τα κοστούμια των ταινιών του.

Νίκος Κούνδουρος

 Το 2009 κυκλοφόρησε η αυτοβιογραφία του από τον Ίκαρο, με τίτλο Ονειρεύτηκα πως πέθανα. Άλλοτε σε πρώτο ενικό, κι άλλοτε αποστασιοποιημένος σαν παρατηρητής, ο συγγραφέας, ανατρέχει σε μνήμες εξήντα χρόνων και εξιστορεί με τεχνική που παραπέμπει σε κινηματογραφικό μοντάζ το παραμύθι της ζωής του.

Τον Φεβρουάριο του 2014 τιμήθηκε με ειδική πλακέτα από την Εταιρεία Σκηνοθετών.

Νίκος Κούνδουρος

Ακολουθεί ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο:

«...τώρα που αρχίζω να βλέπω κάποιο τέλος θέλω να πω και τούτο. Νιώθω μια σχεδόν χριστιανική συγγνώμη, για ανθρώπους και πράγματα, ο χρόνος σοφός και αδυσώπητος βάζει τη δικιά του τάξη χωρίς να ρωτάει και χωρίς να περιμένει απάντηση. Σας χαιρετώ.[...]Είμαι ακόμα σε κάποια αρχή ή στο τέλος του ταξιδιού μου; Δεν μπορώ να φτιάξω πια δικές μου ιστορίες και καταφεύγω στα εύκολα. Στο παρελθόν, στην τυμβωρυχία, στο ξέθαμα παλιών τάφων, μαγεμένος από το προσμενόμενο ξάφνιασμα, τι να ‘ναι άραγε κάτω από αυτήν την πλάκα, κάτι που ξέρω, κάτι ξεχασμένο, κάτι που πέθανε οριστικά ή κάτι που ζει ακόμα κρυμμένο σε μια χαραμάδα του μυαλού και περιμένει; Παντού φαντάσματα. Άνθρωποι-σκιές, πρώην ζωντανοί. Και σε κάποια σκοτεινή άκρη, να το, κάτι παραμονεύει, μπορεί καλό, μπορεί κακό, μα τίποτα πια δεν με φοβίζει. Η μνήμη, χαλαρή, κάνει τα πάντα να σμίγουν σε μια γιορτή, απρόσιτη στους άλλους, στημένη μόνο για μένα. Αφήνω μια εικόνα και πιάνω μιαν άλλη που θα την αφήσω κι αυτή στη μέση, σαν τα ριζίτικα τραγούδια της Κρήτης που οι τραγουδιστάδες δε λένε ποτέ τον τελευταίο στίχο, γιατί κάθε τέλος σέρνει μια θλίψη. Τις αγάπες, τους έρωτες, τα πείσματα, τις προσδοκίες, τους φίλους, τους φόβους. Και τέλος το θάνατο. Το θάνατο των άλλων και το θάνατο το δικό σου. Εδώ τελειώνω, όπως το άρχισα τούτο το συναξάρι της ζωής, μισό αληθινό και μισό ψεύτικο. Έτσι καθώς ταιριάζει στο νου μου, που έμαθε να φτιάχνει ιστορίες και παραμύθια με ανθρώπους και με φαντάσματα. Γιατί η αλήθεια η δικιά μου είναι μόνο δικιά μου και τις αλήθειες των άλλων πάλι εγώ τις αλέθω όπως θέλω, και όπως με βολεύει. Βοηθάει και η θολούρα τόσων χρόνων και η ύπουλη μνήμη που δε ρωτάει, παίζει τα δικά της παιχνίδια, διαλέγει ό,τι θέλει και τα άλλα τα πετά στην αιώνια και οριστική λησμονιά. Μια μυστηριακή δύναμη αποφασίζει, χωρίς να με ρωτήσει, χωρίς να τυραννιέται από αμφιβολίες και πισωγυρίσματα. Όμως δε θα ξεχάσω όσους αγάπησα κι όσους με αγαπήσανε. Ένας αρχαίος σεβασμός τους προστατεύει και με προστατεύει από τη λησμονιά. Ζήστε για να μας θυμάστε, πάλι η κουβέντα της μάνας. Μείνε ήσυχη μάνα, σκέφτηκα τότε. Και τώρα το ίδιο σκέφτομαι. Μείνε ήσυχη μάνα».

Έτικέττες:
Νίκος Κούνδουρος